Οδύσσεια (μετάφραση Μαρωνίτη)

Πεζογραφία, ποίηση, γλώσσα και γραπτός λόγος, βιβλία.

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: olentis και 7 επισκέπτες

 

Οδύσσεια (μετάφραση Μαρωνίτη)

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 18th, 2017, 2:13 am

Αν σβηστεί σβήστηκε:


Πρόλογος
Λοιπόν τον ξεπεράσαμε τον κάβο. Περνώντας δύο φορές τις συμπληγάδες, η μετάφραση της Οδύσσειας άραξε επιτέλους σε ήρεμο ακρογιάλι. Όπου εντοπίστηκε και η πρώιμη, δειγματοληπτική, δοκιμή της, που την αναζήτησε ο Αίνος Πολίτης για την «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης το ΐ977· Έντεκα χρόνια αργότερα, το 1988, ο Θάνος Μικρούτσικος προσκάλεσε στο φεστιβάλ της Πάτρας μεταφρασμένη ολόκληρη τώρα ραψωδία: την πέμπτη, που την είπαμε «Οδυσσέως Σχεδία» και που ακούστηκε ένα μαγευτικό βράδυ ψηλά στο φρούριο της πόλης. Από τότε άρχισε να φαντάζει η παράτολμη ιδέα: θα μπορούσε άραγε να μεταφραστεί ολόκληρο το έπος, ραψωδία ραψωδία, με το πρωτότυπο κείμενο στο πλάι και τα Επιλεγόμενα ως επίμετρο; Αυτό το ριψοκίνδυνο ταξίδι ξεκίνησε το 1990 και συντελέστηκε, με ενδιάμεσα πάθη, φθινόπωρο του 2001. Τόσα, υποθέτω, φτάνουν για όσους θέλγονται από σημαδιακές χρονολογίες.
Άλλοτε και αλλού κατέγραψα «επτά διλήμματα», όσο ακόμη γύρευε η μετάφραση τον προσανατολισμό της στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, θέλοντας να μείνει απεριόριστη από προκαταβολικές, εκβιαστικές, αποφάσεις. Παραφράζω εδώ το τέταρτο και το έκτο δίλημμα: Το σημαντικότερο μεταφραστικό πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση έχει να κάνει με τη μεταρρύθμιση του πρωτότυπου ρυθμού, που είναι συνάμα σταθερός και εναλλασσόμενος. Η σταθερότητα επιβάλλεται από τη συνέχεια της επικής αφήγησης, μετρημένης σε δαχτυλικό εξάμετρο από τον πρώτο ως τον τελευταίο στίχο. Μοιάζοντας με τεράστιο φίδι που, καθώς εξελίσσεται, ποτέ και πουθενά δεν αλλάζει αρθρωτικό σχήμα. Όμως οι, απρόβλεπτοι πολλές φορές, ελιγμοί του παραλλάσσουν τον εξωτερικό σε εσωτερικό τώρα ρυθμό, καθώς η κίνηση του αφηγηματικού λόγου αλλού ευθυγραμμίζεται, αλλού καμπυλώνεται, αλλού επιταχύνεται, αλλού επιβραδύνεται, προσώρας αναστέλλεται. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός του έπους αναζητούσε τη δική του ελευθέρωση, κι έτσι προέκυψε ο απελεύθερος στίχος της μετάφρασης.
Όποιος διαβάζει με προσοχή την Οδύσσεια αισθάνεται τη μεγάλη απόσταση χώρου και χρόνου από το κείμενό της. Παρά ταύτα, σιγά σιγά αναδύεται η συναίσθηση ότι το ποίημα, ταξιδεύοντας, έρχεται και φεύγει, πλησιάζει και απομακρύνεται, χαμογελώντας άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε με ειρωνεία. Κι αυτό το πήγαινε έλα καταλήγει σε μια παράξενη φιλοξενία.
Τέτοια φιλόξενη υποδοχή αναζητούσε η μετάφραση της Οδύσσειας. Τη βρήκε, ευτυχώς, στη στέγη του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Τύχη που μπορεί να ονομαστεί και νόστος, αν συνυπολογιστεί πως η νέα έκδοση εντοπίστηκε στη γενέθλια
πόλη, στο Πανεπιστήμιό της, στον κόλπο της Φιλοσοφικής της Σχολής. Έτσι εξηγείτω και η οφειλή ευγνωμοσύνης προς τους συμβούλους, τον πρόεδρο και τον διευθυντή του Ιδρύματος, οι οποίοι υποδέχτηκαν πρόθυμα τον απόλογο της μεταφραστικής αυτής περιπλάνησης. Όσο για τον αναγνώστη, θα πρέπει να γνωρίζει πως πιάνει στα χέρια του τώρα μια μετάφραση αυτόνομη- δίχως την υποστήριξη του πρωτότυπου κειμένου και των Επιλεγομένων, που κι αυτά με τη σειρά τους αυτονομήθηκαν και κυκλοφορούν σε χωριστό τόμο. Συνάμα διαβάζει μια μετάφραση επιδιορθωμένη, αλλού στα κρυφά, αλλού πιο φανερά. Ψάχνοντας, όπως λέμε, την οριστική μορφή της—όνειρο άπιαστο, παρήγορο όμως και ενθαρρυντικό.
Παγκράτι, Νοέμβριος 2005 Δ. Ν. Μαρωνίτης
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Αθηνάς παραίνεσις πρός Τηλέμαχον

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 18th, 2017, 2:21 am

α
Αθηνάς παραίνεσις πρός Τηλέμαχον

ΤΟΝ άντρα. Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ως τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές,
κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του
τον γυρισμό. Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ' τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα,
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Από όπου θες, θεά, ξεκινά την αυτή την ιστορία, κόρη του Δία,
και πες την και σ* εμάς.
Τότε λοιπόν οι άλλοι, όσοι ξέφυγαν τον άθλιον όλεθρο, όλοι τους ήσαν
σπίτι τους, γλιτώνοντας κι απ' του πολέμου κι απ' της θάλασσας τη μάχη.
Μόνο εκείνον, που τον παίδευε πόθος διπλός, του γυρισμού
και της γυναίκας του, τον έκρυβε κοντά της μια νεράιδα,
η Καλυψώ, θεά σεμνή κι αρχοντική, στις θολωτές σπηλιές της,
γιατί τον ήθελε δικό της.
Κι όταν, με του καιρού τ' αλλάγματα, ο χρόνος ήλθε που του ορίσαν οι θεοί
να δει κι αυτός το σπίτι του, να φτάσει στην Ιθάκη,
ούτε κι εκεί δεν έλειψαν οι αγώνες, κι ας ήταν πια με τους δικούς του.
Ωστόσο οι θεοί τώρα τον συμπαθούσαν, όλοι εκτός του Ποσειδώνα*
αυτός σφοδρό κρεμούσε τον θυμό του πάνω στον θεϊκό Οδυσσέα,
προτού πατήσει της πατρίδας του το χώμα.
Εκείνον όμως τον καιρό ο Ποσειδώνας είχε ταξιδέψει στους μακρινούς
Αιθίοπες—οι Αιθίοπες στις δύο άκρες του κόσμου μοιρασμένοι·
μισοί όπου ο ήλιος βασιλεύει, μισοί απ' όπου ο ήλιος ανατέλλει.
Πήγε να πάρει μέρος στη θυσία, μιαν εκατόμβη με ταύρους και κριάρια,
και τώρα ευφραίνονταν στις τάβλες καθισμένος.
Τότε συνάχτηκαν οι υπόλοιποι θεοί στου ολύμπιου Δία το παλάτι,
όπου εκείνος πρώτος πήρε τον λόγο, πατέρας ανθρώπων και θεών.
Στον νου του φέρνοντας, θυμήθηκε τον φημισμένο Αίγισθο,
που τον θανάτωσε ο ξακουστός Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα*
αυτόν θυμήθηκε μιλώντας ο θεός στους αθανάτους:
«Αλίμονο, είναι αλήθεια ν' απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν
στους θεούς τα βάρη τους· έρχεται λένε το κακό από μας—
κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους, πάσχουν και βασανίζονται,
και πάνω απ* το γραφτό τους.
Έτσι και τώρα ο Αίγισθος, την ορισμένη μοίρα παραβαίνοντας,
πήγε να σμίξει με τη νόμιμη γυναίκα ενός Ατρείδη,
κι αυτόν τον σκότωσε στου γυρισμού την ώρα,
γνωρίζοντας τι τιμωρία σκληρή τον περιμένει·
αφού εμείς του στείλαμε τον άγρυπνον αργοφονιά Ερμή με μήνυμα,
μήτε εκείνον να σκοτώσει μήτε και τη γυναίκα του να μπλέξει
σε παράνομο κρεβάτι· αλλιώς θα πέσει στο κεφάλι του η εκδίκηση
του γιου για τον πατέρα, όταν ο Ορέστης, παλληκάρι πια,
θελήσει να γυρίσει στην πατρίδα.
Αυτά, με τόση φρόνηση ο Ερμής μιλώντας, του μηνούσε,
κι όμως τον νου του Αιγίσθου δεν κατόρθωσε ν' αλλάξει.
Τώρα, ακέριο και μεμιάς, το άνομο κρίμα του ξεπλήρωσε.»
Αμέσως ανταπάντησε, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά:
«Πατέρα μας των αθανάτων, Κρονίδη, των δυνατών ο παντοδύναμος,
καλά κι όπως του ταίριαζε, εκείνος αφανίστηκε και πάει—
την ίδια μοίρα να χει κι όποιος ανάλογα κριματιστεί.
Εμένα όμως για τον Οδυσσέα φλέγεται η καρδιά μου·
γενναίος αλλά δύσμοιρος, να βασανίζεται με τόσα πάθη,
απ' τους δικούς του χωρισμένος, σ' ένα περίβρεχτο νησί,
στον ομφαλό, όπως λένε, της θαλάσσης.
Νησί κατάφυτο με δέντρα, και μια θεά το κατοικεί στα δώματά της·
η θυγατέρα του Άτλαντα, που η γνώμη του γυρίζει μόνο στο κακό—
ξέρει καλά αυτός των θαλασσών τα βάθη, και πάνω του σηκώνει
ψηλές κολόνες, να κρατούν τον ουρανό χώρια απ' τη γη.
Η θυγατέρα του λοιπόν τον Οδυσσέα κατακρατεί, δύστυχο κι οδυρόμενο·
λόγια γλυκά προφέροντας και μαλακά σαν χάδια,
τον θέλγει ακατάπαυστα, για να ξεχάσει την Ιθάκη. Εκείνος όμως,
βυθισμένος στον καημό του, να δει καπνό της πατρικής του γης ψηλά
να ανηφορίζει, απελπισμένος εύχεται τον θάνατο. Εσένα ωστόσο,
Δία ολύμπιε, ως πότε αλύγιστη θα μείνει η βουλή σου; Ο Οδυσσέας
δεν ήταν που θυσίες σού πρόσφερε στην ευρύχωρη Τροία,
πλάι στ' αργίτικα καράβια;
Πώς και γιατί τόσος θυμός γι' αυτόν, ω Δία;»
Της αντιμίλησε ευθύς ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει:
«Κόρη μου εσύ, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου ανεμπόδιστος!
Πώς θα μπορούσα εγώ να λησμονήσω τον θεϊκό Οδυσσέα,
που ξεχωρίζει η γνώση του απ' τους υπόλοιπους θνητούς,
και στις θυσίες όλους τους άλλους τούς ξεπέρασε, όσες προσφέρονται
Θεών αγορά
στους αθανάτους που κατέχουν τον πλατύ ουρανό;
Όχι εγώ, ο Ποσειδών, της γης κυρίαρχος, αυτός οργίστηκε εναντίον του
και στον θυμό του επιμένει για τον Κύκλωπα, γιατί του τύφλωσε
εκείνος το μοναδικό του μάτι.
Για τον ισόθεο μιλώ Πολύφημο, που η δύναμή του επιβάλλεται μεγάλη
σ' όλους τους Κύκλωπες· τον γέννησε η Θόωσα, του Φόρκη η νεραϊδένια
κόρη, δαίμονα της ατρύγητης θαλάσσης, που την κοιμήθηκε
ο Ποσειδών σε θολωτές σπηλιές.
Γι' αυτόν λοιπόν ο κοσμοσείστης Ποσειδών, τον Οδυσσέα,
αν δεν τον εξαφάνισε, περιπλανώμενο τον θέλει
από την πατρική του γη μακριά.
Τώρα ωστόσο όλοι εμείς είναι καιρός τον νόστο του να στοχαστούμε,
το πώς θα επιστρέψει. Τότε κι ο Ποσειδών θα σταματήσει την οργή του·
δεν γίνεται να αντιταχθεί στους άλλους αθανάτους,
παρά τη θέληση όλων των θεών, μόνος εκείνος να αντιμάχεται.»
Τα μάτια λάμποντας, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Πατέρα μας Κρονίδη, των δυνατών ο παντοδύναμος,
αν, όπως λες, συγκλίνει πράγματι των μακαρίων η γνώμη, να επιστρέψει
στο δικό του σπίτι ο Οδυσσεύς, με τόση γνώση που κατέχει,
ας στείλουμε αμέσως τον Ερμή, ψυχοπομπό κι αργοφονιά,
στης Ωγυγίας το νησί με δίχως καθυστέρηση να βρει την καλλιπλόκαμη
νεράιδα και να της πει την απαράβατη εντολή μας,
τον νόστο του καρτερικού Οδυσσέα, πως πρέπει να επιστρέψει.
Όσο για μένα, κατεβαίνω τώρα στην Ιθάκη, τον γιο του
να ερεθίσω, τόλμη θα βάλω στην καρδιά του, να συγκαλέσει σε συνέλευση
τους Αχαιούς, που τρέφουν πλούσια κόμη·
να απαγορεύσει τους μνηστήρες όλους, όσοι κοπαδιαστά του σφάζουν
πρόβατα και βόδια, με κέρατα στριφτά, πόδια λοξά στο βάδισμα.
Κι ακόμη στη Σπάρτη θα τον στείλω και στις μεγάλες αμμουδιές
της Πύλου, να μάθει, αν κάπου ακούσει, τον νόστο του πατέρα του—
έτσι θα κατακτήσει φήμη στους ανθρώπους, που λαμπρή θα μείνει.»
Είπε κι ευθύς δένει στα πόδια της τα ωραία σαντάλια,
θεσπέσια και χρυσά, εκείνα που την ταξιδεύουν στη θάλασσα
και στην απέραντη στεριά ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου.
Ύστερα στο χέρι κράτησε άλκιμο κοντάρι, ακονισμένο με χαλκό,
βαρύ, θεόρατο και στιβαρό· μ αυτό η κόρη του πανίσχυρου Διός
δαμάζει των γενναίων πολεμιστών τις τάξεις που της ξανάψαν τον θυμό.
Χύθηκε τότε, ακροπατώντας τις κορφές του Ολύμπου,
και βρέθηκε μεμιάς στον δήμο της Ιθάκης, να στέκει
στην εξώθυρα του Οδυσσέα, πατώντας το κατώφλι της αυλής του.
Με το χαλκό κοντάρι της στο χέρι, επήρε τη μορφή ενός ξένου·
κι ολόιδια με τον Μέντη, άρχοντα των Ταφίων, έπεσε πάνω στους αγέρωχους
μνηστήρες· που εκεί, μπροστά στις πύλες του σπιτιού, έβρισκαν
ευχαρίστηση παίζοντας τους πεσσούς, σε τομάρια βοδιών καθισμένοι,
που τα σφάξαν οι ίδιοι.
Κήρυκες και παιδόπουλα πρόθυμα τους υπηρετούσαν:
άλλοι να σμίγουν σε κρατήρες με νερό κρασί, άλλοι να πλένουν
τα τραπέζια με σφουγγάρια τρυπητά και να τα στήνουν,
κάποιοι να κομματιάζουν άφθονα τα κρέατα.
Πρώτος απ' όλους ο Τηλέμαχος την είδε, ωραίος σαν θεός·
ήταν με τους μνηστήρες καθισμένος, κι όμως ταξίδευε ο νους του πικραμένος.
Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του τον πατέρα του ένδοξο:
αν ξαφνικά γύριζε πίσω· αν τους μνηστήρες πετούσε έξω απ' το παλάτι·
αν έπαιρνε ο ίδιος πάλι την αρχή στα χέρια του, και μέσα στα αγαθά του
βασίλευε σαν πρώτα...
Το όραμα αυτό ανέβαινε στον νου του, πλάι στους μνηστήρες—
κι είδε την Αθηνά. Ευθύς προς την αυλόθυρα έτρεξε, γιατί
τον έπιασε η ντροπή, να στέκει τόσην ώρα στην πόρτα του ένας ξένος.
Κοντά της στάθηκε, της έσφιξε το χέρι το δεξί, με τ' άλλο
πήρε το χάλκινο κοντάρι της, ύστερα την προσφώνησε μιλώντας,
και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε κι αφού το δείπνο μας
χορτάσεις, τότε μας λες τον λόγο της επίσκεψής σου.»
Είπε και τράβηξε μπροστά· η Αθηνά Παλλάδα, λάμποντας τα μάτια,
ακολουθούσε, κι οι δυο τους μπήκαν στο μεγάλο δώμα.
Το δόρυ της μετέφερε, για να το στήσει σε ψηλή κολόνα,
το 'βαλε μέσα στην καλοξυσμένη θήκη, όπου και τ' άλλα δόρατα
περίμεναν, άνεργα και πολλά, του καρτερόψυχου Οδυσσέα.
Ύστερα την οδήγησε σε θρόνο να καθήσει, λεπτουργημένο κι όμορφο,
πάνω του απλώνοντας ύφασμα μαλακό, και στήριγμα στα πόδια της
έσυρε το σκαμνί.
Έφερε πλάι της και το δικό του σκαλισμένο κάθισμα,
παράμερα από τους μνηστήρες, μήπως κι ο ξένος, με τους ξιπασμένους,
χάσει το κέφι του και δεν χαρεί το φαγητό·
ήθελε εξάλλου να ρωτήσει και για τον πατέρα του,
που χρόνια τώρα έλειπε στα ξένα.
Τότε μια παρακόρη έφερε νερό, με τ' όμορφο χρυσό λαγήνι,
τα χέρια τους να πλύνουν, κι έχυνε το νερό από ψηλά
σ' ένα αργυρό λεβέτι· μετά τους έσυρε μπροστά γυαλιστερό τραπέζι,
ενώ η σεβαστή κελάρισσα είχε την έγνοια να τους φέρει ψωμί
κι άφθονο φαγητό, ό,τι καλό τής βρέθηκε, να τους ευχαριστήσει.
Στα χέρια του σηκώνοντας ο τραπεζάρχης δίσκους με κρέατα
κάθε λογής, τους τα παρέθεσε, στο πλάι ακούμπησε κούπες χρυσές,
και κάθε τόσο ο κήρυκας περνούσε, γεμίζοντας κρασί τα κύπελλά τους.
Σε λίγο αγέρωχοι οι μνηστήρες μπήκαν κι αυτοί στην αίθουσα,
πήραν με τη σειρά τους θέση σε θρόνους κι αναπαυτικά καθίσματα.
Τότε τους έχυναν νερό στα χέρια τους οι κήρυκες,
δούλες γεμίζαν με ψωμί πλεχτά πανέρια,
έφηβοι τους κρατήρες με πιοτό ξεχείλιζαν,
κι αυτοί τα χέρια τους απλώνουν στο έτοιμο τραπέζι.
Και μόνο όταν κόρεσαν τον πόθο τους με το φαΐ και το πιοτό,
τραβούσε άλλα πια η ψυχή τους: τραγούδι, μουσική, χορό—
συμπλήρωμα απαραίτητο σ' ένα καλό τραπέζι.
Τότε κι ο κήρυκας φέρνει και δίνει την πανέμορφη κιθάρα
στου Φήμιου τα χέρια, που τραγουδούσε στους μνηστήρες από ανάγκη·
έκρουσε ωστόσο τις χορδές, ψάχνοντας τον σκοπό για ωραίο τραγούδι.
Την ίδια ώρα ο Τηλέμαχος γύρισε να μιλήσει στη γλαυκόματη Αθηνά,
γέρνοντας το κεφάλι προς το μέρος της, να μην τον πάρουν είδηση οι άλλοι:
«Καλέ μου ξένε, θα με παρεξηγήσεις αν γυμνή τη σκέψη μου σου πω;
Το μέλημά τους, ξένε, είναι αυτά που βλέπεις: κιθάρα και τραγούδι,
εύκολο μέλημα, αφού ατιμώρητοι ρημάζουν ξένα αγαθά·
ενός που τα λευκά του οστά, κάπου αφημένα στη στεριά,
τα σάπισε η νεροποντή, ή και το κύμα τα παρασύρει του πελάγου.
Αν όμως στην Ιθάκη γύριζε εκείνος, αν μπρος στα μάτια τους τον έβλεπαν
όλοι τους λέω πως θα ύψωναν ευχή, πόδια να είχαν ελαφρότερα,
παρά να τους βαραίνει ο πλούτος με μαλάματα και ρούχα.
Μα τώρα αυτός αφανισμένος, όπως αφανίστηκε, με θάνατο άσχημο,
δεν άφησε σ' εμάς καμιά παρηγοριά κι ελπίδα, αν κάποιος από τους
θνητούς στη γη που κατοικούμε ισχυριστεί πως θα γυρίσει·
του γυρισμού του η μέρα χάθηκε και πάει.
Όμως εσύ αποκρίσου σ' ό,τι κι αν σε ρωτήσω, καθαρά και ξάστερα:
ποιος είσαι κι από πού; πού βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;
με ποιο καράβι εδώ μας ήλθες; γιατί οι θαλασσινοί σ' οδήγησαν
ως την Ιθάκη; ποιες ήταν οι συστάσεις τους; Λέω πως δεν έφτασες
εδώ πεζός. Απάντησε όμως και σ' αυτό το ερώτημα, δίχως περιστροφές
παρακαλώ· θέλω να μάθω αν έρχεσαι πρώτη φορά στα μέρη μας,
ή μήπως είσαι φίλος πατρικός.
Γιατί κι άλλους πολλούς αυτό το σπίτι καλωσόρισε,
αφού κι εκείνος ήταν κοσμογυρισμένος.»
Ανταποκρίθηκε, τα μάτια λάμποντας, αμέσως η θεά Αθηνά:
«Πρόθυμα κι ακριβώς, όσα ζητάς να μάθεις, θα σου πω:
Μέντης το όνομά μου, γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου,
ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ*
εδώ μ' ένα καράβι και συντρόφους έφτασα, έτοιμος
να ανοιχτώ στο μπλάβο πέλαγος, πηγαίνοντας σ' αλλόγλωσσους
ανθρώπους, στην Τεμέσα· γυρεύω ν' ανταλλάξω σίδηρο γυαλιστερό
που φέρνω, με χαλκό· κι όσο για το καράβι μου, με περιμένει
κάπου εκεί στα χτήματα, έξω απ' την πόλη, στο λιμάνι Ρείθρο,
κάτω απ* το δασωμένο Νήιο.
Ναι, καμαρώνουμε πως είμαστε αμοιβαίοι φίλοι, γονικοί κι ανέκαθεν—
πήγαινε, αν θέλεις, να ρωτήσεις τον αντρείο Λαέρτη, γέροντα πια,
που τώρα ακούω δεν κυκλοφορεί σαν άλλοτε στην πόλη·
αποτραβήχτηκε στα χτήματα, βαρύς από τα βάσανα
και μόνος, με μια γερόντισσα που τον υπηρετεί· αυτή στο πλάι του
αφήνει φαγητό και το κρασί, όταν ο κάματος του παραλύει τα μέλη—
όλη τη μέρα, λένε, σέρνεται σ' εκείνην την πλαγιά με τα πολλά τ' αμπέλια.
Και να 'με τώρα· η φήμη μ' έφερε
πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη—
φαίνεται όμως οι θεοί τού φράζουνε τον δρόμο ακόμη.
Ωστόσο ο θείος Οδυσσέας δεν πέθανε, και δεν τον σκέπασε
της γης το χώμα· είναι, πιστεύω, ζωντανός, κι ας εμποδίζεται
στη μέση του ανοιχτού πελάγους, όπου και τον κρατούν,
σ' ένα νησί περίβρεχτο, άνθρωποι απολίτιστοι και βάναυσοι·
αυτοί, χωρίς τη θέλησή του, τον δεσμεύουν.
Άκουσε όμως τώρα τη μαντεία μου, όπως μέσα στον νου μου
την ξυπνούν οι αθάνατοι κι όπως νομίζω πως θα γίνει—
δεν ισχυρίζομαι πως είμαι μάντης, μήτε και καλοξέρω να εξηγήσω
τα σημάδια των πουλιών, κι όμως:
πολύν καιρό ακόμη δεν θα μείνει εκείνος μακριά από την πατρίδα του·
έστω κι αν τον κρατούν στα σίδερα,
θα βρει τον τρόπο να γυρίσει, αυτός που είναι πολυμήχανος.
Μα τώρα απάντησε στο ερώτημά μου και μίλησέ μου ειλικρινά:
αν, ένα τέτοιο παλληκάρι, είσαι του Οδυσσέα, ο δικός του γιος·
απίστευτο πώς μοιάζεις στο πρόσωπο και στα όμορφά σου μάτια
εκείνου—βλεπόμαστε συχνά και μεταξύ μας ανταμώναμε,
προτού κινήσει να ανεβεί στην Τροία, όπου κι οι άλλοι
Αργείοι, οι γενναιότεροι, πήγαν με τα βαθιά τους πλοία.
Μετά χαθήκαμε· δεν είδα πια τον Οδυσσέα εγώ, μήτε κι αυτός εμένα.»
Της αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και γνώση:
«Δεν θα σου κρύψω, ξένε, τίποτε, τη σκέψη μου θα φανερώσω·
η μάνα μου ισχυρίζεται πως είμαι γέννημα δικό του, όμως
εγώ δεν ξέρω· ποιος τάχα ως τώρα μόνος του αναγνώρισε
εκείνον που τον έσπειρε;
Άμποτε να 'μουν ενός άλλου ο γιος, καλόμοιρου,
που τα γεράματα τον βρίσκουν μέσα στ' αγαθά του·
τώρα φαντάσου, ο πιο δυστυχισμένος που γεννήθηκε σ' αυτόν τον κόσμο,
αυτός μου λένε πως με γέννησε—η ερώτησή σου με προκάλεσε
κι έδωσα την απόκρισή μου.»
Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, ανταποκρίθηκε:
«Όχι, δεν το νομίζω πως οι θεοί έχουν ορίσει τη γενιά σου
ανώνυμη στο μέλλον, αφού σε γέννησε τέτοιον που είσαι η Πηνελόπη.
Και τώρα κάτι άλλο πες μου, ειλικρινά·
τι γλέντι είναι αυτό; τι σόι συνάθροιση; ποια η δική σου
υποχρέωση; καμιά γιορτή; ή μήπως γάμος; Πάντως δεν πρόκειται για γεύμα
εταιρικό· γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι,
έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε ασφαλώς,
τα τόσα αίσχη βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν,
φτάνει να ήταν συνετός.»
Της αποκρίθηκε ο Τηλέμαχος, φρόνιμος πάντα και με γνώση:
«Αφού τέτοια ερωτήματα μου θέτεις, γυρεύοντας εξήγηση—
ήταν ένας καιρός που αυτό το σπίτι είχε την τύχη του στα πλούτη,
στις τιμές, όσο εκείνος κατοικούσε αυτή τη χώρα.
Αλλά βουλήθηκαν αλλιώς κάποιοι θεοί, βάζοντας το κακό στον νου τους,
και τώρα εκείνον άφαντον τον έκαναν, παρά κανέναν άλλον.
Αν έβρισκε τον θάνατο, δεν θα 'ταν ο καημός μου τόσος,
αν είχε σκοτωθεί στην Τροία εκεί, με τους συντρόφους του στο πλάι,
ή, με το τέλος του πολέμου, ξεψυχούσε στων δικών τα χέρια·
τότε οι Παναχαιοί θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας,
και για κληρονομιά στον γιο του θ' άφηνε μεγάλη δόξα.
Μα να που τώρα ανήκουστον τον έχουν αναρπάξει οι Αρπυιες,
κι εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς,
αφήνοντας σ' εμένα οδυρμούς κι οδύνες.
Αλλά δεν κλαίω, δεν στενάζω εκείνον μόνο,
αφού μου δώσαν οι θεοί πρόσθετα και μεγάλα βάρη:
όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν, οι πρώτοι
στο Δουλίχιο, στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο,
κι άλλοι, ρηγόπουλα στον βράχο της Ιθάκης,
όλοι τους έγιναν της μάνας μου μνηστήρες και μας μαδούν το σπιτικό·
εκείνη μήτε τον φριχτό τους γάμο αρνείται, μήτε και βρίσκει δύναμη
να δώσει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ οι μνηστήρες
αρπάζουν και ρημάζουν τα αγαθά μου—σε λίγο
θα κατασπαράξουνε κι εμένα.»
Του αντιμίλησε με πάθος η Αθηνά Παλλάδα:
«Αλίμονο κι αλήθεια, μακριά σου χρόνια ατέλειωτα, πόσο
ο Οδυσσέας σού λείπει! Που θα μπορούσε, τιμωρός, το χέρι
να σηκώσει στους αναίσχυντους μνηστήρες.
Γιατί, αν τώρα ερχόταν και στην εξώθυρα του παλατιού στεκόταν,
με περικεφαλαία, την ασπίδα και τα δυο του δόρατα,
ίδιος στην όψη, σαν την πρώτη εκείνη μέρα που τον είδα εγώ
στο σπίτι μας, να πίνει και να ευφραίνεται.
Μόλις ανέβαινε από την Εφύρη, γυρίζοντας από τον γιο του Μέρμερου,
τον Ίλο—ταξίδεψε κι εκεί με το γοργό καράβι του,
φαρμάκια ο Οδυσσέας ζητώντας φονικά, να τα 'χει χρίσμα
για τα χάλκινά του βέλη· εκείνος όμως του τα αρνήθηκε,
από τον φόβο των αθάνατων θεών, ενώ ο δικός μου ο πατέρας
του τα πρόσφερε, τόσο πολύ τον αγαπούσε.
Αν με την ίδια όψη ο Οδυσσέας έπεφτε στους μνηστήρες,
ο θάνατός τους λέω δεν θ' αργούσε, πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε.
Όμως αυτά, όπως και να ναι, οι θεοί τ' αποφασίζουν,
αν πίσω εκείνος θα γυρίσει εκδικητής, ή μήπως κι όχι,
στο παλάτι του. Εσένα τώρα συμβουλεύω να σκεφτείς,
να βρεις τον τρόπο, και να διώξεις απ' το σπίτι τους μνηστήρες.
Άκου λοιπόν τι θα σου πω, και βάλε το καλά στον νου σου:
αύριο κιόλας, καλώντας σε συνέλευση τους τίμιους Αχαιούς,
& όλους μπροστά εξηγήσου, κι ας είναι μάρτυρές σου οι θεοί·
δώσε διαταγή για τους μνηστήρες, πως πρέπει
να ξεκουμπιστούν, να παν στα σπίτια τους· ύστερα η μάνα σου,
αν η καρδιά της φλέγεται για νέο γάμο, πίσω ας γυρίσει
στο παλάτι του πατέρα της, αυτός έχει και δύναμη και πλούτη·
εκεί ας της ταιριάξουνε τον γάμο, και να της ετοιμάσουνε
γενναία προικιά, όσα στη θυγατέρα τους αρμόζουν, να τη συνοδεύσουν.
Για σένα πάλι, έχω άλλη συμβουλή, φρόνιμη αν ο' αυτή υπακούσεις:
καράβι σήκωσε, το πιο γερό, μ' είκοσι κωπηλάτες,
και πήγαινε να μάθεις νέα του πατέρα σου, αν κάποιος
άνθρωπος θνητός κάτι θα έχει να σου πει· μπορεί
και του Διός ν' ακούσεις την προφητική φωνή—μεγάλη δόξα
φέρνει στους ανθρώπους.
Πρώτα να πας στην Πύλο, ρωτώντας τον σεβάσμιο Νέστορα,
ύστερα συνεχίζεις για τη Σπάρτη, να δεις και τον ξανθό Μενέλαο,
που τελευταίος γύρισε από τους άλλους Αχαιούς, όσοι φορούσαν τότε
χάλκινα πουκάμισα.
Εκεί ανίσως τον νόστο ακούσεις του πατέρα σου, πως ζει,
μ' όλη την παιδωμή σου, κάνε υπομονή γι' αυτόν τον χρόνο·
αν μάθεις όμως πως τον βρήκε ο θάνατος κι έσβησε η ζωή του,
τότε γυρίζεις πίσω στη γλυκιά πατρίδα,
υψώνεις επιτάφιο σήμα, τιμώντας τον νεκρό και με κτερίσματα
πολλά, όσα του πρέπουν—ύστερα δώσε και τη μάνα σου
σε κάποιον άλλον άντρα.
Κι όταν τελειώσεις μ' όλα αυτά και γίνουν πράξη,
τότε με νου και σκέψη συλλογίσου, τρόπο να βρεις,
μες στο παλάτι, να σκοτώσεις τους μνηστήρες, με δόλο
ή κι αναφανδόν δεν πρέπει αλήθεια σαν μωρό παιδί να φέρεσαι,
αφού δεν είσαι πια κανένα παιδαρέλι.
Ή μήπως και δεν άκουσες πόσο μεγάλη δόξα, πανανθρώπινη,
κατέκτησε ο θείος Ορέστης, αφότου σκότωσε τον πατροκτόνο του,
τον δόλιο Αίγισθο, εκείνον τον φονιά του ξακουστού πατέρα του.
Έτσι, καλέ μου, σε βλέπω ωραίο κι αψηλό·
δείξου κι εσύ πως είσαι παλληκάρι, να σε δοξάσουν οι μελλούμενες γενιές.
Όσο για μένα, αρμόζει να κατηφορίσω στο γοργό καράβι μου
και στους συντρόφους—θα αδημονούν μες στη μεγάλη αναμονή τους.
Δικό σου μέλημα τα υπόλοιπα,
θυμήσου και να σκέφτεσαι τις συμβουλές μου.»
Πάλι της αποκρίθηκεν ο τόσο γνωστικός Τηλέμαχος:
«Ξένε, το ξέρω πως αυτά τα λόγια σου μ' αγάπη τα προφέρεις,
όπως πατέρας στο παιδί του—υπόσχομαι να μην τα λησμονήσω.
Αλλά παρακαλώ σε τώρα, λίγο καθυστέρησε, κι ας είναι βιαστικός
ο δρόμος σου· για να λουστείς, κι ύστερα ευφρόσυνος
με δώρο στο καράβι να κατέβεις, που να το χαίρεται η ψυχή σου,
πάγκαλο και πολύτιμο, για να σου μείνει από μένα θυμητάρι σταθερό,
καθώς οι ξένοι που γνωρίζονται με φίλους ανταλλάσσουν.»
Αμέσως η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, του απάντησε:
«Μην προσπαθείς να με κρατήσεις κι άλλο, τώρα που ο δρόμος
με καλεί· το δώρο σου όμως, όποιο η καρδιά σου
επιθυμεί να μου χαρίσεις, μου το προσφέρεις την επόμενη φορά
που θ' ανεβώ στο σπίτι σου—διάλεξε να ναι το καλύτερο,
έτσι κι εσύ θα πάρεις άξιο αντιχάρισμα.»
Μίλησε, κι όπως τέλειωσε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, εχάθη:
σαν το πουλί πετώντας, ξέφυγε από το άνοιγμα της στέγης·
εκείνου όμως την ψυχή την ενδυνάμωσε με θάρρος, ενίσχυσε και στέριωσε
τη μνήμη του πατέρα του, για να τον έχει συνεχώς στον νου του.
Αυτός καταλαβαίνοντας, έλαμψε ο νους του,
τον συνεπή ρε θάμβος, ένιωσε πως θεός ήταν ο ξένος,
κι αυτόματα κινήθηκε προς τους μνηστήρες, ισόθεος άντρας.
Τους τραγουδούσε ο φημισμένος αοιδός, κι εκείνοι
καθισμένοι τον ακούν με τη σιωπή τους· των Αχαιών τον νόστο
τραγουδούσε, πικρόν όπως τον όρισε τον γυρισμό τους απ' την Τροία
η Αθηνά Παλλάδα. Τότε
από το υπερώο ψηλά συνάκουσε το θείο τραγούδι, και την άγγιξε,
του Ικαρίου η κόρη, η Πηνελόπη, σκεφτική και φρόνιμη·
από τον θάλαμό της κατεβαίνει την ψηλή του σκάλα·
δεν ήταν μόνη, τη συνόδευαν οι δυο της βάγιες.
Κι όταν κοντά με τους μνηστήρες βρέθηκε, η θεία γυναίκα,
στήθηκε στην κολόνα εκείνη που κρατεί στερεή τη στέγη,
τη λαμπερή μαντίλα της τραβώντας γύρω στα μάγουλά της.
Κι ενώ πιστές οι ακόλουθες, δεξιά κι αριστερά, της παραστέκουν,
εκείνη δακρυσμένη μίλησε στον θεϊκό αοιδό:
«Φήμιε, το ξέρεις πως μπορείς να θέλγεις τους θνητούς
και μ άλλα κατορθώματα μεγάλα, ανθρώπων και θεών,
των αοιδών τα γνώριμα τραγούδια·
ένα απ* αυτά παρακαθή μένος τραγούδησε, κι αυτοί ας πίνουν το κρασί τους
σιωπηλοί· ετούτο μόνο το τραγούδι μην το συνεχίσεις,
θλιβερό κι αβάστακτο· σπαράζει την καρδιά μου
μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
η μορφή του αντρός μου, με δόξα απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα
και μέσα στο Άργος.»
Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:
«Μητέρα μου, πώς θέλεις ν' αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό
χαρά να δίνει μ' ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι
οι αοιδοί· ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους
ανθρώπους ό,τι θελήσει εκείνος στον καθένα.
Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ αυτόν να πέφτει,
που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών. Ξέρεις,
οι άνθρωποι τιμούν και προτιμούν εκείνο το τραγούδι
που τους φαντάζει, ακούγοντας, το τελευταίο.
Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τ' ακούσεις·
δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία
από του νόστου του τη μέρα· κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες,
χάθηκαν και πάνε.
Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου έργα απασχολήσου,
τον αργαλειό, τη ρόκα· δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν
με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του αντρός, του καθενός,
και περισσότερο δικό μου· σ' αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης.»
Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της,
κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της.
Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί,
έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά,
τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της,
σταλάζοντας ύπνο γλυκό.
Την ίδιαν ώρα οι μνηστήρες, στον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας,
σήκωσαν ταραχή: όλοι τους κι ολοφάνερα κάνουν ευχή, μαζί της θέλουν
να πλαγιάσουν στο κρεβάτι.
Τότε λοιπόν τον λόγο πήρε πρώτος ο συνετός Τηλέμαχος:
«Μνηστήρες της μητέρας μου, που σας κατέχει υπεροψία και μέθη,
προς το παρόν, στου δείπνου την απόλαυση ας δοθούμε, αλλά χωρίς
φωνές· αλήθεια βρίσκω τόσο ωραίο να ακούει κανείς τον αοιδό μας,
τέτοιος που είναι, θα 'λεγες η φωνή του μοιάζει με θεού.
Με το ξημέρωμα όμως καλώ τους πάντες να βρεθούμε
στην αγορά για τη συνέλευση, όπου σκοπεύω να σας πω την απαγόρευση μου
απερίφραστα: έξω από το παλάτι πια· αλλού να ψάξετε
έτοιμα τραπέζια· και στο εξής να σπαταλάτε δικά σας αγαθά,
τα σπίτια μεταξύ σας συναλλάζοντας.
Ανίσως όμως και νομίζετε πως είναι συμφερότερο και πιο γενναίο,
τα πλούτη ενός ανθρώπου να εξανεμίζονται έτσι ατιμώρητα,
φάτε λοιπόν κι αρπάξτε· τότε κι εγώ θα υψώσω στους αθάνατους φωνή,
άμποτε ο Δίας στην παρανομία αυτή να δώσει εκδίκηση·
τότε, ως τώρα ατιμώρητοι, μέσα στο σπίτι, εδώ, θα βρείτε τον χαμό.»
Έτσι ωμά τους μίλησε· κι εκείνοι, τα χείλη τους δαγκώνοντας,
έμειναν ώρα να θαυμάζουν όλοι τους τον Τηλέμαχο, το θάρρος της αγόρευσής του.
Μετά του αντιμίλησε ο Αντίνοος, γιος του Ευπείθη:
«Φαίνεται πως, Τηλέμαχε, καλά σε δασκαλεύουν οι θεοί αυτούσιοι,
κι έγινες επηρμένος, με τόσο θράσος που αγορεύεις.
Μόνο μη δώσει ο Δίας και, στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη,
βρεθείς εσύ ο κληρονόμος βασιλιάς μας, από το γένος του πατέρα σου.»
Αμέσως τότε κι ο Τηλέμαχος, με τη δική του γνώση, ανταποκρίθηκε:
«Αντίνοε, έστω κι αν με φθονήσεις, τον λόγο μου εγώ θα πω:
θα το δεχόμουν, αν ο Δίας το χάριζε, αξίωμα βασιλικό.
Φαντάζομαι να συμφωνείς ότι η τιμή του στους ανθρώπους δεν είναι
ευκαταφρόνητη· και δεν νομίζεται κακό να βασιλεύεις·
σπίτι γεμάτο πλούτη, κι οι μεγαλύτερες τιμές δικές σου.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί Αχαιοί να βασιλεύσουν,
νέοι και γέροι, στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη·
ένας τους θα μπορούσε να αναλάβει το βασιλικό αξίωμα,
αφού ο θείος Οδυσσεύς είναι νεκρός.
Όσο για μένα, το αξιώνω, ο ίδιος να 'μαι ο κύριος του σπιτιού μου,
εγώ να κυβερνώ τους υπηρέτες—τη λεία που κέρδισε
ο ξακουστός πατέρας μου.»
Τότε στη μέση μπήκε ο γιος του Πολύβου, ο Ευρύμαχος:
«Τηλέμαχε, αυτά εναπόκεινται στην κρίση των θεών,
ποιος από τους Αχαιούς θα βασιλεύσει στη θαλασσοφίλητη Ιθάκη.
Τα χτήματά σου είναι βέβαια δικά σου, στο σπίτι σου εσύ 'σαι ο αφέντης.
Και να μη σώσει κάποιος, όποιος, χωρίς την άδειά σου,
το βιος σου με τη βία ν' αρπάξει, όσο η Ιθάκη
κατοικείται από ανθρώπους.
Αλλά, ωραίε και γενναίε εσύ, θέλω να σε ρωτήσω για τον ξένο:
ποιος είναι κι από πού; για ποια, δική του χώρα καμαρώνει;
ποια η γενιά του κι η πατρίδα του; ποιο χώμα τον ανάστησε;
Ή μήπως φέρνει κάποιο νέο για τον πατέρα σου;
Εκτός κι αν ήλθε για δικό του όφελος, από δική του ανάγκη.
Παράξενο που τόσο απότομα πετάχτηκε να φύγει· καν δεν περίμενε
να γνωριστούμε. Πάντως στην όψη του δεν έδειχνε τίποτε ταπεινό.»
Με σύνεση και γνώση του αντιμίλησε ο Τηλέμαχος:
«Ευρύμαχε, για μένα ο νόστος του πατέρα μου είναι χαμένη υπόθεση·
δεν εμπιστεύομαι λοιπόν κανένα μήνυμα, αν από κάπου φτάσει,
μήτε και λογαριάζω τους χρησμούς, αν κάποιον μάντη η μάνα μου
φωνάξει στο παλάτι και μ' αγωνία τον ρωτά.
Όσο γι' αυτόν τον ξένο, φίλος μας είναι πατρικός» από την Τάφο·
Μέντης το όνομά του και καυχιέται πως είναι ο γιος του εμπειροπόλεμου
Αγχιάλου· ο ίδιος τώρα τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνά.»
Ήταν αυτή η τελευταία του λέξη, κι ας είχε αναγνωρίσει την αθάνατη θεά.
Στο μεταξύ οι μνηστήρες παραδόθηκαν στο γλέντι·
με τον χορό ευφραίνονταν και το παθητικό τραγούδι,
πότε θα πέσει το σκοτάδι περιμένοντας.
Και μέσα στην ξεφάντωση πέφτει το βράδυ σκοτεινό και μαύρο·
τότε σηκώθηκαν να κοιμηθούν, καθένας τράβηξε στο σπίτι του.
Με τη σειρά του κι ο Τηλέμαχος—μια κάμαρη ψηλή,
για χάρη του χτισμένη, έβλεπε στην αυλή, πανέμορφη
κι ολόγυρα προφυλαγμένη.
Πήγε λοιπόν εκεί να κοιμηθεί, αλλά ο νους του γύριζε από τις σκέψεις
τις πολλές. Κοντά του βάδιζε, δαδιά κρατώντας αναμμένα, υπόδειγμα
αφοσίωσης, η Ευρύκλεια, του Ώπα η θυγατέρα,
κι αυτός γιος του Πεισήνορα.
Παλιά την εξαγόρασε ο Λαέρτης, κι έγινε από τότε κτήμα του·
ήταν ακόμη κοπελίτσα και την αντάλλαξε μ' είκοσι βόδια,
την τίμησε όμως μέσα στο παλάτι, ισάξια με τη νόμιμη γυναίκα του,
αλλά μαζί της δεν επλάγιασε, γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει
την οργή της άλλης.
Αυτή λοιπόν, δαδιά κρατώντας αναμμένα, τον συνόδευε—τόσο πολύ
τον αγαπούσε, όσο καμιά από τις άλλες δούλες, γιατί τον είχε
αναθρέψει από μωρό.
Ανοιξε τότε αυτός τα δυο θυρόφυλλα της κάμαρης, καλοχτισμένης
και γερής, ακούμπησε στην κλίνη του κι έβγαλε από πάνω του
τον μαλακό χιτώνα· αμέσως τον παρέδωσε στα χέρια της στοχαστικής
γερόντισσας, κι εκείνη τον δίπλωσε καλά, να μην τσακίσει,
τέλος τον κρέμασε στον πάσσαλο, στο πλάι της κλίνης
με τις τορνευτές οπές.
Ύστερα βγήκε από την κάμαρη, την πόρτα τράβηξε από την ασημένια της
λαβή και κλείδωσε, σέρνοντας από το λουρί τον σύρτη.
Εκεί εκείνος, όλη τη νύχτα ξάγρυπνος και σκεπασμένος με φλοκάτη,
τον δρόμο μελετούσε μέσα του, όπως τον όρισε η θεά Αθηνά.
Τελευταία επεξεργασία απο Γραφικός την Ιούλιος 18th, 2017, 1:23 pm, επεξεργάστηκε 1 φορές συνολικά.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Ιθακήσιων εκκλησία και Τηλεμάχου αποδημία

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 18th, 2017, 2:22 am

β
Ιθακήσιων εκκλησία και Τηλεμάχου αποδημία
ΜΟΛΙΣ, χαράζοντας τη μέρα, ρόδισε η Αυγή τον ουρανό,
από την κλίνη του πετάχτηκε του Οδυσσέα ο ακριβός του γιος.
Το ρούχο του φορώντας, κρέμασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια, και
βγήκε προχωρώντας απ' την κάμαρη, ωραίος σαν θεός.
Κάλεσε ευθύς τους κήρυκες και τους παράγγειλε να συγκαλέσουν,
με τη λαγαρή φωνή τους, συνέλευση των Αχαιών,
που τρέφουν πλούσια κόμη.
Εκείνοι εκήρυξαν την εντολή, κι άρχισε να μαζεύεται το πλήθος με σπουδή.
Όταν συναθροιστήκαν όλοι τους, συγκεντρωμένοι εκεί,
τότε προχώρησε κι αυτός στην αγορά, σφιχτά κρατώντας στην παλάμη του
χάλκινο δόρυ—δεν ήταν μόνος, τον συνόδευαν δυο γρήγορα σκυλιά.
Η Αθηνά ράντισε πάνω του θεσπέσια χάρη,
τόση που ο κόσμος όλος τον κοιτούσε να άρχεται γεμάτος θαυμασμό,
κι όπως εκάθησε στον θρόνο του πατέρα του, έκαναν πίσω οι γέροντες.
Τότε πήρε τον λόγο πρώτος ο σεβαστός Αιγύπτιος,
γέροντας πια σκυφτός, γνωρίζοντας τα μύρια όσα·
απ' τον καημό που εμίσεψε ο ακριβός του γιος,
με τον ισόθεο Οδυσσέα στο Ιλιο, το φημισμένο
για τα όμορφα πουλάρια του, μέσα στα κοίλα πλοία—
Αντιφος τ' όνομά του, ακοντιστής γενναίος. Κι όμως στο μεταξύ
τον εξολόθρευσε στη θολωτή σπηλιά του ο Κύκλωπας,
τον έφαγε στερνό σε απαίσιο δείπνο.
Είχε ο Αιγύπτιος κι άλλους τρεις γιους· ο ένας τους, ο Ευρύνομος,
έμπλεξε με τους μνηστήρες· έμειναν δυο που φρόντιζαν τα πατρικά τους χτήματα.
Τον πρώτον όμως ο πατέρας του δεν τον λησμόνησε ποτέ,
θρηνώντας και στενάζοντας, όπως και τώρα, που τον λόγο πήρε,
βουρκωμένος, να μιλήσει:
«Ακούστε με. Ιθακήσιοι, γιατί έχω κάτι να σας πω:
πάει καιρός που δεν ξανάγινε αγορά· καμιά συνέλευση,
αφότου κίνησε ο Οδυσσέας θείος σε καράβια βαθουλά.
Λοιπόν, ποιος μας συνάθροισε εμάς εδώ; ποιον βρήκε τώρα τόση ανάγκη;
κάποιος νεότερος; ή από εκείνους που τους πήρανε τα χρόνια;
Μήπως κανένα μήνυμα άκουσε, πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησε να μας το φανερώσει, αφού το έμαθε πρώτος εκείνος;
Εκτός κι αν έχει να μας πει αγορεύοντας κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό. Πάντως μου φαίνεται σπουδαίος,
εύχομαι ευλογημένος. Άμποτε ο Δίας να του βγάλει σε καλό
ό,τι βαθιά στον νου του μελετά.»
Μ' αυτά τα λόγια τέλειωσε, αλλά τον έπαινό του χάρηκε του Οδυσσέα ο γιος.
Δεν έμεινε άλλο καθισμένος, τον πήρε ο πόθος να μιλήσει.
Σηκώθηκε λοιπόν στης αγοράς τη μέση· ο κήρυκας Πεισήνωρ,
που πάντα φρόνιμα στοχάζεται, σκήπτρο τού έβαλε στο χέρι,
και τότε εκείνος, πρώτα στον γέροντα μιλώντας, γύρισε κι είπε:
«Γέροντα, δεν είναι ο άνθρωπος που λες μακριά,
θα τον αναγνωρίσεις τώρα μόνος σου·
εγώ συγκάλεσα το πλήθος, αφού εμένα σφάζει ο πόνος.
Όχι, δεν άκουσα κανένα μήνυμα πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησα να σας το φανερώσω, αφού το έμαθα πρώτος εγώ·
μήτε αγορεύοντας έχω να πω κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό.
Δική μου ανάγκη με πιέζει, κακό που πλάκωσε
το σπιτικό μου—διπλό κακό· έχασα πρώτα έναν λαμπρό πατέρα,
που ήταν κάποτε ο βασιλιάς ανάμεσά σας, καλός πατέρας και για σας.
Τώρα το δεύτερο κακό, πολύ χειρότερο, που κινδυνεύει να ρημάξει για καλά
το αρχοντικό μου, όλο το βιος μου να αφανίσει·
στη μάνα μου οι μνηστήρες ρίχνονται, κι ας μην το θέλει εκείνη,
γονέων γιοι που εδώ κυκλοφορούν επιφανέστατοι.
Κι όμως τρομάζουν να παν στο σπίτι του πατέρα της,
του Ικαρίου, που θα μπορούσε να προικίσει αυτός τη θυγατέρα του,
και να τη δώσει σ' όποιον θέλει, αν κάποιος του φανεί καλός και ευπρόσδεκτος.
Το αντίθετο, περνούν όλες τις μέρες στο παλάτι μας,
σφάζοντας βόδια, πρόβατα, γίδες παχιές,
γλεντοκοπώντας και μεθώντας με κρασί σπινθηροβόλο αλόγιστα—
μια ασωτεία μεγάλη που τραβάει σε μάκρος. Γιατί δεν βρίσκεται κανείς,
σαν άλλος Οδυσσεύς, να διώξει από το σπίτι την κατάρα αυτή.
Εμείς δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε, και θα φανούμε αξιολύπητοι,
αφού μας λείπει η πείρα της αλκής.
Ω ναι, θα αντιστεκόμουν, αν είχα τέτοια δύναμη,
γιατί ό,τι γίνεται μου φαίνεται ανυπόφορο, μ' άθλιο τρόπο
καταρρέει το σπιτικό μου. Γι' αυτό λοιπόν αγανακτήσετε κι εσείς,
ντραπείτε τους γειτόνους, όσους τριγύρω κατοικούν
και φοβηθείτε ακόμη τον θεϊκό θυμό, μήπως αλλάξουν γνώμη,
χολωμένοι με τα ανόσια έργα.
Σας ικετεύω, στο όνομα του ολυμπίου Διός και στο όνομα της Θέμης,
που λέει εκείνη πότε στήνονται οι συνελεύσεις των ανθρώπων,
και πότε πρέπει να λυθούν.
Συγκρατηθείτε, φίλοι μου· αφήστε με να τυραννιέμαι μόνος
με το μαύρο πένθος μου. Εκτός κι αν κάποτε
ο πατέρας μου, ο δοξασμένος Οδυσσεύς, κακόγνωμος προξένησε μια βλάβη
στους οπλισμένους Αχαιούς, και τώρα εσείς μ' εκδίκηση τη βλάβη ανταποδίδετε-
εχθροί σ' εμένα, γίνατε σ' αυτούς κακοί τους σύμβουλοι.
Θα 'ταν καλύτερο κατά τη γνώμη μου, αν παίρνατε και εσείς
μέρος στο φαγοπότι, για νά 'ρθει κάποτε κι η πληρωμή.
Γιατί κι εμείς τότε θα αναστατώναμε την πόλη, μιλώντας δεν θα ξεκολλούσαμε
ζητώντας τ' αγαθά μας, προτού όλα πίσω να δοθούν.
Μα τώρα με τη στάση σας φορτώνετε στην έρμη μου ψυχή
πόνους αβάσταχτους.»
Τον λόγο του έκλεισε με οργίλο πάθος, στο χώμα ρίχνοντας
το σκήπτρο, γέμισαν δάκρυα τα μάτια του· όλο το πλήθος τότε
τον συμπόνεσε, οι πάντες έμειναν βουβοί κι αμίλητοι, κανείς δεν πήρε
θάρρος να μιλήσει στον Τηλέμαχο, να τον πικράνει κι άλλο με τα λόγια του.
Μόνος ο Αντίνοος βγήκε μπροστά και του αντιμίλησε:
«Τηλέμαχε μεγαλορρήμονα, ακατάσχετε, τι λόγος που ξεστόμισες
να μας ντροπιάσεις, θέλοντας πάνω μας να ρίξεις τη βαριά μομφή σου!
Όχι, δεν είναι από τους Αχαιούς ένοχοι οι μνηστήρες·
φταίει η καλή σου μάνα, ξύπνια πολύ, παμπόνηρη.
Πέρασαν κιόλας χρόνοι τρεις, σε λίγο πάμε για τον τέταρτο,
αφότου εκείνη ξεγελά κι εξάπτει την όρεξη στων Αχαιών τα στήθη.
Ελπίδες δίνει σ' όλους και στον καθένα χωριστά υποσχέσεις,
στέλνοντας τα μηνύματά της, αλλ' άλλα ο νους της μελετά και θέλει.
Και να ποιον άλλο δόλο το μυαλό της έκλωθε:
στην πάνω κάμαρη έστησε μεγάλον αργαλειό, πήρε να υφαίνει
λεπτό φαντό κι υπέρμετρο, ενώ συγχρόνως μας εφώναξε για ν' αναγγείλει:
"Νέοι κι ωραίοι μνηστήρες, αφού είναι πια νεκρός ο θείος Οδυσσεύς·
κάνετε λίγη υπομονή, μόλο που τρέχετε πίσω απ' τον γάμο μου,
ωσότου τούτο το πανί το αποτελειώσω, για να μην παν
χαμένες οι κλωστές μου.
Το υφαίνω σάβανο του σεβαστού Ααέρτη, στην ώρα που
μαύρη θα πέσει η μοίρα του θανάτου, για να τον καταλύσει η άσπλαχνη.
Να μη βρεθεί στον κόσμο μας κάποια γυναίκα να με ψέξει,
που θα τον άφηνα νεκρό ασαβάνωτο, έναν με τόσα πλούτη στον καιρό του."
Αυτά μας είπε, κι εμείς εμπιστευτήκαμε στα λόγια της
με την περήφανη καρδιά μας.
Τότε λοιπόν αδιάκοπα, την κάθε μέρα, ύφαινε το μεγάλο της φαντό,
όμως το ξήλωνε τη νύχτα πλάι της έχοντας τις δάδες αναμμένες.
Έτσι για τρία χρόνια με τον δόλο της έπεισε και ξεγέλασε
τους Αχαιούς ανύποπτους.
Όταν ωστόσο μπήκε η τέταρτη χρονιά, γυρίζοντας κι οι εποχές,
[τότε κάποια από τις γυναίκες της το μυστικό μαρτύρησε που το 'ξερε καλά·
κι εμείς την πιάσαμε επ' αυτοφώρω να ξηλώνει το φωτεινό φαντό—
οπότε και το τέλεψε, παρά τη θέλησή της, υποχωρώντας στην ανάγκη.
Τώρα λοιπόν ιδού η απόκριση που δίνουν οι μνηστήρες—
να την κρατείς, Τηλέμαχε, κι εσύ στον νου σου,
αλλ* ας τη μάθουν και οι λοιποί Αχαιοί: διώξε τη μάνα σου,
και να της πεις να βρει γαμπρό,
όποιον συστήσει τελικά ο πατέρας της, να της αρέσει ωστόσο και της ίδιας.
Αν όμως επιμένει να βασανίζει κι άλλο τους γιους των Αχαιών,
αν συνεχίσει έτσι να σκέφτεται, όπως η Αθηνά τη στόλισε χωρίς φειδώ-
ν' ασκεί την τέχνη σε περίκαλλα έργα, το ξύπνιο της μυαλό
σε πανουργίες, κάτι που δεν ακούσαμε να το χει ως τώρα άλλη γυναίκα,
μήτε στα χρόνια τα παλιά που ζούσαν καλλιπλόκαμες οι αχαιίδες
Τυρώ και Αλκμήνη, η καλλιστέφανη Μυκήνη—
καμιά απ' αυτές δεν είχε τα νοήματα της Πηνελόπης,
κι όμως σε τούτο το επινόημά της δεν ευτύχησε.
Αοιπόν, τόσον καιρό θα τρώνε κι οι μνηστήρες τ' αγαθά σου και τα πλούτη,
όσο κι εκείνη συντηρεί τη γνώμη που οι θεοί τής έβαλαν
στα στήθη· σίγουρα κερδίζει η ίδια δόξα κι όνομα,
όμως εσένα θα σου λείψουν έτσι τα πολλά καλά σου.
Εμείς πάντως να ξέρεις πως δεν ξαναγυρνούμε στις δουλειές μας μήτε και πάμε
αλλού, προτού κι αυτή να παντρευτεί όποιο Αχαιό διαλέξει.»
Σ' αυτόν ο φρόνιμος Τηλέμαχος ευθύς ανταποκρίθηκε:
«Αντίνοε, δεν γίνεται, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι να τη διώξω
εκείνη που με γέννησε, εκείνη που μ' ανάθρεψε. Όσο για τον πατέρα μου,
κάπου στα ξένα μπορεί να ζει, μπορεί να πέθανε. Κι είναι κακό,
αν τώρα πλήρωνα του Ικαρίου πολλά, για την περίπτωση που θα ξαπόστελνα
τη μάνα μου σ' εκείνον μόνος μου·
γιατί κι απ' τον πατέρα της θα βρω κακή ανταπόδοση, αλλά κι ένας θεός
θα ρίξει πάνω μου διπλό κακό, όταν η μάνα μου, αφήνοντας το σπίτι,
τις Ερινύες φωνάζοντας θα με καταραστεί· τότε κι οι άνθρωποι
θα μου φορτώσουν βαριά μομφή.
Γι' αυτό κι εγώ δεν πρόκειται να ξεστομίσω τέτοιον λόγο.
Όμως κι εσείς, αν σας απόμεινε λίγη ντροπή,
αδειάστε μου πια το παλάτι, αλλού γυρέψετε τα φαγοπότια σας,
αλλάζοντας το 'να με τ άλλο σπίτι μεταξύ σας, τρώγοντας τα δικά σας πλούτη.
Αν όμως κρίνετε πως είναι συμφερότερο αυτό και δίκαιο,
ενός ανθρώπου να ξοδεύετε το βιος με δίχως πληρωμή,
εμπρός λοιπόν, ολοκληρώστε την καταστροφή. Αλλά κι εγώ επικαλούμαι
τους αθάνατους θεούς, ανίσως δώσει ο Δίας κάποτε
να πληρωθούν τα ανόσια έργα σας. Τότε θα βρείτε μέσα εδώ
τον όλεθρο, χωρίς κανένα χρέος πια.»
Μ' αυτά τα λόγια τούς εμίλησε ο Τηλέμαχος. Και να δυο αετοί
στην κορυφογραμμή ψηλά πετώντας—ο Δίας τούς έστειλε βροντόφωνος.
Φτερούγισαν για λίγο με τις πνοές του ανέμου, ένας στο πλάι
του αλλουνού με τα φτερά τους τεντωμένα.
Αλλ' όταν βρέθηκαν στη μέση της πολύφωνης συνέλευσης,
κάνοντας γύρους πήραν να χτυπούν τις δυνατές φτερούγες,
ώσπου εβούτηξαν πάνω απ' τις κεφαλές τους—προμήνυμα καταστροφής.
Μετά, με τα άγρια νύχια τους έσχιζαν μεταξύ τους λαιμούς
και μάγουλα, κι έφυγαν τέλος δεξιά, ανάμεσα στα σπίτια και στην πόλη.
Τα όρνια βλέποντας εκείνοι με τα μάτια τους, έμειναν έκθαμβοι,
ψυχανεμίστηκαν το τι κακό τούς έμελλε.
Οπότε κι ο σεβάσμιος γέροντας, ο Μαστορίδης Αλιθέρσης, πήρε τον λόγο
και τους είπε—μόνος απ' όλους τους ομήλικους αυτός
είχε το χάρισμα να ξεχωρίζει τα πουλιά και να εξηγεί
τα μέλλοντα της μοίρας.
Αυτός λοιπόν, για το καλό τους, τους εμίλησε αγορεύοντας:
«Ακούστε με, Ιθακήσιοι, τι έχω τώρα να σας πω—
μα πιο πολύ προς τους μνηστήρες στρέφω τα λεγόμενά μου,
αφού σ' αυτούς θα πέσει πάνω τους μέγα το κύμα του κακού.
Ο Οδυσσέας λοιπόν δεν θα ναι λέω για πολύν καιρό
από τους φίλους του μακριά.
Ίσως να βρίσκεται κιόλας κοντά, σ' όλους αυτούς υφαίνοντας φόνο και χαλασμό.
Ωστόσο κι άλλους, πολλούς, τους περιμένει η συμφορά·
εμάς, όσοι που ζούμε στην περήφανη Ιθάκη. Γι' αυτό, κι όσο ακόμη
είναι καιρός, ας το σκεφτούμε να τους συγκρατήσουμε· αλλά κι αυτοί
μόνοι τους πρέπει πια να σταματήσουν, αφού τους είναι αυτό
τώρα το συμφερότερο.
Δεν είμαι μάντης αδοκίμαστος, ξέρω καλά τι λέω
και βεβαιώνω πως για κείνον όλα τέλειωσαν όπως εγώ
του τα προφήτευσα· τότε που μπήκαν στα καράβια τους οι Αργείοι
τραβώντας στο 'Ιλιο, κι ήταν μαζί τους ο πανούργος Οδυσσέας.
Είπα, λοιπόν τον περιμένουν βάσανα πολλά, θα χάσει κι όλους τους συντρόφους,
σ' όλους αγνώριστος θα φτάσει στην πατρίδα του,
στον εικοστό πια χρόνο—τώρα τα πάντα συντελούνται.»
Τότε ο Ευρύμαχος, γιος του Πολύβου, του αντιμίλησε:
«Γέρο, τράβα στο σπίτι σου, κι εκεί κάνεις τον μάντη
στα παιδιά σου, να μην τα βρει κακό μελλούμενο.
Όσο γι' αυτά, ξέρω κι εγώ καλύτερα από σένα πώς μαντεύονται·
πολλά πουλιά στο φως του ήλιου πάνε κι έρχονται, όμως δεν είναι
κι όλα τους προφητικά. Μάθε το επιτέλους: ο Οδυσσέας
κάπου μακριά αφανίστηκε—άμποτε να 'χες κι εσύ μαζί του
χαλαστεί· τότε και δεν θα αγόρευες τα τόσα σου μαντεύματα
μήτε και τον Τηλέμαχο, πάνω που είναι χολωμένος, θα τον τσινούσες
άσχημα, σίγουρα προσδοκώντας κάποιο δώρο για το σπίτι σου,
ανίσως σου το στείλει.
Αλλά σ' το λέω ξεκάθαρα, κι όπως το λέω θα γίνει*
αν τον νεότερο σου εσύ, που περασμένα ξέρεις και πολλά,
τον παρασύρεις τώρα με τα λόγια σου κι επιβαρύνεις τον θυμό του,
κακό χειρότερο εκείνον θα τον βρει, και μολαταύτα δεν θα πετύχει
τίποτε απ' όσα θέλει.
Αλλά κι εσένα, γέρο, θα σου ρίξουμε τέτοια ποινή,
να βράζεις μέσα σου από θυμό όταν θα την πληρώνεις—
τόσο βαρύς θα πέσει πάνω σου καημός.
Και τώρα στον Τηλέμαχο, σ' όλους μπροστά τού δίνω αυτή τη συμβουλή·
να ξαποστείλει τη μητέρα του, να πάει στο σπίτι του πατέρα της,
αυτοί θα κάνουν και τον γάμο της, αυτοί θα ορίσουν και την προίκα,
πολλή και πλούσια, καταπώς πρέπει στην ακριβή τους θυγατέρα.
Γιατί δεν το νομίζω οι νέοι των Αχαιών να σταματήσουν
μ' αυτόν τον γάμο, που κάποιους ερεθίζει. Κανένα
δεν φοβόμαστε—σίγουρα όχι τον Τηλέμαχο, που πάει η γλώσσα του ροδάνι·
μήτε ο δικός σου, γέρο, μας απασχολεί χρησμός, αυτός που εσύ
ξεστόμισες, μα δεν θα βγει κι αληθινός—μόνο εσένα
θα σε κάνει μισητότερο.
Το λέω· κακήν κακώς και δίχως αντιστάθμισμα θα κατατρώγεται
το βιος του, όσο κι εκείνη τον γάμο θ' αναβάλλει με κάποιον Αχαιό.
Πάντως εμείς την κάθε μέρα εδώ θα μείνουμε, γιατί
παλεύουμε για τις πολλές της χάρες· δεν πρόκειται να κυνηγήσουμε
άλλες γυναίκες, μόλο που δεν μας λείπουν νύφες,
για να διαλέξει την κατάλληλη ο καθένας.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος αντιμιλώντας αποκρίθηκε:
«Ευρύμαχε κι οι άλλοι υπόλοιποι λαμπροί μνηστήρες,
δεν θα παρακαλέσω πια σ' αυτά επιμένοντας,
γιατί τα ξέρουν οι θεοί κι οι Ιθακήσιοι όλοι.
Ένα μονάχα σας ζητώ, δώστε μου γρήγορο καράβι κι είκοσι συντρόφους,
που θα μου ανοίξουνε τον δρόμο, να πάω και να γυρίσω*
γιατί θα πορευτώ στη Σπάρτη, στην Πύλο με τις αμμουδιές,
κάτι να μάθω για τον νόστο του πατέρα μου, που λείπει τόσα χρόνια,
ανίσως κάποιος μου τον πει, ή και στ' αφτιά μου φτάσει η φήμη
του Διός, που φέρνει στους ανθρώπους τα καλά μηνύματα.
Αν ακουστεί πως ζει ο πατέρας μου και θα γυρίσει,
τότε, μ' όλο το βάρος της καρδιάς μου, θα κάνω υπομονή κι αυτόν τον χρόνο.
Αν όμως μάθω πως είναι πια νεκρός, πως χάθηκε και πάει,
γυρίζω αμέσως στη γλυκιά πατρίδα,
για χάρη του θα υψώσω τύμβο, θα προσφέρω νεκρώσιμες τιμές,
πολλές όσες του πρέπουν—ύστερα υπόσχομαι να δώσω τη μητέρα μου
σε κάποιον άλλο.»
Μ' αυτά τα λόγια κάθησε ο Τηλέμαχος, κι ανασηκώθηκε στη μέση
ο Μέντωρ, του άψογου Οδυσσέα σύντροφος πιστός—
σ' αυτόν εκείνος, με τα καράβια ξεκινώντας, το σπιτικό τού ανέθεσε,
ν' ακούν όλοι τον γέροντα Λαέρτη, κι εκείνος να φροντίζει
το πώς θα μείνουν τα πάντα ανέπαφα.
Τότε λοιπόν καλόγνωμος πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Τώρα ακούστε με. Ιθακήσιοι, ό,τι κι αν έχω να σας πω:
στο μέλλον λέω άλλος πια δεν θα βρεθεί καλός κι ευγενικός
σκηπτρούχος βασιλεύς, που μέσα του το δίκιο να πρεσβεύει·
θα ναι για πάντα αλύγιστος, δοσμένος στ' ανίερα έργα·
αφού κανείς δεν τον θυμάται, λησμονήθηκεν εκείνος
που κυβερνούσε τον λαό του σαν πατέρας,
τίμιος και γλυκός, ο θείος Οδυσσεύς.
Όχι, δεν στρέφεται η οργή μου τόσο στους αγέρωχους μνηστήρες,
που βίαια πράττουν, δόλια σκέφτονται—
αυτοί παίζουνε το κεφάλι τους, ρημάζοντας του Οδυσσέα το σπίτι,
λέγοντας δεν γυρίζει πια·
όσο με τον υπόλοιπο λαό αγανακτώ, μ' όλους εσάς
που αμίλητοι μου κάθεστε, που δεν ελέγχετε λίγους μνηστήρες με τα λόγια σας,
που δεν τους αντιστέκεστε, εσείς πολλοί.»
Τότε αποκρίθηκε ο γιος του Ευήνορα Ληόκριτος:
«Μέντορα ελαφρόμυαλε, βλαμμένε· τι λόγος πάλι αυτός που λες,
να μας κρατήσουν! Μα είναι κάπως δύσκολο
για φαγοπότι να τα βάλουνε μαζί μας—δεν είμαστε ένας και δυο.
Ακόμη κι αν αυτοπροσώπως γύριζε ο ιθακήσιος Οδυσσέας,
αν μες στο σπίτι του τους έβρισκε να τρωγοπίνουν οι περήφανοι μνηστήρες,
αν μελετούσε ο νους του να τους πετάξει έξω απ' το παλάτι,
λέω και πάλι η γυναίκα του, μ' όλη της τη λαχτάρα, δεν θα χαιρόταν για πολύ
τον γυρισμό του· εδώ επιτόπου αυτός θα 'βρισκε
τέλος άσχημο, μάχη αν άνοιγε με περισσότερους—
δεν μας τα λες λοιπόν καλά.
Αλλά προτείνω τώρα· σκορπιστείτε, κόσμε, καθένας στη δουλειά του.
Όσο για το ταξίδι του, ας του παρασταθούν ο Μέντωρ, ο Αλιθέρσης,
ήσαν που ήσαν εξαρχής οι φίλοι του πατέρα του.
Είμαι ωστόσο αυτής της γνώμης· εδώ θα μείνει, στην Ιθάκη,
πολύν καιρό θα κάθεται προσμένοντας μηνύματα—
όχι, δεν πρόκειται να φέρει σε πέρας το ταξίδι του.»
Έτσι τους μίλησε, κι απότομα λύει τη συνέλευση.
Εκείνοι τότε σκορπιστήκαν, πήγε ο καθένας σπίτι του,
αλλά οι μνηστήρες τράβηξαν ίσα προς το παλάτι του θεϊκού Οδυσσέα.
Μόνος του ο Τηλέμαχος αποχωρίστηκε, και κατεβαίνει στο ακρογιάλι,
τα χέρια του ένιψε με το νερό της αφρισμένης θάλασσας,
κι ύστερα ευχήθηκε στην Αθηνά:
«Επάκουσέ με, εσύ που χθες ήλθες θεά στο σπιτικό μας,
που με παρακινούσες μ* ένα καράβι να ανοιχτώ στο θυμωμένο πέλαγο,
να μάθω για τον νόστο του πατέρα μου, που τόσα χρόνια λείπει,
ανίσως επιστρέφει. Αλλά τα εμποδίζουν όλα τώρα οι Αχαιοί,
και πιο πολύ οι μνηστήρες, οι κακοί αλαζόνες.»
Τέλειωσε την ευχή του, κι αμέσως βρέθηκε στο πλάι του η Αθηνά,
με τη θωριά του Μέντορα, ίδιο παράστημα, ίδια φωνή·
τον φώναξε, του μίλησε, και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:
«Τηλέμαχε, δεν θα φανείς μετά αη αυτό κακός κι αστόχαστος,
φτάνει να χει σταλάξει μέσα σου το αντρίκειο θάρρος του πατέρα σου,
όπως εκείνος ήξερε έργα και λόγια να τελειώνει.
Με τέτοιο εφόδιο λέω δεν κόβεται στη μέση ατέλεστος ο δρόμος σου·
εκτός κι αν πια δεν είσαι ο γιος εκείνου και της Πηνελόπης—
τότε δεν βλέπω αλήθεια πώς μπορείς να τα τελειώσεις
όσα στον νου σου μελετάς.
Το ξέρω, λίγοι γεννιούνται γιοι να μοιάζουν του πατέρα τους·
οι πιο πολλοί χειρότεροι, ελάχιστοι οι καλύτεροι.
Αλλά του λόγου σου δεν θα φανείς κακός, αστόχαστος·
κι όσο δεν σου έχει λείψει του Οδυσσέα η πανουργία,
υπάρχει ελπίδα να εκτελέσεις την αποστολή σου αυτή.
Αοιπόν, άλλο μη νοιάζεσαι για τους μνηστήρες,
τι θέλουν και τι σκέφτονται αυτοί οι ανόητοι·
έχει θολώσει ο νους τους, δεν ακούν το δίκιο,
και καν δεν βλέπουν θάνατο, το μαύρο ριζικό μπροστά τους
που σίμωσε πολύ, και θα χαθούν όλοι τους σε μια μέρα.
Τώρα για τον δικό σου δρόμο που τον μελετάς, δεν πρέπει
ν' αργοπορήσει κι άλλο· είμαι δικός σου, φίλος πατρικός,
αναλαμβάνω εγώ καράβι να σου βρω—υπόσχομαι και να σε συντροφέψω.
Προς το παρόν, πήγαινε στο παλάτι εσύ, μίλα με τους μνηστήρες,
αλλά ετοίμασε κιόλας τροφές, ασφάλισε τα πάντα σε δοχεία,
κρασί στους αμφορείς, κριθάλευρο (μεδούλι των ανθρώπων)
σε γερά σακιά. Εγώ στο μεταξύ στην πόλη κατεβαίνω,
θα σου μαζέψω γρήγορα εθελοντές συντρόφους· όσο για το καράβι,
υπάρχουν στη θαλασσοφίλητην Ιθάκη μας πολλά σκαριά,
καινούργια και παλιά· ανάμεσά τους ξεδιαλέγω το καλύτερο,
κι αφού στο άψε σβήσε το αρματώσουμε, μετά ανοιγόμαστε
στο πέλαγο, και πάμε.»
Η Αθηνά τού μίλησε, η θυγατέρα του Διός· κι εκείνος,
ο Τηλέμαχος, δεν καθυστέρησε πολύ, αφότου εισάκουσε
τη θεϊκή φωνή. Τράβηξε αμέσως στο παλάτι,
με την καρδιά βαριά από λύπη, και βρήκε εκεί, στο σπιτικό του,
τους αλαζονικούς μνηστήρες, να γδέρνουν γίδες,
να ψήνουν τα γουρούνια στον αυλόγυρο.
Γελώντας κι ο Αντίνοος, έπεσε πάνω στον Τηλέμαχο,
πήρε το χέρι του και το 'σφιξε, μιλώντας τον προσφώνησε:
«Τηλέμαχε ασυγκράτητε, μεγαλορρήμονα, σταμάτα πια
να σκέφτεσαι μέσα σου το κακό, με λόγο κι έργο*
έλα μαζί μου, όπως άλλοτε, να φάμε και να πιούμε.
Όλες σου τις φροντίδες θα βρουν οι Αχαιοί να τις τελειώσουν,
καράβι να σου δώσουν, κωπηλάτες διαλεχτούς· το συντομότερο
να φτάσεις και στην άγια Πύλο, τη φήμη κυνηγώντας
για τον ένδοξο πατέρα σου.»
Ο φρόνιμος όμως Τηλέμαχος αμέσως του αποκρίθηκε:
«Αντίνοε, δεν γίνεται μ' εσάς τους αλαζόνες ξέγνοιαστος
να γλεντοκοπώ και να ξεδίνω σιωπηλός.
Ή μήπως δεν σας έφτασε που ως τώρα τ' αγαθά μου,
πολλά καλά, εσείς τα σπαταλήσατε, μνηστήρες, τότε που ήμουνα
παιδάκι ακόμη.
Τώρα ωστόσο που μεγάλωσα κι έμαθα πια ν' ακούω κι άλλων συμβουλές,
τώρα που μέστωσε κι εμένα μέσα μου το θάρρος,
θα κάνω ό,τι μπορώ, να πέσει πάνω σας
θανατερή η κατάρα, είτε πηγαίνοντας στην Πύλο, ή κι επιτόπου,
εδώ σ' αυτή τη χώρα.
Γιατί θα φύγω, αυτός ο δρόμος που αποφάσισα δεν πρόκειται
να σταματήσει, στην ανάγκη ταξιδεύω μ' άλλους.
Αφού δεν το κατόρθωσα να χω στην κατοχή μου ένα καράβι,
δικούς μου κωπηλάτες—λογαριασμός κι αυτός δικός σας
που φαίνεται πως σας συμφέρει περισσότερο.»
Έτσι μιλώντας, τράβηξε το χέρι του από το χέρι του Αντινόου
απότομα. Οπότε κι οι μνηστήρες, μες στο παλάτι τώρα, κοιτούσαν
το τραπέζι, ενώ συγχρόνως τον περιγελούσαν, του πετούσαν προσβολές.
Κάποιος, πιο νέος μάλιστα και φαντασμένος, έλεγε με τους άλλους:
«Για κοίτα! Τον φόνο μας στ' αλήθεια στοχάζεται ο Τηλέμαχος!
Μπορεί απ' την Πύλο με τις αμμουδιές προστάτες του να φέρει·
μπορεί κι από τη Σπάρτη, αφού το πήρε τόσο στα ζεστά.
Εκτός κι αν φτάσει ακόμη και στην Έφυρα, εύφορη γη,
θανατερά φαρμάκια από εκεί να κουβαλήσει, να μας τα ρίξει
στον κρατήρα, κι έτσι μεμιάς να μας εξολοθρεύσει όλους.»
Κι άλλος, πιο νέος και φαντασμένος, συνέχισε μιλώντας:
«Ποιος ξέρει μήπως κι αυτός, με κοίλο πλοίο ταξιδεύοντας,
αλάργα απ' τους δικούς του αφανιστεί παραδαρμένος,
σαν άλλος Οδυσσέας;
Έτσι σ' εμάς θα φόρτωνε περίσσο κόπο· θα *πρεπε πρώτα
μεταξύ μας να μοιράσουμε όλα του τ αγαθά—το σπίτι βέβαια
θα το δίναμε στη μάνα του, να το χει
μ όποιον παντρευτεί.»
Αυτοί συνέχιζαν τα λόγια τους* αλλά ο Τηλέμαχος τώρα κατέβηκε
στην ψηλοτάβανη κάμαρη του πατέρα του, ευρύχωρη, όπου πολύ χρυσάφι
και χαλκώματα ήσανε φυλαγμένα, αλλά και ρούχα μέσα σε κασέλες,
κι άφθονο λάδι ευωδιαστό.
Ακόμη εκεί ήσαν στημένα τα πιθάρια με το παλιό γλυκόπιοτο κρασί,
άμεικτο θεϊκό ποτό, βαλμένα στη σειρά, στον τοίχο ακουμπισμένα·
όποτε κι αν γυρνούσε πάλι στην πατρίδα, μετά από τόσα πάθη ο Οδυσσέας.
Ασφαλισμένη η κάμαρη, διπλά θυρόφυλλα καλά αρμοσμένα, κι έμενε εκεί,
νύχτα και μέρα, μια κελάρισσα γυναίκα, φύλακας σε όλα, το μυαλό της
έκοβε πολύ—η Ευρύκλεια, του Ώπα η θυγατέρα, του Πεισήνορα εγγονή.
Αυτήν και τότε στο κελάρι εκεί τη φώναξε μιλώντας ο Τηλέμαχος:
«Νένα μου, έλα, γέμισε τις στάμνες με γλυκό κρασί—
ας είναι το καλύτερο, μετά από τ' άλλο που φυλάς με την ελπίδα σου
σ εκείνον, πως από κάπου θα γυρίσει ο δύσμοιρος,
βλαστός του Δία ο Οδυσσέας, αν αποφύγει
τη μοίρα του θανάτου.
Δώδεκα στάμνες γέμισε και σφράγισέ τες όλες με τα πώματά τους·
βάλε μου και κριθάλευρο σε σάκους από δέρμα πυκνά σοφιλιασμένους—
είκοσι ζύγια αλεύρι, καλά αλεσμένο.
Μόνη σου όμως να το ξέρεις, κι όλα στην ώρα τους να στέκουν έτοιμα.
Όταν πια σουρουπώσει, έρχομαι και τα παίρνω εγώ, μόλις η μάνα μου
ανεβεί πάνω στην κάμαρη και θυμηθεί να κοιμηθεί.
Γιατί θα φύγω για τη Σπάρτη, την Πύλο με τις αμμουδιές,
να μάθω για τον νόστο του πατέρα μου,
ανίσως κάτι ακούσω.»
Όπως της μίλησε, βόγγηξε η καλή τροφός Ευρύκλεια θρηνώντας,
κι ολοφυρόμενη αποκρίθηκε με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Πώς πέρασε, παιδί μου, από τον νου σου τέτοια σκέψη;
πώς το στοχάστηκες στην άλλη άκρη να βρεθείς,
μοναχογιός εσύ μονάκριβος; Εκείνος πάει, χάθηκε,
σε ξένα μέρη κι άγνωστα, βλαστός του Δία ο Οδυσσέας.
Είναι κι αυτοί που, μόλις φύγεις, πίσω σου το κακό σου θα σκεφτούν
πώς με τον δόλο τους θα χαλαστείς, για να μοιράσουν
μεταξύ τους όλα τ αγαθά σου.
Μείνε λοιπόν εδώ, με τα καλά σου· κανένας λόγος
δεν συντρέχει να κακοπάθεις και να παραδέρνεσαι
πέρα στα ακάρπιστα πελάγη.»
Αλλά κι ο φρόνιμος Τηλέμαχος τότε της ανταπάντησε:
«Νένα μου, θάρρος. Η απόφαση μου είναι θέλημα θεού.
Μόνο ορκίσου, μην της το φανερώσεις της καλής μου μάνας,
προτού περάσουν μέρες έντεκα και φτάσει η δωδεκάτη,
εκτός κι αν μόνη της το μάθει πως της έλειψα και με ποθήσει.
Για να μην κλαίει και χαλνά τ' όμορφο πρόσωπό της.»
Έτσι της μίλησε, κι ορκίστηκε η γερόντισσα τον μέγαν όρκον των θεών.
Είπε και τέλειωσε τον όρκο της, κι ευθύς του γέμισε
τις στάμνες με κρασί, έβαλε και κριθάλευρο σε σάκους από δέρμα
καλά σοφιλιασμένους. Τότε την άφησε ο Τηλέμαχος, τράβηξε
προς την αίθουσα, παρέα με τους μνηστήρες.
Στο μεταξύ κι η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, άλλα στοχάστηκε:
με τη μορφή του Τηλεμάχου τριγυρνούσε παντού μέσα στην πόλη,
και τον καθένα χωριστά σίμωνε κι εξηγούσε,
μόλις βραδιάσει με τους άλλους να βρεθεί μαζί στο γρήγορο καράβι.
Από τον γιο του Φρόνιου, τον ξακουστό Νοήμονα, γύρευε
το γοργό καράβι, κι αυτός το υποσχέθηκε με προθυμία μεγάλη.
Έδυσε ο ήλιος, έπεσε το σκοτάδι στους μεγάλους δρόμους·
τότε το γρήγορο σκαρί στη θάλασσα έσυρε, μ' όλα τα ξάρτια
πάνω του, όσα φορούν τα καλοκούβερτα καράβια.
Μετά στην πέρα άκρη το 'δεσε του λιμανιού, όπου
και συγκεντρώθηκαν οι σύντροφοι, όλοι μαζί και διαλεχτοί—
εκείνη τον καθένα τους παρότρυνε.
Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, άλλα στοχάστηκε:
ξεκίνησε και πήγε στο παλάτι του θεϊκού Οδυσσέα,
όπου και στάλαξε στα μάτια των μνηστήρων
ύπνο γλυκό· την ώρα που έπιναν τους παραζάλισε,
κι οι κούπες του κρασιού τούς φύγαν απ' τα χέρια.
Αμέσως κίνησαν να κοιμηθούν, σκορπίστηκαν στην πόλη,
άλλο δεν έμειναν εκεί, γιατί τους έκλεινε τα μάτια η νύστα.
Στράφηκε τότε στον Τηλέμαχο, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά,
έξω τον φώναξε απ' το καλοχτισμένο του παλάτι—
μοιάζοντας τώρα με τον Μέντορα, ίδιο παράστημα, ίδια φωνή:
«Τηλέμαχε, πανέτοιμοι οι σύντροφοί σου πια,
κάθονται στα κουπιά, την προσταγή σου περιμένουν
πάμε λοιπόν, ας μη βραδύνει κι άλλο ο δρόμος μας.»
Έτσι του μίλησε, και με σπουδή προχώρησε η Αθηνά Παλλάδα—
ακολουθούσε εκείνος της θεάς τα ίχνη.
Κι όταν κατέβηκαν στη θάλασσα κι έφτασαν στο καράβι,
βρήκαν εκεί στο περιγιάλι τους συντρόφους με τη μακριά τους κόμη.
Τότε ο γενναίος Τηλέμαχος πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Φίλοι μου, εμπρός! πάμε να φέρουμε προμήθειες· είναι
έτοιμα τα πάντα, μαζεμένα στο παλάτι.
Αλλά προσέχετε· δεν ξέρει τίποτα για μένα η μάνα μου,
μήτε κι οι άλλες δούλες—μία μονάχα, που τον λόγο μου άκουσε.»
Μιλώντας, προηγήθηκε, οι άλλοι ακολουθούσαν.
Κι αμέσως όλα τα μετέφεραν, τα βόλεψαν πάνω
στο καλοκούβερτο καράβι, όπως τους έδινε την εντολή
του Οδυσσέα ο ακριβός του γιος.
Ανέβηκε ο Τηλέμαχος στο πλοίο, μετά την Αθηνά,
που πρώτη πήρε θέση εκεί στην πρύμνη· πλάι της κάθησε
ο γενναίος Τηλέμαχος. Τότε λύνουν οι άλλοι τις πρυμάτσες,
πήδησαν μέσα και καθίζουν στα ζυγά.
Η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, φύσηξε πίσω τους
πρίμο το αγέρι, φρέσκον πουνέντε, που τρικυμίζει με βοή το μπλάβο πέλαγο.
Δίνει το σύνθημα ο Τηλέμαχος, τους παραγγέλλει τα ξάρτια
οι σύντροφοι να πιάσουν—κι εκείνοι υπάκουσαν στην προσταγή του.
Σήκωσαν το ψηλό κατάρτι ελάτινο, το στήλωσαν στο κοίλο μεσοδόκι,
το δένουν με σχοινιά στην πλώρη, ψήλωσαν τα λευκά πανιά,
τραβώντας τα καλοπλεγμένα τους λουριά.
Φούσκωσε ο άνεμος το μεσιανό πανί, και γύρω στην καρίνα
χτυπούσε τώρα δυνατά το κύμα πορφυρό, όπως το πλοίο προχωρούσε—
πετώντας άνοιγε τον δρόμο του ανάμεσα στα κύματα.
Κι αφού είχαν δέσει πια καλά τα ξάρτια στο μελανό, γοργό καράβι,
έστησαν τους κρατήρες, τους ξεχείλισαν ως πάνω με κρασί,
και στάλαξαν σπονδή στους αθανάτους, αιωνίους θεούς,
πρώτα και μάλιστα για τη γλαυκόματη κόρη του Δία.
Όλη τη νύκτα τότε, ώσπου να ξημερώσει, έσχιζε το καράβι
τον θαλάσσιο δρόμο του.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

γ Τά έν Πύλω

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 22nd, 2017, 7:54 pm

γ
Τά έν Πύλω

Ο ήλιος πρόβαλε, αφήνοντας περίκαλλη την ωκεάνεια λίμνη,
ψηλώνοντας στον χάλκινο ουρανό, να φέρει φως στους αθανάτους,
στους θνητούς της γης, στα κάρπιμα χωράφια.
Τότε κι αυτοί στην Πύλο, καλοχτισμένη, τειχισμένη πόλη του Νηλέα,
φτάνουν, όπου στο περιγιάλι της θαλάσσης θυσία τελούσαν
ταύρους κατάμαυρους του Κοσμοσείστη με χαίτη μελανή.
Ήσαν εννιά οι σειρές, κάθε σειρά κάθονταν πεντακόσοι,
κι εκεί μπροστά στην καθεμιά σφαγμένοι
εννέα ταύροι.
Είχαν στο μεταξύ γευτεί τα σπλάχνα, έκαιγαν στον θεό μεριά,
όταν αυτοί τράβηξαν ίσα στο λιμάνι, κατέβασαν μαζεύοντας
στο ισόρροπο καράβι τα πανιά, και βγήκαν στη στεριά.
Κι όσο ο Τηλέμαχος από το πλοίο ξεμάκραινε, με προπομπό την Αθηνά,
πρόλαβε και του μίλησε η θεά, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά:
«Τηλέμαχε, καθόλου τώρα δεν σου πρέπει αιθημοσύνη,
αφού γι' αυτόν τον λόγο πέρασες το πέλαγος, να μάθεις
την τύχη του πατέρα σου, ποιο χώμα τον εσκέπασε,
ποιος θάνατος τον βρήκε.
Εμπρός λοιπόν, τράβα γραμμή στον Νέστορα, που ξέρει
το πώς δαμάζουν τ' άλογα, να δούμε τι γνώση και τι γνώμη κρύβει μέσα του·
ικέτευσέ τον μόνος, να σου μιλήσει αληθινά—
δεν πρόκειται ψέματα να σου πει, είναι πολύ στοχαστικός.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος τότε της αποκρίθηκε:
«Μέντορα, πώς να προχωρήσω; πώς να στραφώ να του μιλήσω;
δεν έχω ακόμη καν την πείρα σ' έξυπνα λόγια και σωστά.
Κι αισθάνομαι, είναι ντροπή ο νέος να ρωτά τον γεροντότερο του.»
Του αντιμίλησε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας:
«Τηλέμαχε, μόνος σου άλλα θα (τκεφτείς με το μυαλό σου, άλλα
ο καλός ο δαίμονας θα σε φωτίσει να τα πεις. Γιατί δεν το φαντάζομαι
πως είσαι γεννημένος, πως μεγάλωσες, δίχως να το χουν οι θεοί αποφασίσει,»
Μ' αυτά τα λόγια η Αθηνά Παλλάδα κίνησε πρώτη
με βήμα γρήγορο· πίσω της πήγαινε ο Τηλέμαχος,
στα ίχνη του θεού.
Έφτασαν στων Πυλίων τη σύναξη, πλησίασαν τους θρόνους
όπου ήταν καθισμένος με τους γιους του ο Νέστορας· γύρω του
οι εταίροι ετοίμαζαν το γεύμα, έψηναν κρέατα, άλλα τα σούβλιζαν.
Μόλις είδαν τους ξένους, έτρεξαν όλοι προς το μέρος τους,
τους έτειναν το χέρι για το καλωσόρισμα, τους προσκαλούσαν
να καθήσουν.
Πρώτος ο γιος του Νέστορα Πεισίστρατος, που βρέθηκε κοντύτερα,
τους έσφιξε το χέρι, και των δυο, τους πήγε στο τραπέζι,
τους κάθισε στην αμμουδιά της θάλασσας πάνω σε μαλακές προβιές,
ανάμεσα στον αδελφό του Θρασυμήδη
και στον καλό πατέρα του.
Τους πρόσφερε κομμάτι από τα σπλάχνα, τους κέρασε κρασί
με τη μαλαματένια κούπα, και πρώτη δεξιώθηκε τη θυγατέρα
του Διός με την αιγίδα, την Αθηνά Παλλάδα προσφωνώντας:
«Δεήσου τώρα, ξένε, στον μέγα Ποσειδώνα,
αφού σας φέρνει ο δρόμος και βρεθήκατε σε σφάγια ιερά δικά του.
Κι όταν εσύ τελειώσεις την ευχή και τη σπονδή,
όπως ορίζει το έθιμο, δώσε μετά την κούπα και στον άλλο, να σταλάξει
γλυκόπιοτο κρασί. Γιατί, υποθέτω, εύχεται κι αυτός
στους αθανάτους—όλοι οι θνητοί έχουν ανάγκη τους θεούς.
Μόνο που είναι αυτός νεότερός σου, δικός μου μάλλον συνομήλικος,
γι' αυτό προσφέρω σ' εσένα πρώτα το μαλαματένιο κύπελλο.»
Τελειώνοντας, δίνει στο χέρι της την κούπα με γλυκό κρασί,
και χάρηκε η θεά τον φρόνιμο και δίκαιο τρόπο του,
που την προτίμησε προσφέροντας σ' εκείνη πρώτα
το μαλαματένιο κύπελλο.
Ύστερα την ευχή της ύψωσε στον μέγα Ποσειδώνα:
«Επάκουσε, ω Ποσειδώνα, κραταιέ της γης· μην αρνηθείς
να γίνουν έργα οι ευχές που σου αναθέτουμε.
Πρώτα στον Νέστορα, στους γιους του Νέστορα, χάρισε δόξα και τιμή,
μετά στους άλλους δώσε πληρωμή χαριτωμένη,
στους Πύλιους όλους, που προσφέρουν τη λαμπρή εκατόμβη.
Και δέξου ακόμη, ο Τηλέμαχος κι εγώ γυρίζοντας, να χει εκτελέσει
ό,τι μας έφερε στα μέρη αυτά, με το ταχύπλοο μαύρο καράβι.»
Τέτοια η ευχή της στον θεό, αλλά κι η ίδια προνοούσε
να χουν τα πάντα αίσιο τέλος.
Έπειτα δίνει στον Τηλέμαχο δίδυμη κούπα ωραία,
κι ύψωσε αυτός με τη σειρά του, ο ακριβός του Οδυσσέα ο γιος,
δική του ευχή.
Κι όπως είχαν ψηθεί τα πάνω κρέατα, απ' τη φωτιά τραβώντας τα
τα 'κοψαν σε μερίδες, και τρώγοντας μοιράστηκαν θαυμάσιο γεύμα.
Όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ, για το πιοτό,
τον λόγο πήρε μεταξύ τους πρώτος ο ιππικός Γερή νιος Νέστωρ.
«Είναι νομίζω η καλύτερη στιγμή τώρα να τους ρωτήσουμε,
που χάρηκαν το φαγητό οι ξένοι, να μάθουμε ποιοι τέλος πάντων είναι.
Ω ξένοι, ποιοι είστε; από πού αρμενίζοντας, εδώ
σας έφερε ο θαλάσσιος δρόμος σας;
Εμπόριο ίσως; μήπως την τύχη κυνηγάτε; όπως οι πειρατές
που τριγυρνούν στα πέλαγα, παίζοντας την ψυχή τους,
στον ξένο κόσμο όμως προξενώντας βλάβη.»
Ο φρόνιμος τότε Τηλέμαχος πήρε κουράγιο κι αποκρίθηκε—
η ίδια η θεά Αθηνά μέσα του στάλαξε το θάρρος,
για να ρωτήσει τι απόγινε ο πατέρας του που λείπει τόσα χρόνια,
κι ακόμη να κερδίσει ο νέος κλέος, να μάθει ο κόσμος τ' όνομά του:
«Νέστορα του Νηλέα, δόξα λαμπρή των Αχαιών,
αφού ρωτάς να μάθεις την καταγωγή μας, θα την πω.
Ερχόμαστε από την Ιθάκη, στη ρίζα του όρους Νήιο.
Δική μου η υπόθεση, όχι δημόσια, που θα τη φανερώσω:
ψάχνω για τη μεγάλη φήμη του πατέρα μου, ίσως και κάτι ακούσω·
του θεϊκού, καρτερικού Οδυσσέα που λένε κάποτε,
στον πόλεμο μαζί σου, το κάστρο πάτησε των Τρώων.
Γιατί όλοι οι άλλοι, όσοι πολέμησαν τότε σκληρά τους Τρώες,
έχουμε μάθει πού ο καθένας χάθηκε, τον όλεθρό του·
μόνο εκείνου τον χαμό ο γιος του Κρόνου
τον κρατεί κρυφό κι αγνώριστο· κανείς δεν έχει να μας πει ακριβώς
πώς αφανίστηκε· αν στη στεριά τον δάμασαν
άνδρες εχθροί· ή αν τον έπνιξαν τα κύματα της Αμφιτρίτης
καταμεσής στο πέλαγος.
Γι' αυτό κι εγώ προσπέφτω τώρα εδώ στα γόνατά σου·
μήπως θελήσεις τον φριχτό χαμό του να μου πεις, ανίσως
τον αντίκρισες με τα δικά σου μάτια, ή αν τον άκουσες
να τον διηγείται κάποιος περιπλανώμενος—
ω ναι, η μάνα του πατέρα μου τον γιο της γέννησε πιο δύστυχο
παρά κανέναν άλλο.
Γι' αυτό μη λυπηθείς και, συμπονώντας με, τα λόγια σου γλυκάνεις·
μίλησε ελεύθερα, πες μου να μάθω όσα τα ίδια σου τα μάτια αντίκρισαν.
Σε ικετεύω· αν κάποτε ο πατέρας μου, ο τιμημένος Οδυσσέας,
κάτι σπουδαίο κατόρθωσε με λόγο ή έργο, εκεί στης Τροίας τη χώρα,
όπου εσείς οι Αχαιοί ζήσατε τόσα πάθη,
αυτά θυμήσου τώρα και πες μου την αλήθεια.»
Τότε του ανταποκρίθηκε ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ:
«Ω φίλε, αφού τη συμφορά μού θύμισες, ό,τι υποφέραμε
στη χώρα εκείνη εμείς οι αλύγιστοι βλαστοί των Αχαιών
αλλά και τ' άλλα πάθη πάνω στα καράβια, μες στην ομίχλη του πελάγου,
όταν, τη λεία γυρεύοντας, πηγαίναμε όπου ο Αχιλλέας μάς έσερνε·
κι ακόμη τους σκληρούς αγώνες μας μπροστά στο μέγα κάστρο
του βασιλιά Πριάμου, όπου κι οι πιο γενναίοι έπεσαν νεκροί
εκεί φιλόνικός ο Αίας κείται, ο Αχιλλέας εκεί,
ο Πάτροκλος εκεί, φίλος θεόμορφος και σύμβουλος,
εκεί κι ο ακριβός μου γιος, τίμιο παλληκάρι,
ο Αντίλοχος, ασυναγώνιστος στο τρέξιμο, σπουδαίος μαχητής.
Τόσα και άλλα τόσα πάθη που μας βρήκαν, ποιος θα μπορούσε αλήθεια
συνηθισμένος άνθρωπος θνητός ένα προς ένα να ιστορήσει;
Μήτε κι αν έμενες εδώ πέντε ή κι έξι χρόνους,
κι όλο ρωτούσες το κακό που υπέμειναν οι θεϊκοί Αχαιοί,
δεν θα το άντεχες και πάλι· πιο πριν, βαρύς και κορεσμένος
θα γυρνούσες πίσω στην πατρίδα.
Γιατί, εννέα χρόνια ολόκληρα μηχανευόμαστε τη συμφορά τους,
με δόλους και με δόλους, ώσπου ο Κρονίδης μετά βίας
δέχτηκε το τέλος.
Εκεί λοιπόν, στην πανουργία του μυαλού άλλος κανείς
δεν μπόρεσε να παραβγεί μαζί του, αφού ο θείος Οδυσσέας
κατά πολύ τους νίκησε όλου με δόλους
που δεν τους βάζει ανθρώπου νους. Για τον πατέρα σου μιλώ, αν πράγματι είσαι
δικός του γιος. Ώρα σε βλέπω τώρα, και μένω εκστατικός·
μοιάζουν πολύ τα λόγια σας· και ποιος θα το’ λεγε
πως ένα τόσο νέο παλληκάρι θα μπορούσε τα πρέποντα
και τα σωστά να ομολογεί.
Εκεί λοιπόν, τόσον καιρό, ο θείος Οδυσσέας κι εγώ
ποτέ δεν βγήκαμε αντιμέτωποι, ούτε στην ανοιχτή συνέλευση
ούτε και στα κλειστά συμβούλια· πάντα στη σκέψη ομόθυμοι
και στη στοχαστική μας συμβολή, οι δυο μαζί εξηγούσαμε
πώς θα πετύχουν το καλύτερο οι Αργείοι.
Αλλ’ όταν κάποτε πατήσαμε το απάτητο φρούριο του Πριάμου,
όταν βρεθήκαμε στα πλοία (ένας θεός μας σκόρπισε),
ο Δίας διαλογίστηκε στον νου του νόστο βαρύ
για τους Αργείους. Γιατί αποδείχτηκε ότι δεν ήταν όλοι
μήτε νοήμονες μήτε και δίκαιοι · γι’ αυτό τους βρήκε τους πολλούς
άθλιο τέλος, απ΄ την ολέθρια οργή της θυγατέρας κραταιού πατέρα,
θεός γλαυκομάτης, που σήκωσε διχόνοια στους Ατρείδες.
Όταν οι δυο τους σε συνέλευση όλους τους Αχαιούς συγκάλεσαν,
απρογραμμάτιστα όμως, δίχως τάξη, την ώρα που έγερνεστη δύση ο ήλιος·
κι οι Αχαιοί προσήλθαν ζαλισμένοι, με το κεφάλι τους βαρύ
απ’ το κρασί, όπου οι Ατρείδες πήραν να εξηγούν
τον λόγο που το πλήθος συναθροίστηκε.
Κι ενώ ο Μενέλαος, φωνάζοντας, όλους τους εξωθούσε
πως πρέπει τώρα να σκεφτούν οι Αχαιοί τον γυρισμό τους,
αμέσως ν’ ανοιχτούν στης θάλασσας τα πλάτη, στον Αγαμέμνονα
δεν άρεσε καθόλου η γνώμη αυτή· ήθελε να κρατήσει τον στρατό,
να θυσιάσουν ιερή εκατόμβη, να μαλακώσουν
τον σκληρό χόλο της Αθηνάς- μωρός, που δεν στοχάστηκε
πως η θεά δεν έμελλε να τον ακούσει—
όχι, δεν μεταστρέφεται εύκολα των αθανάτων η βουλή.
Όρθιοι λοιπόν εκείνοι κι αντιμέτωποι, αντάλλαξαν
λόγια βαριά, ώσπου πετάχτηκαν κι οι Αχαιοί οπλισμένοι
μ' αλαλητόν ανήκουστο—η γνώμη τους τότε διχάστηκε.
Τη νύχτα εκείνη την περάσαμε στριφογυρίζοντας στον νου μας
άσχημες σκέψεις ο ένας για τον άλλον—ο Δίας μελετούσε ολέθριο κακό.
Μόλις λοιπόν ξημέρωσε, εμείς οι άλλοι σύραμε αμέσως
τα καράβια στο θείο νερό της θάλασσας, βάζοντας μέσα θησαυρούς
και τις βαθύζωνες γυναίκες.
Όμως οι υπόλοιποι μισοί μείναν εκεί προσηλωμένοι
στον Ατρείδη, τον στρατηλάτη Αγαμέμνονα.
Μόνο οι μισοί πηδήσαμε στα πλοία κι ανοιχτήκαμε,
που αρμένιζαν καλά και γρήγορα, γιατί ο θεός
έστρωνε ακύμαντο το άπατο πέλαγος.
Και μόλις προσαράξαμε στην Τένεδο, θυσίες στους θεούς προσφέραμε,
ποθώντας ο καθένας να γυρίσει σπίτι του. Ο Δίας όμως άσπλαχνος
δεν είχε ακόμη αποφασίσει για τον νόστο μας· άναψε τώρα
δεύτερη φιλονικία κακή.
Κάποιοι, τη γνώμη αλλάζοντας, μπήκαν στα αμφίκυρτά τους πλοία
και πήραν να γυρίζουν πίσω· τον Οδυσσέα ακολουθώντας,
έμπειρον αρχηγό και πολυμήχανο, θέλοντας να φανούν ευχάριστοι
στον Αγαμέμνονα, τον γιο του Ατρέα.
Όσο για μένα, με τα καράβια μου συγκεντρωμένα, όσα που είχα εξαρχής,
κίνησα κι έφευγα, γιατί το γνώριζα πως ένας δαίμονας κακός
κακό μάς μελετούσε.
Έφευγε αψίκορος και του Τυδέα ο γιος με τους συντρόφους του,
που τους ξεσήκωσε.
Κάπως αργότερα μας ακολούθησε κινώντας ο ξανθός Μενέλαος,
που μας απάντησε στη Λέσβο, την ώρα που μας παίδευε το μακρινό ταξίδι:
ή πάνω από τη Χίο να πλεύσουμε, γεμάτη βράχια, προς το νησί
Ψυρία, ώστε να το χουμε μετά στ' αριστερά μας· ή κάτω απ' τη Χίο
να παραπλεύσουμε, πλάι στον Μίμαντα που οι άνεμοι τον δέρνουν.
Κι όπως παρακαλούσαμε σημάδι να μας δείξει ο θεός, εκείνος
το φανέρωσε· μας οδηγούσε να σχίσουμε το πέλαγο στη μέση,
βάζοντας πλώρη προς την Εύβοια, για ν' αποφύγουμε
χειρότερο κακό.
Κι όπως σηκώθηκε φυσώντας πρίμο αγέρι κι έτρεχαν τα καράβια
γρήγορα τον δρόμο της ψαρίσιας θάλασσας, μέσα στη νύχτα
αράξαμε στη Γεραιστό* όπου και κάψαμε πολλά μεριά ταυρίσια
στον Ποσειδώνα, που περάσαμε μετρώντας το μεγάλο πέλαγος.
Ήτανε πια η τετάρτη ημέρα, όταν οι εταίροι του ιππόδαμου
Τυδείδη, του Διομήδη, στο Άργος έδεσαν τα ισόβαρά τους πλοία.
Όσο για μένα, αρμένιζα γραμμή στην Πύλο,
κι ο ούριος άνεμος δεν έπεσε στιγμή, αφότου ένας θεός τον έστειλε
πίσω μας να φυσά.
Αλλά, καλό παιδί μου, γύρισα τελικώς απληροφόρητος, δεν ξέρω
τίποτε για κείνους, πόσοι Αχαιοί έχουν σωθεί,
πόσοι στο μεταξύ αφανίστηκαν.
Ωστόσο όσα μαθαίνω, καθισμένος στο παλάτι, αυτά,
όπως το θέλει και το δίκιο, τα δικαιούσαι να τα μάθεις—
δεν πρόκειται να τ' αποκρύψω.
Αένε λοιπόν πως έχουν επιστρέψει οι δορυφόροι Μυρμιδόνες,
που τους οδήγησε λαμπρός του γενναιόψυχου Αχιλλέα ο γιος·
πως έφτασε καλά κι ο Φιλοκτήτης, ένδοξος γιος του Ποία αυτός·
πως όλους τους συντρόφους του σώους τους έφερε ο Ιδομενέας
στην Κρήτη, όσοι του γλίτωσαν από τον πόλεμο—
η θάλασσα βαθιά κανένα δεν του πήρε.
Για τον Ατρείδη ακούσατε κι εσείς, ας είναι ο τόπος σας μακριά·
πώς έφτασε και πώς ο Αίγισθος μελέτησε τον άθλιο όλεθρό του—
αλλά κι εκείνος πλήρωσε το κρίμα του βαρύ.
Ω ναι, είναι καλό ν' αφήνει κάποιος γιο πεθαίνοντας·
έτσι κι αυτός το αίμα πήρε πίσω από τον δόλιο, πατροκτόνο
Αίγισθο, που του κατέλυσε πατέρα φημισμένο.
Αλλά κι εσύ, καλέ μου φίλε (σε βλέπω ωραίο και δυνατό),
δείξε την αντρική σου αλκή, να σε δοξάσουνε κι εσένα
οι μέλλουσες γενιές.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος τώρα στον Νέστορα αποκρίθηκε:
«Ω Νέστορα, γιε του Νηλέα, δόξα λαμπρή των Αχαιών,
εκείνος πολύ καλά εκδικήθηκε, γι' αυτό θα διαλαλούν
οι Αχαιοί παντού το κλέος του, και θα το τραγουδούν
οι άνθρωποι στο μέλλον.
Μακάρι και σ' εμένα τόση δύναμη να 'διναν οι θεοί,
που να μπορούσα να τους τιμωρήσω τους μνηστήρες
για τη βαριά παρανομία τους—αυτούς που μηχανεύονται εναντίον μου
ακόλαστα έργα, υβριστικά.
Αλλά οι θεοί δεν όρισαν μια τέτοια τύχη και σ' εμένα—
μήτε σ' εμένα μήτε στον πατέρα μου. Και πρέπει τώρα
να υποφέρω το κακό υπομένοντας.»
Αμέσως ο ιππικός Γερήνιος Νέστορας απάντησε:
«Καλέ μου φίλε, αφού τα αναλογίστηκες μόνος αυτά
και τα προφέρεις· λένε λοιπόν πως εξαιτίας της μάνας σου
κάθονται οι πολλοί μνηστήρες στο παλάτι, δίχως την άδειά σου,
και το κακό σου μηχανεύονται.
Αλήθεια πες μου· υποτάσσεσαι γιατί το θέλεις;
ή ο λαός της χώρας σου σ' εχθρεύεται, ακολουθώντας ίσως
και τη φωνή κάποιου θεού;
Κι όμως ποιος ξέρει, μπορεί να φτάσει εκείνος κάποια μέρα,
εκδικητής της βίας, μόνος του ή και να τον συντρέξουν
κι όλοι οι άλλοι Αχαιοί.
Γιατί είμαι βέβαιος, αν ήθελε η γλαυκόματη Αθηνά
κι εσένα να σου δείξει τόση αγάπη, όση φροντίδα φιλική
έδειχνε τότε εκεί, στη μακρινή χώρα των Τρώων,
για τον αξέχαστο Οδυσσέα, όταν εμείς οι Αχαιοί
τραβούσαμε τα πάνδεινα—
ομολογώ, ποτέ δεν είδα στη ζωή μου θεούς να δείχνουν τόση αγάπη
αναφανδόν, όπως αναφανδόν του παραστάθηκε η Αθηνά Παλλάδα εκείνου.
Αν ήθελε λοιπόν κι εσένα ν' αγαπήσει τόσο, αν μέσα της
είχε την έγνοια σου, ε τότε αυτοί, όλοι τους και χωριστά ο καθένας,
τον γάμο θα ξεχνούσαν μια για πάντα.»
Αλλά στον Νέστορα αντιμίλησε με τη δική του φρόνηση ο Τηλέμαχος:
«Δεν το πιστεύω, γέροντα, αληθινά να βγουν τα λόγια σου·
μεγάλον λόγο πρόφερες, κι έχει θολώσει ο νους μου· όχι, δεν έχω
ελπίδα πως κάτι τέτοιο θα συμβεί σ' εμένα, έστω
κι αν το θελήσουν οι θεοί.»
Σ' εκείνον όμως η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, γύρισε κι είπε:
«Τηλέμαχε, τι λόγος τώρα ξέφυγε απ' το στόμα σου!
Εύκολα ο θεός, αν το θελήσει, σώζει τον άνθρωπο, κι από μακριά.
Εγώ θα προτιμούσα, μετά από βάσανα πολλά,
να φτάσω κάποτε στο σπίτι μου για να χαρώ τον γυρισμό,
παρά γυρίζοντας εφέστιος να αφανιστώ καθώς ο Αγαμέμνων,
που δόλια τον αφάνισαν ο Αίγισθος κι η νόμιμη γυναίκα του.
Μόνο που τον κοινό θάνατο των θνητών, αυτόν δεν τον μπορούν
μήτε οι θεοί, ακόμη και σ' εκείνον που αγαπούν, για πάντα ν' αποτρέψουν,
όταν η ώρα φτάνει να γκρεμίσει κάποιον η ολέθρια μοίρα
με το ανελέητο τέλος του θανάτου.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος τότε της αποκρίθηκε:
«Μέντορα, πια δεν ωφελεί μ' αυτά να συνεχίσουμε, κι ας μας βαραίνει
τόσος πόνος· θα μείνει εκείνου ο νόστος μια ψευδαίσθηση, αφού οι αθάνατοι
αποφάσισαν τον θάνατό του, μαύρο το ριζικό του.
Γι' αυτό θέλω ν' αλλάξω τώρα λόγο, άλλο να μάθω από τον Νέστορα
ρωτώντας, που και στη γνώση και στη δίκαιη κρίση του υπερέχει—
λένε πως τρεις ολόκληρες γενιές στην Πύλο βασιλεύει,έτσι φαντάζει και σ εμένα που τον βλέπω αθάνατος.
Ω Νέστορα, γιε του Νηλέα, μίλα και πες μου την αλήθεια·
πώς πέθανε ο γιος του Ατρέα, ο Αγαμέμνων με την τόση ισχύ;
πού να ταν ο Μενέλαος; ποιον όλεθρο μελέτησε
ο δολοπλόκος Αίγισθος, που σκότωσε κατά πολύ ανώτερόν του;
μήπως εκείνος έλειπε, μήπως δεν βρέθηκε στων Αχαιών το Αργός;
αλλού παράδερνε περιπλανώμενος σε ξένες χώρες; οπότε αυτός
ξεθάρρεψε κι έκανε φόνο;»
Στον νέο τότε απάντησε ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ:
«Παιδί μου, εγώ θα σου μιλήσω, ομολογώντας όλη την αλήθεια.
Καλά το υπέθεσες και μόνος σου τι θα συνέβαινε,
αν ζωντανό τον Αίγισθο μες στο παλάτι τον πετύχαινε,
από την Τροία γυρίζοντας, ο γιος του Ατρέα, ο ξανθός Μενέλαος.
Μήτε νεκρόν δεν θ' άφηνε να τον σκεπάσουν με της γης το χώμα·
έξω απ'πόλη, απόμακρα, το πεταμένο σώμα του θα σπάραζαν
τα όρνια, τα σκυλιά, κι ούτε καμιά γυναίκα αργίτισσα
θα ταν εκεί για να τον κλάψει—με τέτοιο έγκλημα
που μέσα του μελέτησε μεγάλο.
Όταν εμείς στη μακρινή την Τροία παλεύαμε με τους πολλούς αγώνες
του πολέμου, ήσυχος κι ανενόχλητος αυτός, χωμένος στο ιππόβοτο Αργός,
ξελόγιαζε με τα πολλά του λόγια τη νόμιμη γυναίκα του Αγαμέμνονα.
Εκείνη στην αρχή δεν συναινούσε στο ατιμωτικό του έργο,
η θεία Κλυταιμνήστρα, γιατί είχε ακόμη αγαθό το φρόνημά της.
Ήταν στο πλάι της και κάποιος αοιδός, που, ξεκινώντας ο Ατρείδης
για την Τροία, πολλές φορές παράγγειλε να 'χει τον νου του
και τη γυναίκα του να συγκρατεί.
Αλλ' όταν μοίρα του θεού την έδεσε άσχημα, ώσπου να τη δαμάσει,
τότε κι ο Αίγισθος ρίχνει τον αοιδό σε κάποιο ερημονήσι,
τον άφησε βορά και λεία των πουλιών,
και θέλοντας αυτός την πήγε εκείνη με τη θέλησή της σπίτι του.
Στο μεταξύ έκαιγε στους θεούς, πάνω στους ιερούς βωμούς, μεριά πολλά,
κρέμασε και πολλά αναθήματα, χρυσαφικά και υφάσματα,
για το μεγάλο του έργο, αυτό που ανέλπιστα έφερε σε πέρας.
Εμείς μαζί αρμενίζαμε, από την Τροία γυρίζοντας,
ο γιος του Ατρέα Μενέλαος κι εγώ, δεμένοι με αμοιβαία αγάπη.
Αλλ' όταν πια κοντέψαμε στο Σούνιο, στον ιερό κάβο των Αθηνών,
τότε αναπάντεχα ο Φοίβος τον κυβερνήτη σκότωσε του Μενελάου,
ο Απόλλωνας, ρίχνοντας ανεπαίσθητα τα βέλη του, ενώ κρατούσε
εκείνος στα χέρια το πηδάλιο, κι έτρεχε ακόμη το καράβι—
Φρόντις το όνομά του, γιος του Ονήτορα, που άλλος κανείς στον κόσμο
δεν ήξερε καλύτερά του πώς να κυβερνά το πλοίο,
όταν ξεσπούσε μανιασμένη η θύελλα.
Έτσι, αναγκάστηκε ο Μενέλαος να σταματήσει εκεί, μόλο που βιάζονταν
τον δρόμο του να συνεχίσει· έπρεπε να τον θάψει,
να του προσφέρει του συντρόφου του νεκρώσιμες τιμές.
Αλλά κι αφού κατόπι ανοίχτηκε στο πέλαγο, που έχει το χρώμα του κρασιού,
και βρέθηκε, πλέοντας γοργά με βαθουλά καράβια, στο απόκρημνο όρος
του Μαλέα, ο Δίας τότε, που βροντοφωνεί, αποφασίζει
το ταξίδι του πικρό· έριξε πάνω του ανέμους που σφυρίζουν,
σήκωσε φουσκωμένα κύματα, πελώρια σαν βουνά.
Έτσι, τους έκοψε στα δυο, ρίχνοντας τα μισά καράβια στις ακτές της Κρήτης,
όπου και κατοικούν οι Κύδωνες, στις όχθες του Ιαρδάνου.
Είναι ένας βράχος λείος, που στέκει κατακόρυφος στη θάλασσα,
στα πέρατα της Γόρτυνας, στο θολωμένο πέλαγο·
εκεί στον κάβο αριστερά χτυπά ο νοτιάς κύμα μεγάλο,
στα μέρη της Φαιστού· αλλά, μικρός ο βράχος,
αντιστέκεται στο μέγα κύμα.
Εκεί όταν έφτασαν, μόλις που γλίτωσε το πλήρωμα τον όλεθρο·
τα πλοία όμως έγιναν συντρίμμια πάνω στα βράχια από τα κύματα.
Τ' άλλα τους πέντε, καράβια με την πλώρη μελανή,
τα συμπαρέσυραν ο άνεμος και το νερό στην Αίγυπτο.
Όσο λοιπόν συνάθροιζε ο Μενέλαος μαλάματα πολλά και πλούτη,
με το καράβι του περιπλανώμενος σ' αλλόγλωσσους ανθρώπους,
τόσον καιρό κι ο Αίγισθος παρανομίες έστηνε επιτόπου.
Επτά χρόνια ολόκληρα έμεινε στις πολύχρυσες Μυκήνες βασιλιάς,
μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, με τον λαό υποτακτικό του.
Αλλά πάνω στον όγδοο χρόνο τον βρήκε το κακό- ο θείος Ορέστης
επιστρέφει απ* την Αθήνα και κατέσφαξε τον πατροκτόνο,
δολοπλόκο Αίγισθο, φονιά του τιμημένου του πατέρα.
Μετά τον φόνο, στους Αργείους παραθέτει το επικήδειο δείπνο
της μισητής του μάνας, του θρασύδειλου εραστή της·
και πάνω εκεί, την ίδια μέρα, γύρισε κι ο Μενέλαος,
γενναία φωνή, με θησαυρίσματα πολλά, όσα μπορούσαν
να σηκώσουν τα καράβια του.
Αλλά κι εσύ, καλέ μου φίλε, μην τριγυρίζεις για πολύ
μακριά απ' το σπίτι σου, έκθετα αφήνοντας του παλατιού τα πλούτη
σε υπερφίαλους άντρες, μήπως τα φάνε και τα σπαταλήσουν όλα,
αφού τα μοιραστούνε μεταξύ τους, οπότε θα φανεί
μάταιος ο δικός σου δρόμος.
Ωστόσο, κι εγώ σε συμβουλεύω, λέω να πας
στου Μενελάου· γιατί ήλθε εκείνος τελευταίος απ' αλλού,
απόμακρους λαούς, απ' όπου κανείς δεν θα 'χε ελπίδα να γυρίσει,
αν πρώτα μάλιστα τον είχαν παρασύρει οι θύελλες
στο μέγα πέλαγος, τέτοιο που μήτε τα πουλιά δεν θα μπορούσαν
μέσα στον ίδιο χρόνο να περάσουν, γιατί είναι
απέραντο και φοβερό.
Λοιπόν, κίνησε τώρα με συντρόφους και καράβι·
αν όμως θες να πας πεζός, υπάρχει εδώ κι άμαξα κι άλογα,
υπάρχουν κι οι δικοί μου γιοι, να γίνουν προπομποί σου
στη θεία Λακεδαίμονα, όπου και μένει ο ξανθός Μενέλαος.
Εκεί τον ικετεύεις μόνος σου να σου μιλήσει την αλήθεια·
ψέματα δεν θα πει, είναι πολύ στοχαστικός.»
Έτσι μιλώντας, έδυσε ο ήλιος κι έπεσε το σκοτάδι·
τότε τον λόγο πήρε μεταξύ τους, τα μάτια λάμποντας, η Λθηνά:
«Γέροντα, τα λεγόμενά σου όλα καλά και στη σειρά!
Αλλά προτείνω οι γλώσσες τώρα να κοπούν, να συγκεράσετε κρασί,
πρώτα να κάνουμε σπονδή στον Ποσειδώνα και στους άλλους αθανάτους,
μετά σκεφτόμαστε τον ύπνο, έφτασε λέω η ώρα του·
κι όπως το φως βυθίστηκε στα σκότη, δεν μας ταιριάζει πια
να μείνουμε άλλο στο τραπέζι των θεών, πρέπει
να πάμε σπίτια μας.»
Λυτά τους είπε η θυγατέρα του Διός, κι εκείνοι υπάκουσαν τον λόγο της:
κήρυκες έφεραν νερό και το 'χυναν πάνω στα χέρια τους·
έφηβοι με πιοτό ξεχείλισαν κρατήρες· τις κούπες σ' όλους μοίρασαν,
να κάνουν τη σπονδή. Έβαλαν άλλοι στη φωτιά τις γλώσσες, κι έπειτα αυτοί
στάλαζαν όρθιοι το κρασί.
Όταν με τη σπονδή τους τέλειωσαν, κι ήπιαν όσο το θέλησε η ψυχή τους,
τότε ο Τηλέμαχος θεόμορφος κι η Λθηνά θεά,
οι δυο μαζί, κινούν να παν στο βαθουλό καράβι.
Λλλά τους συγκρατούσε ο Νέστορας και τους απέτρεπε μ' αυτά τα λόγια:
«Λς το εμποδίσει ο Δίας κι οι άλλοι αθάνατοι θεοί,
με τη δική μου συγκατάθεση, να κατεβείτε εσείς στο γρήγορο καράβι·
σαν να 'μουν κάποιος δίχως ρούχο, πάμφτωχος,
που μήτε βρίσκονται στο σπίτι του φλοκάτες, μήτε
σκεπάσματα καλά, να κοιμηθεί κι αυτός στα μαλακά
αλλά και ξένους να κοιμίσει.
Υπάρχουν ευτυχώς πολλές φλοκάτες και καλά σκεπάσματα,
γι' αυτό δεν πρόκειται τέτοιου πατέρα, του Οδυσσέα, ο ακριβός του γιος
σε καραβίσια κουβέρτα να πλαγιάσει· όσο ακόμη εγώ θα ζω,
αλλά κι αφού θα μείνουν κληρονόμοι στο παλάτι οι γιοι μου,
τους ξένους πάντα θα φιλοξενούν, όποιος κι αν φτάσει σπίτι μου.»
Πάλι στον Νέστορα αποκρίθηκε η θεά Λθηνά, τα μάτια λάμποντας:
«Καλέ μου γέροντα, καλός ο λόγος που είπες· και πρέπει
κι ο Τηλέμαχος να τον ακούσει—θα 'ταν αυτό και το καλύτερο.
Λοιπόν, μαζί σου τώρα να συμπορευτεί και στο παλάτι σου
να κοιμηθεί· όσο για μένα, κατεβαίνω προς το μελανό καράβι,
θάρρος να δώσω στους συντρόφους και να τους εξηγήσω τα καθέκαστα.
Γιατί είμαι ο μόνος που λογαριάζομαι πιο γέρος μεταξύ τους·
νεότεροί μου οι άλλοι, όσοι ταξίδεψαν μαζί του από αγάπη,
όλοι τους συνομήλικοι με τον γενναίο Τηλέμαχο.
Εκεί λοιπόν, στο μελανό πλεούμενο, λέω να πλαγιάσω απόψε·
με της αυγής όμως το χάραμα, το χω σκοπό να πάω
στους θαρραλέους Καύκωνες, που κάτι μου χρωστούν—
μήτε καινούργιο χρέος, μήτε λίγο.
Αλλά κι εσύ τον νέο Τηλέμαχο, που βρέθηκε στο αρχοντικό σου,
να τον προπέμψεις μ' ένα αμάξι και τον γιο σου· του δίνεις άλογα,
ανάλαφρα στο τρέξιμο, στη δύναμη όμως τα καλύτερα.»
Κι όπως αντήχησε η φωνή της, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά
πέταξε κι έφυγε ψηλά, σάμπως γυπαετός· έκθαμβοι
όλοι οι Αχαιοί, κι ο γέροντας, που αντίκρισε το θαύμα με τα μάτια του,
γέμισε θαυμασμό.
Έπιασε τότε του Τηλέμαχου το χέρι, κι έτσι μιλώντας τον προσφώνησε:
«Φίλε ακριβέ μου, φόβο δεν έχω πως θα βγεις μικρός στο μέλλον και δειλός,
αν τώρα, τόσο νέο, θεοί σε συντροφεύουν στο ταξίδι σου.
Όχι, δεν ήταν κάποιος άλλος ο θεός αυτός απ' όσους κατοικούν τον Όλυμπο·
μόνο η θυγατέρα του Διός που κυνηγά τη λεία, η Τριτογένεια,
εκείνη που τιμούσε στους Αργείους τον λαμπρό πατέρα σου.
Ω Δέσποινα, σπλαχνίσου μας, δώσε μου δόξα και τιμή,
σ' εμένα, τα παιδιά μου, τη σεμνή γυναίκα μου.
Κι εγώ χρονιάρικη δαμάλα θα σου σφάξω, με κούτελο φαρδύ
κι αδάμαστη, να μην την έχει βάλει ο άνθρωπος ακόμη στον ζυγό—
τέτοια θα σου προσφέρω εγώ, χρυσώνοντας τα κέρατά της.»
Μ' αυτά τα λόγια ευχήθηκε, κι η Αθηνά Παλλάδα τον επάκουσε.
Τότε τον δρόμο πήρε ο ιππικός Γερή νιος Νέστωρ
και ηγεμονεύοντας τους γιους και τους γαμπρούς του προχώρησε
στο ωραίο παλάτι.
Φτάνοντας έπειτα στο δοξασμένο ανάκτορο του βασιλιά,
κάθησαν όλοι στη σειρά σε θρόνους και καθίσματα.
Και για τους καλεσμένους στον κρατήρα ο γέροντας συγκέρασε
κρασί γλυκόπιοτο, από πιθάρι που η κελάρισσα το φύλαγε
έντεκα χρόνια ολόκληρα, και τώρα το άνοιξε
ξελύνοντας το σφράγισμά του.
Τέτοιο κρασί κέρασε στον κρατήρα ο γέροντας, κι ευχήθηκε πολλά
στην Αθηνά με τη σπονδή του, τη θυγατέρα του Διός
που την αιγίδα του κρατεί.
Κι όταν οι άλλοι στάλαξαν σπονδή κι ήπιαν όσο το θέλησε η ψυχή τους,
ξεκίνησαν να παν για ύπνο, καθένας σπίτι του.
Εκείνον όμως, τον Τηλέμαχο, παιδί μονάκριβο του θεϊκού Οδυσσέα,
εκεί τον έβαλε να κοιμηθεί ο ιππικός Γερή νιος Νέστωρ,
σε κλίνη τρυπητή, κάτω απ' τη στέγη της πολύβοης στοάς·
πλάι του πλάγιασε ο Πεισίστρατος, ακοντιστής καλός κι αρχηγικός,
Ι^όνος ανύπαντρος απ' τα παιδιά του Νέστορα μες στο παλάτι.
Έγειρε τότε να κοιμηθεί κι αυτός στο βάθος του αψηλού ανακτόρου,
όπου οικοδέσποινα η γυναίκα του του ετοίμαζε συζυγικό κρεβάτι,
μαζί της κάθε νύχτα να πλαγιάζει.
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του σηκώθηκε ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ
και βγήκε έξω απ' το παλάτι· πήγε και κάθησε σε πέτρες λαξεμένες,
εκεί μπροστά στημένες, στις πόρτες τις ψηλές,
λευκές, λαμποκοπώντας με το λιπαρό τους στίλβωμα.
Πιο πριν σ' αυτές συνήθιζε να κάθεται ο Νηλέας, ζυγίζοντας
τους στοχασμούς του σαν θεός. Αλλ' είχε πια από καιρό
παραδοθεί στον θάνατο και κατεβεί στον Άδη.
Τώρα ο Γερήνιος Νέστορας εκεί καθόταν, των Αχαιών ο στυλοβάτης,
με το βασιλικό σκήπτρο στο χέρι.
Στο μεταξύ γύρω του συναθροίστηκαν κι όλοι οι άλλοι γιοι του,
αφήνοντας την υπνοκάμαρή τους· Εχέφρων, Στράτιος,
Περσέας κι Άρητος, ο ισόθεος Θρασυμήδης.
Έκτος και τελευταίος έφτασε ο γενναίος Πεισίστρατος,
κι έφεραν να καθήσει πλάι του ο Τηλέμαχος, όμορφος σαν θεός.
Τότε πήρε τον λόγο μεταξύ τους μιλώντας πρώτος
ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ:
«Αγαπημένα μου παιδιά, ας γίνει αμέσως τώρα η επιθυμία μου πράξη·
απ' όλους τους θεούς πρώτα της Αθηνάς ζητώ την επιείκεια,
που χθες προσήλθε και μου φανερώθηκε στο θείο, λαμπρό μας δείπνο.
Εμπρός λοιπόν, ένας ας πάει στον κάμπο να φέρει τη δαμάλα, πρέπει
να φτάσει εδώ το γρηγορότερο—μαζί της κι ο βουκόλος,
που ξέρει αυτός πώς να την οδηγήσει.
Αλλος ας τρέξει προς το μελανό καράβι του γενναίου Τηλέμαχου,
να προσκαλέσει τους συντρόφους όλους, αφήνοντας μονάχα δυο.
Ο τρίτος να καλέσει τον χρυσικό Ααέρκη, προστάζοντας να 'ρθει
για να περιχρυσώσει του βοδιού τα κέρατα.
Οι άλλοι μείνετε μαζί μου εδώ, και πείτε
οι δούλες στο περίλαμπρο παλάτι το γεύμα να ετοιμάσουν,
να συγυρίσουν τα καθίσματα, να φέρουν ξύλα
και πεντακάθαρο νερό.»
Έτσι τους μίλησε, κι όλοι τους με σπουδή κινήθηκαν. Ήλθε
η δαμάλα από τον κάμπο· ήλθαν απ' το ισόβαρο ταχύ καράβι
οι εταίροι του γενναίου Τηλέμαχου· ήλθε κι ο χρυσικός,
στα χέρια του βαστώντας χάλκινα σύνεργα της τέχνης του,
σφυρί κι αμόνι, πυρολαβίδα καλοκαμωμένη—μ' αυτά τα σύνεργα του
δούλευε το μάλαμα· ήλθε κι Αθηνά να υποδεχτεί την ιερή θυσία.
Οπότε ο ιππικός σεβάσμιος Νέστορας έδωσε το χρυσάφι, κι ο χρυσικός
με τέχνη περιχρύσωνε του δαμαλιού τα κέρατα, για να το δει
η θεά και να χαρεί, ν' αγαλλιάσει.
Κι ενώ απ' τα κέρατα τραβούσαν τη δαμάλα ο Στράτιος κι ο θείος Εχέφρων,
έφτασε ο Άρητος, φέρνοντας απ' την κάμαρη νερό για νίψιμο
σ' ένα ανθοστόλιστο λεβέτι—με τ' άλλο χέρι του κρατούσε
πανέρι με κριθάρια.
Ο Θρασυμήδης, καρτερικός της μάχης, άδραξε κιόλας το πελέκι
και πλάι στημένος έτοιμος ήταν να κόψει τη δαμάλα,
ενώ ο Περσέας βαστούσε κούπα για το χυμένο αίμα.
Πρώτος τα χέρια του ένιψε, πασπάλισε κριθάρια κι άρχισε
με θέρμη να προσεύχεται στην Αθηνά ο ιππικός σεβάσμιος Νέστωρ,
καίγοντας στη φωτιά τρίχες απ' της δαμάλας το κεφάλι.
Κι αφού πια τέλειωσαν με τις ευχές και το πασπάλισμα του κριθαριού,
ο ψυχωμένος Θρασυμήδης, γιος του Νέστορα, σίμωσε κι άλλο
και χτυπά· έκοψε ως μέσα του λαιμού τα νεύρα το πελέκι
και την ορμή του ζώου παρέλυσε.
Κραυγάζοντας ολόλυξαν οι θυγατέρες, ολόλυξαν οι νύφες
και το σεμνό ταίρι του Νέστορα—η Ευρυδίκη, η πιο μεγάλη
κόρη του Κλυμένου.
Οι άλλοι τη δαμάλα σήκωσαν πάνω απ' τη ράχη της μεγάλης γης
και την κρατούσαν, ενώ ο Πεισίστρατος, προστάτης του λαού,
τώρα την έσφαζε—έτρεχε μαύρο το αίμα,
ώσπου το ζώο ξεψύχησε.
Πήραν να το μοιράζουν τότε σε κομμάτια, έκοψαν όλα τα μεριά,
όπως ορίζει η τάξη, τα σκέπασαν καλά με λίπος, στα δύο τα δίπλωσαν
κι έβαλαν πάνω τους κρέας ωμό.
Στις αναμμένες σχίζες ο σεβάσμιος γέρος τ' άφησε να καούν,
σταλάζοντας κρασί σπινθηροβόλο· παλληκαράκια πλάι του έπιασαν
πεντοσούβλια· κι αφού πια τα μεριά αποκάηκαν
και γεύτηκαν τα σπλάχνα, λιάνισαν τ' άλλα κρέατα,
τα πέρασαν στις σούβλες να ψηθούν,
κρατώντας με το χέρι τους τις σουβλερές άκρες των οβελών.
Την ίδια ώρα ωραία η Πολυκάστη έλουζε τον Τηλέμαχο,
κόρη πιο νέα του Νέστορα, γιου του Νηλέα.
Κι αφού τον έλουσε κι έχρισε με λάδι το κορμί του,
του φόρεσε γύρω στους ώμους όμορφη χλαμύδα και χιτώνα.
Κι όπως εκείνος βγήκε απ' τον λουτρό και προχωρούσε,
φάνταζε στο παράστημα θεός. Με τέτοιαν όψη
κάθησε πλάι στον Νέστορα, ποιμένα του λαού.
Ψημένα πια τα πάνω κρέατα, τώρα τα τράβηξαν απ' τη φωτιά
και κάθησαν να φάνε· ενώ πετιόνταν κάθε τόσο τα αρχοντόπουλα
για να κεράσουν σε μαλαματένιες κούπες το κρασί.
Κι όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ, για το πιοτό,
ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ τον λόγο αρχίζοντας τους είπε:
«Ελάτε γιοι μου, φέρετε τώρα στον Τηλέμαχο καλότριχα άλογα
που να τα ζέψετε στις άμαξες, ώστε να βρει κι αυτός τον δρόμο του.»
Έτσι τους μίλησε, αυτοί τον άκουσαν, υπάκουσαν
κι έζεψαν στη στιγμή τα γρήγορα άλογα στις άμαξες.
Στην ώρα της η οικονόμος τούς έβαλε μέσα ψωμί, κρασί,
προσφάγι—τέτοια που τρων οι διογέννητοι άρχοντες.
Τότε ο Τηλέμαχος ανέβηκε και πήρε θέση στο πανέμορφο άρμα·
πλάι του βρέθηκε ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα, προστάτης του λαού,
που πήδησε στον δίφρο, έσφιξε τα λουριά στα χέρια του,
μαστίγωσε να φύγουν τα άλογα, κι εκείνα πρόθυμα πετώντας
πέρα στον κάμπο, άφηναν τώρα πίσω τους της Πύλου
τον ψηλό καστρόπυργο.
Όλη τη μέρα, από τις δυο μεριές εξαρτημένα τα άλογα, κινούσαν τον ζυγό.
Και πήρε πια να βασιλεύει ο ήλιος, ίσκιωσαν οι μεγάλοι δρόμοι,
όταν πλησίασαν τις Φηρές και τράβηξαν στου Διοκλή το σπίτι,
που ήταν ο γιος του Ορτίλοχου, κι αυτός παιδί του Αλφειού.
Εκεί λοιπόν τη νύχτα πέρασαν, φιλοξενούμενοί του.
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
έζεψαν πάλι τα άλογα, στο στολισμένο αμάξι ανέβηκαν,
και πέρασαν αυλόθυρα και την πολύβοη στοά.
Τότε τα μαστιγώνει τα άλογα να τρέξουν, κι αυτά, χωρίς αντίσταση πετώντας
στον σιτοφόρο κάμπο, έφταναν προς το τέρμα—
τόσο γοργά τους πήγαιναν τα γρήγορα άλογα.
Έδυσε ο ήλιος, ίσκιωσαν όλοι οι μεγάλοι δρόμοι.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

δ Τά εν Λακεδαίμονι-Μνηστήρων έπιβουλή

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 26th, 2017, 3:12 am

δ Τά εν Λακεδαίμονι

κι έφτασαν, από κοιλάδες και φαράγγια, βαθιά στη Λακεδαίμονα,
τράβηξαν ίσα στο παλάτι του τιμημένου Μενελάου·
τον βρήκαν σε γαμήλιο γλέντι με πολλούς δικούς του,
γιορτάζοντας γάμο διπλό, του γιου του και της άψογής του κόρης,
μέσα στο αρχοντικό του.
Εκείνη την ετοίμαζε νύφη στον γιο του ατρόμητου Αχιλλέα,
όπως το είχε υποσχεθεί τότε στην Τροία, συγκατανεύοντας
πως θα τη δώσει—τώρα οι θεοί τον γάμο συντελούσαν.
Την ξεπροβόδιζε λοιπόν μ' άλογα κι άρματα, να ταξιδέψει
στην τειχισμένη περιλάλητη πόλη των Μυρμιδόνων,
όπου βασίλευε ο γαμπρός.
Στον γιο του πάλι έφερε κορίτσι από τη Σπάρτη, του Αλέκτορα την κόρη,
σ' αυτόν που του γεννήθηκε στερνός, ο Μεγαπένθης σφριγηλός,
από μια δούλη· γιατί οι θεοί δεν χάρισαν άλλο βλαστάρι
στην Ελένη, αφότου πρωτογέννησε χαριτωμένη θυγατέρα
την Ερμιόνη, ωραία στην όψη, σαν χρυσή Αφροδίτη.
Έτσι γλεντούσαν στο ψηλόροφο μεγάλο αρχοντικό,
γείτονες και δικοί του τιμημένου Μενελάου,
δοσμένοι ολόψυχα στην τέρψη· ανάμεσά τους τραγουδώντας ο θείος αοιδός
κρατούσε τον σκοπό χτυπώντας την κιθάρα του· και στον χορό
ξεχώριζαν δυο ακροβάτες, στη δίνη τους συνεπαρμένοι,
στη μέση εκεί.
Αυτοί, δυο ξένοι, στο πρόθυρο του παλατιού σταματημένοι με τ' άλογά τους,
γενναίος ο Τηλέμαχος, λαμπρός ο γιος του Νέστορα.
Πρόλαβε όμως και τους είδε ο Ετεωνέας,
ακόλουθος του τιμημένου Μενελάου με κύρος,
που τρέχοντας επέρασε τις κάμαρες του παλατιού για να τους αναγγείλει
στον βασιλέα, ποιμένα του λαού του.
Στάθηκε πλάι του, του μίλησε, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Κάποιοι, δυο ξένοι, αρχοντικέ Μενέλαε,
νέοι που μοιάζει η φύτρα τους να κρέμεται από τον μεγάλο Δία.
Και τώρα πες μου, να τους ξεπεζέψουμε τα γρήγορα άλογα,
ή να τους ξαποστείλουμε να παν αλλού, αν άλλος ήθελε να τους φλλέψει.»
Αλλά ο ξανθός Μενέλαος τον αποπήρε με βαριά αγανάκτηση:
«Ετεωνέα, του Βοηθού γιε, δεν ήσουν άλλοτε τόσο μωρός
στο παρελθόν μα να που τώρα ανόητα μιλάς, σαν άμυαλο παιδί.
Μόλο που ξέρεις πως χορτάσαμε, εγώ κι εσύ, δείπνα πολλά
φιλόξενα σ' άλλους ανθρώπους, προτού γυρίσουμε στα μέρη μας,
ελπίζοντας να μας γλιτώσει ο Δίας κάποτε από τη συμφορά. Λύσε λοιπόν
των ξένων τ* άλογα και πέρασέ τους μέσα να χαρούν
το φαγοπότι μας.»
Όπως του μίλησε, όρμησε εκείνος έξω από την αίθουσα, φωνάζοντας
να τον συντρέξουν πρόθυμα τ' άλλα παλληκαράκια. Κι αυτοί
λύνουν απ' τον ζυγό κάθιδρα τ' άλογα, τα 'δεσαν στο παχνί
μαζί με τ' άλλα συντροφιά, τους έβαλαν να φάνε ζειά
ανάκατη μ' άσπρο κριθάρι, κι ύστερα ακούμπησαν την άμαξα
στην πρόσοψη του τοίχου πάμφωτη.
Όταν τους πέρασαν στο θείο παλάτι, έμειναν έκθαμβοι
βλέποντας γύρω τους το αρχοντικό του δοξασμένου βασιλιά·
μια λάμψη, σαν τον ήλιο ή τη σελήνη, αντανακλούσε
ψηλόροφο το μέγαρο του τιμημένου Μενελάου.
Κι αφού τη χάρηκαν τα μάτια τους την τόσην ομορφιά,
επήγαν στους γυαλιστερούς λουτήρες να λουστούν.
Εκεί τους έλουσαν οι παρακόρες και τους άλειψαν με λάδι,
τους φόρεσαν σγουρές χλαμύδες και χιτώνες,
ύστερα τους οδήγησαν σε θρόνους, να καθήσουν
πλάι στον Μενέλαο, τον γιο του Ατρέα.
Αμέσως μια θεραπαινίδα, κρατώντας πάγκαλο χρυσό κανάτι,
από ψηλά τούς έχυνε νερό σ ένα λεβέτι ασημωμένο,
τα χέρια τους να νίψουν μετά τους έστρωσε καλόξυστο τραπέζι.
Όπου η σεμνή κελάρισσα τους έφερε μπροστά
φαγώσιμα πολλά, θέλοντας να τους ευχαριστήσει.
Και να κι ο τραπεζάρχης, ανεμίζοντας πινάκια με κρέατα κάθε λογής,
τα πρόσφερε, κι έβαλε πλάι τους μαλαματένιες κούπες.
Τότε ο ξανθός Μενέλαος τους δεξιώθηκε μ' αυτά τα λόγια:
«Πιάστε ψωμί για καλωσόρισμα· κι όταν γευτείτε και χορτάσετε
το δείπνο, τότε θα σας ρωτήσουμε τους δυο
να πείτε ποιων ανθρώπων είσαστε οι βλαστοί* γιατί ασφαλώς
δεν έσβησαν τα γονικά σας· σίγουρα κρέμεται η γενιά σας
από μεγάλους βασιλείς επιφανείς, με σκήπτρο—ασήμαντοι δεν θα μπορούσαν
να γεννήσουν τέτοιους γιους.»
Είπε, κι αμέσως πήρε με το χέρι του παχύ κομμάτι από βοδίσια ράχη,
τιμητική μερίδα για τον ίδιο που την έδωσε στους ξένους.
Εκείνοι απλώνουν τα δυο τους χέρια στο έτοιμο φαγητό,
κι όταν ο πόθος τους κορέστηκε για το φαΐ, για το πιοτό,
γύρισε τότε το κεφάλι του στον γιο του Νέστορα ο Τηλέμαχος,
συγκλίνοντας κοντά του, να μην ακούν οι άλλοι:
«Δες και στοχάσου, Νεστορίδη, εγκάρδιε φίλε,
πώς στο χαρούμενο παλάτι αστράφτει ο μπρούντζος,
πώς λάμπει το χρυσάφι και το κεχριμπάρι, το ασήμι και το φίλντισι.
Έτσι θα φαίνονται τα δώματα του ολύμπιου Δία μέσα στην αυλή του,
όπως αυτά, με τα πολλά κι αμέτρητα που δείχνουν—
έκθαμβος μένω που τα βλέπω.»
Αλλά άκουσε ο ξανθός Μενέλαος τον θαυμασμό του,
και του αντιμίλησε με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Αγαπημένα μου παιδιά, δεν πρέπει ένας θνητός
ν' ανταγωνίζεται τον Δία, γιατί είναι αθάνατα τα κτίσματα,
αθάνατα και τα αποκτήματά του.
Ίσως μπορούσε κάποιος άνθρωπος να παραβγεί μαζί μου, ίσως κι όχι,
στα πλούτη που κατέχω. Όσα μετά από τόσα πάθη
και άλλη τόση περιπλάνηση έφερα εδώ με τα καράβια μου,
γυρίζοντας αργά στον όγδοο χρόνο.
Περιπλανήθηκα στην Κύπρο, στη Φοινίκη και στην Αίγυπτο,
έφτασα στους Αιθίοπες, τους Σιδονίους κι Ερεμβούς,
και πέρα ως τη Αιβύη, όπου τ' αρνιά μόλις γεννιούνται
βγάζουν κέρατα—εκεί γεννούν τα πρόβατα
μέσα στον ίδιο χρόνο τρεις φορές.
Στα μέρη τους, μήτε αρχοντόπουλο μήτε βοσκός δεν μένει
από τυρί και κρέας, δεν του απολείπει γάλα γλυκούτσικο,
αφού καθημερνά κι αδιάκοπα τους δίνουν γάλα
γι' άρμεγμα τ' αρνιά τους.
Κι όμως, όσο καιρόν εγώ παράδερνα, μαζεύοντας τόσα αγαθά,
βρήκε τον χρόνο ο άλλος κι έσφαξε τον αδελφό μου, λαθραία κι ανέλπιστα,
με δόλο της καταραμένης του γυναίκας—
γι' αυτό δεν χαίρομαι που βασιλεύω μες στα πλούτη μου.
Θα το 'χετε, φαντάζομαι, κι εσείς ακούσει απ' τους γονείς σας,
όποιοι και να ναι· υπέφερα πολύ, το σπιτικό μου ρήμαξε
στην πιο μεγάλη ακμή του, τότε που φύλαγε περιουσία πολύτιμη.
Παρ' όλα ταύτα, θα προτιμούσα να ζούσα τώρα με το ένα τρίτο της
σ' αυτό το σπίτι, φτάνει να ήσαν σώοι όσοι αφανίστηκαν τότε
στης Τροίας τον κάμπο μακριά απ' το ιππόβοτο Αργός.
Γι' αυτό θρηνώ κι οδύρομαι, σε τούτο το παλάτι καθισμένος
ώρες ατέλειωτες, όταν τους σκέφτομαι, όλους· άλλοτε ξαλαφρώνω την ψυχή μου
με το κλάμα, άλλοτε πάλι σταματώ, γιατί κι ο κρύος γόος
γρήγορα χορταίνεται.
Αλλά κανέναν άλλον τόσο δεν θρηνώ, παρόλο που με σφάζει ο πόνος,
όσο τον ένα εκείνον εχθρεύομαι τον ύπνο και το φαγητό,
όταν τον φέρνει ο νους μου, αφού κανένας άλλος Αχαιός δεν δοκιμάστηκε
μ' όσα δοκίμασε ο Οδυσσέας και σήκωσε. Του έμελλε όμως
μοίρα θλιβερή, κι εμένα αλησμόνητος, αβάστακτος καημός
για κείνον που χάθηκε, πάει καιρός, και πια δεν ξέρουμε
αν ζει ή πέθανε. Τον κλαιν, ακούω, ο γέροντας Λαέρτης,
η Πηνελόπη συνετή και βέβαια ο Τηλέμαχος,
που νεογέννητο μωρό τον άφησε στο σπίτι.»
Μιλώντας έτσι, ξύπνησε τον πόθο του πατέρα του στον νέο,
που βούρκωσε· το δάκρυ κύλησε στη γη από τα βλέφαρά του
ακούγοντας τ' όνομα του πατέρα του,
κι αμέσως ανασήκωσε την πορφυρή χλαμύδα
με τα δυο του χέρια σκεπάζοντας τα μάτια του. Αλλά ο Μενέλαος
τον είδε και κατάλαβε· νους και ψυχή του ταλαντεύθηκαν
αν έπρεπε να τον αφήσει να μνημονεύσει μόνος τον πατέρα του,
ή να τον δοκιμάσει πρώτος, αυτός ρωτώντας τα καθέκαστα.
Κι όσο το δίλημμα αναθίβανε στον νου και στην ψυχή του,
φάνηκε η Ελένη, κατεβαίνοντας από τον μυρισμένο θάλαμό της,
σαν άλλη Αρτεμη με τα χρυσά της βέλη.
Μαζί της η Αδρήστη, που κάθισμα άνετο της έστησε,
η Αλκίππη, που της έφερε μάλλινο μαλακό κιλίμι,
κι ακόμη η Φυλώ, που της κρατούσε το ασημένιο της πανέρι, χάρισμα αυτό
από την Αλκάνδρη, ταίρι του Πόλυβου, που τώρα τη Θήβα κατοικούσε
της Αιγύπτου, όπου και το παλάτι του με τα πολλά του πλούτη.
Ο Πόλυβος, που χάρισε του Μενελάου δυο λουτήρες αργυρούς,
δυο τρίποδες και δέκα τάλαντα χρυσάφι.
Χώρια η γυναίκα του, που πρόσφερε πάγκαλα δώρα στην Ελένη·
ρόκα χρυσή κι εκείνο το ασημένιο κυλιστό πανέρι
μ' ακρόχειλα μαλαματένια.
Αυτό της έφερε η Φυλώ, γεμάτο νήμα δουλεμένο,
και τεντωμένη επάνω του την ηλακάτη
με μαλλί μενεξεδένιο.
Κάθησε εκείνη στον στημένο θρόνο της, ακούμπησε τα πόδια στο σκαμνί,
κι αμέσως πήρε να ρωτά τον άντρα της το καθετί:
«Ξέρουμε αλήθεια, ευγενικέ Μενέλαε, για ποια γενιά καυχώνται
οι νέοι εδώ που βρέθηκαν μες στο δικό μας το παλάτι;
Παραίσθηση, ή θα πετύχω την αλήθεια; Θέλει η ψυχή μου ωστόσο να το πει:
ομολογώ, ποτέ μου ως τώρα δεν είδα άνθρωπο να μοιάζει τόσο
(άντρας, γυναίκα—τον βλέπω και θολώνει ο νους μου)
όπως αυτός στου μεγαλόψυχου Οδυσσέα τον γιο·
για τον Τηλέμαχο μιλώ, που νεογέννητο μωρό τον άφησε
τότε στο σπίτι εκείνος, όταν εσείς οι Αχαιοί,
για χάρη μου, μιας άθλιας σκύλας, φτάσατε κάτω από την Τροία
κι ανοίξατε τον άγριο πόλεμο.»
Της αποκρίθηκε μιλώντας ο ξανθός Μενέλαος:
«Το ίδιο σκέφτομαι τώρα κι εγώ, γυναίκα, καθώς εσύ τον εξομοίωσες·
τέτοια τα πόδια εκείνου, τέτοια τα χέρια,
τέτοιο το βλέμμα των ματιών, η κεφαλή, η πλούσια κόμη.
Κι όταν πριν από λίγο εγώ μιλώντας τον Οδυσσέα μνημόνευσα,
τα πάθη που έπαθε και μόχθησε για τη δική μου χάρη εκείνος, ο νέος εδώ
στο δάκρυ πνίγηκε και σήκωσε την πορφυρή χλαμύδα
τα μάτια του να κρύψει.»
Τον λόγο τώρα ανέλαβε μιλώντας ο γιος του Νέστορα Πεισίστρατος:
«Ατρείδη, ευγενικέ Μενέλαε, προστάτη του λαού,
αληθινά, κι όπως το λες, αυτός εκείνου είναι ο γιος·
αλλά τον συγκρατεί η πολλή του σύνεση, αισθάνεται ντροπή,
σ' αυτή την πρώτη επίσκεψή του να αποδειχτεί αυθάδης,
απέναντι σ' εσένα μάλιστα, που η θεία φωνή σου μας προσφέρει
τόση τέρψη.
Εμένα ομολογώ πως μ' έστειλε ο ιππικός Γερήνιος Νέστωρ,
να γίνω σύντροφος στον δρόμο του· επιθυμούσε τόσο να σε δει,
αν ήθελες να τον συμβούλευες με κάποιον λόγο σου ή πράξη.
Γιατί το ξέρεις, πολλά τα βάσανα ενός γιου στο σπίτι που λείπει
ο πατέρας του μακριά, κι άλλοι δεν βρίσκονται να του παρασταθούν.
Όπως συμβαίνει τώρα στον Τηλέμαχο, που εκείνος χάθηκε στα ξένα,
και δεν υπάρχουν στη χώρα οι άλλοι που θα μπορούσαν
ν' αποτρέψουν το κακό.»
Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο ξανθός Μενέλαος:
«Ω θεέ μου, δες! ποιου ακριβού φίλου πολύτιμου έφτασε ο γιος
στο σπίτι μου· εκείνου που για χάρη μου πάνω του σήκωσε
πολλά βάσανα του πολέμου.
Κι έλεγα, νά 'ρθει, και θα του δείξω τη μεγάλη αγάπη μου,
ξεχωριστή απ' όλους τους Αργείους· μόνο να χάριζε τον νόστο μας
ο ολύμπιος Ζευς, θεός πανόπτης, και πίσω οι δυο μας να γυρίζαμε
με γρήγορα καράβια· τότε λογάριαζα πως θα του έδινα να κατοικήσει
εδώ στο Αργός πόλη και παλάτι· πως θα τον έφερνα από την Ιθάκη,
μ' όλα τα πλούτη του, τον γιο του, τον λαό του· αδειάζοντας
μια πολιτεία κοντινή, όσες είναι τριγύρω μας
κι ανήκουν στο βασίλειό μου.
Κι έτσι κοντά ένας στον άλλο, συχνά θα σμίγαμε· τίποτε πια δεν θα μπορούσε
τους δυο να μας χωρίσει στην αμοιβαία αγάπη μας, στη δίδυμη χαρά μας,
ώσπου να πέσει μαύρο το νέφος του θανάτου, και να μας σκεπάσει.
Αλλά όλα αυτά κάποιος θεός φαίνεται πως τα φθόνησε,
που στέρησε μόνο σ' αυτόν τον νόστο.»
Με τέτοια λόγια σήκωσε σ' όλους τον πόθο για κλάμα γοερό:
θρηνούσε η αργεία Ελένη, θυγατέρα του Διός,
θρηνούσε κι ο Τηλέμαχος, θρηνούσε κι ο Μενέλαος του Ατρέα,
αδάκρυτα δεν έμειναν τα μάτια μήτε του γιου του Νέστορα,
καθώς θυμήθηκε τον αδελφό του Αντίλοχο, το άψογο παλληκάρι,
που τον εσκότωσε λαμπρός ο γιος της φαεινής Ηώς.
Μ' εκείνου την ενθύμηση πήρε τον λόγο, κι όπως μίλησε,
τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Γιε του Ατρέα, δεν είναι άλλος φρονιμότερος στον κόσμον από σένα·
το 'λεγε ο γερο-Νέστορας συχνά, όταν ο λόγος το φερνε
μες στο παλάτι, και εμείς ρωτούσαμε για σένα.
Ωστόσο τώρα, αν επιτρέπεται, άκου τη γνώμη μου· ομολογώ
πως δεν το βρίσκω διόλου ευχάριστο να παραδίνομαι στο κλάμα
απόδειπνα—θα ξημερώσει κι αύριο πρωί η Αυγή.
Δεν λέω βέβαια πως θα 'πρεπε να ντρέπεται όποιος οδύρεται
γιατί του πέθανε δικός του άνθρωπος, ακολουθώντας
το θνητό του ριζικό.
Όλοι το ξέρουν πως είναι αυτή η στερνή τιμή των δύστυχων νεκρών
οι ζωντανοί να κόβουν τα μαλλιά τους, να μη λυπούνται τα αναφιλητά τους.
Μου πέθανε κι εμένα αδελφός· δεν ήταν άσημος καθόλου
στους Αργείους—εσύ πρέπει να το γνωρίζεις. Εγώ δεν τον αντάμωσα,
ποτέ μου δεν τον είδα· όμως οι άλλοι ομολογούν πόσο
ο Αντίλοχος ξεχώριζε, πιο γρήγορος στο τρέξιμο και πάντοτε
στη μάχη αντρείος.»
Τον λόγο πήρε κι αποκρίθηκε στον νέο ο ξανθός Μενέλαος:
«Είπες, καλέ μου φίλε, όσα που θα 'λεγε και θα 'κανε
φρόνιμος άντρας, μεγαλύτερός σου—τέτοιου πατέρα
είσαι ο γιος, γι' αυτό και τόσο γνωστικά μιλάς.
Αναγνωρίζεται εύκολα το γονικό κλωνάρι εκείνου που
ευλόγησε ο Κρονίδης με μοίρα ευτυχισμένη, στον γάμο και στη γέννησή του.
Όπως τον Νέστορα, που τον εμοίρανε να ζήσει ατέλειωτες τις μέρες του,
πλούσιος να γεράσει ο ίδιος στο παλάτι,
αλλά κι οι γιοι του να 'ναι συνετοί κι άριστοι στο κοντάρι.
Ωστόσο τώρα ας κόψουμε τον θρήνο μας, που πριν μας συνεπήρε,
ας θυμηθούμε πάλι πως δειπνούμε, κι ας έλθουν κάποιοι
να ρίξουν στα χέρια μας νερό. Κι όσα έχουμε να πούμε,
αύριο, μόλις ξημερώσει, τα λέμε μεταξύ μας
ο Τηλέμαχος κι εγώ.»
Είπε, κι αμέσως έχυσε νερό στα χέρια τους, πρόθυμος παραγιός
του τιμημένου Μενελάου, ο Ασφαλίων,
κι εκείνοι απλώνουν χέρια καθαρά στο ετοιμασμένο φαγητό.
Τότε η Ελένη, θυγατέρα του Διός, στόχαστηκε άλλα·
δίχως να περιμένει, ρίχνει στο κρασί τους, μέσα από εκείνο που έπιναν,
ένα βοτάνι που το πένθος σβήνει, τη χολή πραΰνει,
κι είναι της κάθε συμφοράς η λησμοσύνη.
Όποιος το καταπιεί, μες στον κρατήρα ανάμεικτο, ολόκληρη τη μέρα
αδάκρυτος θα μείνει· ακόμη κι αν του πέθανε μάνα, πατέρας·
ακόμη κι αν μπροστά του ξέσκιζε τον αδελφό του
ή και τον γιο του ο χαλκός του εχθρού,
κι αυτός τον έβλεπε μ έντρομα μάτια.
Τέτοια τα φάρμακα της θυγατέρας του Διός, θαυματουργά
και σπάνια, που της τα χάρισε η Πολυδάμνη, σύζυγος του Θώνα,
εκεί στην Αίγυπτο, όπου χωράφια εύφορα βότανα βγάζουν
πάμπολλα και ανάμεικτα—πολλά καλά, πολλά φαρμακερά.
Εκεί ο καθένας τους είναι γιατρός, με γνώση κι αξεπέραστος
στον κόσμο ολόκληρο· γιατί η γενιά τους κατεβαίνει απ' τον Παιήονα.
Τότε λοιπόν η Ελένη έριξε το βοτάνι στο κρασί τους, παράγγειλε
να τους κεράσουν, και πήρε πάλι αυτή τον λόγο να τους πει:
«Γιε του Ατρέα, ευγενικέ Μενέλαε, κι εσείς παιδιά
από λαμπρούς πατέρες· δίνει ο θεός άλλοτε σ' άλλον
το καλό και το κακό, ο Δίας παντοδύναμος.
Καλύτερα λοιπόν να συνεχίσετε το δείπνο σε τούτο το παλάτι
καθισμένοι και να χαρείτε ιστορίες παλιές—εγώ θα σας διηγηθώ
κάποια που να ταιριάζει στην περίσταση.
Δεν πρόκειται να εξιστορήσω τώρα, να πω με το όνομά τους,
όλους τους άθλους που κατόρθωσε με την υπομονή του ο Οδυσσέας·
τον ένα μόνο, αυτόν που τόλμησε κι έπραξε ο αντρείος εκείνος
στη χώρα εκεί της Τροίας, όπου τα πάθη του πολέμου
οι Αχαιοί υποφέρατε.
Μόνος του αυτός, πληγώνοντας το σώμα του με τις πιο άσχημες πληγές,
σ' άθλια κουρέλια τύλιξε τους ώμους του, μοιάζοντας δούλος,
και γλίστρησε στην πόλη των εχθρών με τους μεγάλους δρόμους.
Έγινε άλλος άνθρωπος, την όψη παίρνοντας
ενός ζητιάνου (τέτοιον δεν θα 'βρισκες στα αργίτικα καράβια),
κι έτσι παραλλαγμένος χώθηκε στης Τροίας το κάστρο.
Οι άλλοι όλοι σαστισμένοι παραμέρισαν μόνη μου εγώ τον αναγνώρισα,
παρά την παραμόρφωσή του, και πήρα να τον δοκιμάζω
με τις ερωτήσεις μου· εκείνος όμως, πονηρός και ξύπνιος,
όλο μου ξέφευγε.
Και μόνο όταν πια τον έλουσα, τον άλειψα με λάδι,
τον έντυσα με ρούχα καθαρά, ορκίστηκα όρκο βαρύ
να μην τον φανερώσω πως βρίσκεται στους Τρώες ανάμεσα ο Οδυσσέας,
προτού γυρίσει πίσω στα γρήγορα καράβια του και στις σκηνές·
τότε μονάχα μου αποκάλυψε το τι είχαν βάλει οι Αχαιοί στον νου τους.
Κι αφού πετσόκοψε Τρώες πολλούς με το μακρύ του, κοφτερό σπαθί,
γύρισε στους Αργείους πίσω, ξέροντας πια πολύ καλά τον τόπο.
Τσίριξαν τότε οι άλλες Τρωαδίτισσες· όμως εμένα γέμισε χαρά
η καρδιά μου* γιατί είχα αλλάξει μέσα μου, ήθελα πια
σπίτι μου να γυρίσω μετανιωμένη για την τύφλα μου, που μου τη φόρτωσε
η Αφροδίτη· όταν με πήρε να με φέρει εδώ, μακριά
απ' τη γλυκιά πατρίδα μου και χωρισμένη από τη θυγατέρα μου,
από την κάμαρή μου, τον νόμιμο άντρα μου, που βέβαια δεν υπολείπεται
σε τίποτε κι από κανένα, μήτε στη γνώση του μήτε στην ομορφιά.»
Αμέσως μίλησε ο ξανθός Μενέλαος, της είπε:
«Όλα σου δίκαια και σωστά, γυναίκα, και καλά τα ιστόρησες.
Αλλά κι εγώ, που γνώρισα πολλών ανθρώπων γνώμη και γνώση,
γιατί τριγύρισα σε τόσα ξένα μέρη, ποτέ μου ως τώρα
τα μάτια μου δεν είδαν κάποιον που να 'χει την καρδιά
του καρτερόψυχου Οδυσσέα.
Παράδειγμα το τι κατόρθωσε και πήρε επάνω του ο αντρείος εκείνος,
μέσα στο ξύλινο άλογο, όπου, δίχως εξαίρεση, καθήσαμε
απ' τους Αργείους οι άριστοι, τον φόνο και τον θάνατο
να φέρουμε στους Τρώες.
Κι ήλθες εκεί κι εσύ* μπορεί και κάποιος δαίμονας να σε παρότρυνε,
που γύρευε τιμή και δόξα στους Τρώες να προσφέρει—
σ' ακολουθούσε από κοντά ο Δηίφοβος θεόμορφος.
Έφερες τότε γύρο τρεις φορές, ψηλάφησαν τα δάχτυλά σου
την κοιλιά του αλόγου, και πήρες να καλείς με το όνομά τους
τους αριστείς των Δαναών,
με μια φωνή ολόιδια της γυναίκας καθενός Αργείου.
Εγώ και του Τυδέα ο γιος κι ο θείος Οδυσσέας,
οι τρεις εκεί στη μέση καθισμένοι, σ' ακούσαμε να μας καλείς.
Κι ενώ οι δυο μας πεταχτήκαμε, μας συνεπήρε ο πόθος ή έξω
από το άλογο να βγούμε ή από μέσα να σου αποκριθούμε,
ο Οδυσσέας μάς κρατούσε και τη λαχτάρα μας εμπόδιζε.
Τότε λοιπόν οι άλλοι, όλοι των Αχαιών οι γιοι μείναν βουβοί·
μόνος ο Αντικλος θέλησε να σου δώσει απόκριση· αλλά του φράζει
ο Οδυσσέας το στόμα με τα δυο του χέρια δυνατά,
έτσι γλιτώνοντας όλους τους Αχαιούς.
Και δεν τον άφησε, παρ' όταν κι εσένα σ' απομάκρυνε
η Αθηνά Παλλάδα.»
Ανταποκρίθηκε κι ο συνετός Τηλέμαχος τώρα μιλώντας:
«Γιε του Ατρέα, ευγενικέ Μενέλαε, προστάτη του λαού σου,
ο πόνος έτσι μεγαλώνει· γιατί όλα αυτά τα κατορθώματα
δεν έφτασαν για ν' αποτρέψουν τον θλιβερό χαμό του,
κι ας είχε εκείνος μέσα του καρδιά από ατσάλι.
Αλλά καιρός, με τη δική σας συγκατάθεση, να πέσουμε στο στρώμα,
να βρούμε τέρψη κι ανακούφιση στον ύπνο, γλυκά να κοιμηθούμε.»
Μίλησε, κι αμέσως η αργεία Ελένη δίνει εντολή
στις παρακόρες της, εκεί μπροστά στην αίθουσα με τη σκεπή,
τις κλίνες τους να στήσουν, να ρίξουν πάνω τους ωραία στρωσίδια
πορφυρά, ν' απλώσουν τα χαλιά και τις σγουρές φλοκάτες,
γύρω τους να τις τυλιχτούν.
Εκείνες βγήκαν απ' την αίθουσα, στα χέρια τους κρατώντας δάδες,
κι ετοίμασαν τα δυο κρεβάτια· ευθύς ο κήρυκας παρέξω
οδήγησε τους ξένους, κι αυτοί κοιμήθηκαν στου παλατιού τον πρόδομο,
γενναίος ο Τηλέμαχος, λαμπρός ο γιος του Νέστορα.
Κι ο γιος του Ατρέα πήγε στη μέσα μέσα κάμαρη
του ψηλοτάβανου σπιτιού να κοιμηθεί· πλάι του πλάγιασε
η Ελένη πεπλοφόρος, γυναίκα θείας ομορφιάς.
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του πετάχτηκε με τη βαριά φωνή ο Μενέλαος,
το ρούχο του φορώντας πέρασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια,
κι από την κάμαρή του βγήκε προχωρώντας σαν θεός·
πήγε μετά και κάθησε πλάι στον Τηλέμαχο, μιλώντας είπε:
«Γενναίε Τηλέμαχε, ποια ανάγκη σ' έφερε στα μέρη μας,
εδώ στη θεία Αακεδαίμονα, περνώντας την πλατιά ράχη
της θάλασσας; δημόσιος λόγος ή προσωπική σου υπόθεση;
Πες μου και μίλα την αλήθεια.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος αμέσως αποκρίθηκε:
«Γιε του Ατρέα, ευγενικέ Μενέλαε, της χώρας στυλοβάτη,
ήλθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου.
Γιατί το σπίτι μου ερημώνεται, ρημάζουν κάρπιμα χωράφια,
γέμισε το παλάτι μ' ένα τσούρμο εχθρούς, που αδιάκοπα
και σωρηδόν σφάζουν τα πρόβατα, βόδια στριφτόποδα κι ελικοκέρατα—
είναι της μάνας μου οι μνηστήρες, βάναυσοι κι αλαζόνες.
Γι' αυτόν τον λόγο τώρα προσπέφτω στα δικά σου γόνατα,
αν ήθελες εκείνου τον φριχτό χαμό να πεις,
αν ίσως και τον είδες με τα μάτια σου
ή κι άλλον άκουσες για κείνον να μιλά
στην περιπλάνησή του—
αφού τον γέννησε τρισάμοιρον αυτόν η μάνα του.
Μη λυπηθείς λοιπόν και, συμπονώντας με, τα λόγια σου γλυκάνεις·
μίλησε ελεύθερα, πες μου να μάθω τα όσα αντίκρισαν τα μάτια σου.
Σε ικετεύω· αν κάποτε ο πατέρας μου, ο τιμημένος Οδυσσέας,
κάτι σπουδαίο κατόρθωσε, με λόγο ή έργο, εκεί στης Τροίας τη χώρα,
όπου κι εσείς οι Αχαιοί ζήσατε τόσα πάθη,
αυτά θυμήσου τώρα και πες μου την αλήθεια.»
Του μίλησε ο ξανθός Μενέλαος, με δυσφορία μεγάλη:
«Πανάθεμά τους! Σε ποιανού την κλίνη θέλησαν να πλαγιάσουν
ενός περήφανου με τίμιο φρόνημα, αυτοί οι δειλοί και τιποτένιοι.
Πώς κάποτε στο δάσος ελαφίνα πάτησε μονιά από λιοντάρι ανήμερο,
που πήγε εκεί και κοίμισε τα βυζανιάρικα νιογέννητά της ελαφάκια
κι ύστερα βγήκε να γυρέψει τη βοσκή της σε φαράγγια,
λαγκάδες χλοερές, αλλά την πρόφτασε γυρνώντας πίσω το λιοντάρι,
και μέσα εκεί θανάτωσε κι αυτήν κι αυτά, άθλια κι άσχημα·
παρόμοιο θάνατο θα δώσει και σ' εκείνους ο Οδυσσέας.
Αμποτε, Δία πατέρα, Αθηνά κι Απόλλωνα,
να *ταν εκείνος τώρα όπως στη Λέσβο τότε την καλοχτισμένη,
όταν λογόφεραν με τον Φιλομηλείδη, οπότε αυτός σηκώθηκε
μαζί του να παλέψει, κι όπως τον έριξε στο χώμα με τη δύναμή του,
έδειξαν τη χαρά τους όλοι οι Αχαιοί.
Αμποτε τέτοιος ο Οδυσσέας να σμίγε με τους μνηστήρες,
τότε πικρός θα 'βγαινε ο γάμος τους, απότομος ο θάνατός τους.
Όσο για κείνα που ρωτάς παρακαλώντας, εγώ δεν πρόκειται
άλλα να σου πω, για να ξεφύγω ή να σε ξεγελάσω·
ό,τι μου εξήγησε ο αλάνθαστος ενάλιος γέροντας, τίποτε
απ' αυτά δεν θα σου κρύψω, μήτε θα τα σκεπάσω.
Στην Αίγυπτο οι θεοί ακόμη με κρατούσαν, μόλο που τόσο
επιθυμούσα να γυρίσω πίσω, γιατί δεν τους επρόσφερα θυσία
λαμπρή τις εκατόμβες—αλλά οι αθάνατοι πάντοτε θέλουν
να θυμόμαστε τις εντολές τους.
Ένα νησί βρίσκεται εκεί, το βρέχει η ταραγμένη θάλασσα,
αντικριστά στην Αίγυπτο, το λένε Φάρος·
απέχει τόσο απ' τη στεριά, που ένα καράβι βαθουλό μες σε μια μέρα
θα μπορούσε να κάνει την απόσταση, φτάνει να το συντρόφευε
με τις πνοές του ούριος άνεμος.
Έχει λιμάνι απάνεμο, όπου τα πλοία ισόρροπα,
προτού ανοιχτούν στο πέλαγος, τραβούν νερό από σκοτεινές πηγές.
Εκεί λοιπόν μ' εμπόδιζαν είκοσι μέρες οι θεοί· κι ούτε στιγμή
δεν έλεγαν τη θάλασσα να κυματίσουν άνεμοι της στεριάς καλοί,
που όταν φυσούν, γίνονται σύντροφοι των καραβιών
στα πλάτη της θαλάσσης.
Στο μεταξύ θα τέλειωναν κι όλες μας οι τροφές, μαζί τους των συντρόφων
το κουράγιο, αν δεν με σπλαχνιζόταν μια θεά να μ' ελεήσει·
του αδάμαστου Πρωτέα η κόρη, του ενάλιου γέροντα,
η Ειδοθέη—εκείνης την καρδιά φαίνεται πως πολύ συγκίνησα.
Κι όπως παράδερνα μονάχος στο νησί, απ' τους συντρόφους χωρισμένος,
φάνηκε ξαφνικά μπροστά μου· αυτοί περιτριγύριζαν τις όχθες
του νησιού κι όλη τη μέρα ψάρευαν με τα καμπύλα αγκίστρια,
γιατί τους θέριζε της άδειας τους κοιλιάς η πείνα.
Στάθηκε τότε εκείνη πλάι μου, μιλώντας είπε:
"Ξένε μου, παραείσαι νήπιος· χαλάρωσε κι ο νους σου; ή μήπως
θεληματικά μου αφήνεσαι, απολαμβάνοντας τον πόνο των παθών σου;
Αφού τόσο καιρό εμποδίζεσαι, και δεν μπορείς να βρεις
κάποια σωτήρια λύση, τώρα που πια εξαντλήθηκε κι η αντοχή
των φίλων σου."
Στον λόγο της εγώ αποκρίθηκα με τον δικό μου λόγο:
"Θα σου μιλήσω φανερά, όποια θεά κι αν είσαι.
Όχι, δεν αποκλείστηκα από μόνος μου· μάλλον θα πρέπει
να 'χω σφάλει στους θεούς, που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Αλλά από σένα τώρα περιμένω να μου πεις, αφού οι αθάνατοι
ξέρουν τα πάντα, το ποιος θεός δεμένο με κρατεί, ποιος έκλεισε
τον δρόμο μου, το πώς θα βρω τον νόστο μου, περνώντας
το ψαρίσιο πέλαγος."
Έτσι της μίλησα, κι εκείνη, σεβαστή θεά, πήρε τον λόγο κι είπε:
"Ξένε, θα σου μιλήσω ειλικρινά και τίμια:
στα μέρη αυτά κυκλοφορεί ο ενάλιος γέρος που ποτέ δεν σφάλλει,
αθάνατος ο Αιγύπτιος Πρωτέας, που ορίζει με τη γνώση του
όλης της θάλασσας τα βάθη, στον Ποσειδώνα ωστόσο υποτελής—
λένε πως είναι εκείνος που με γέννησε, ο πατέρας μου.
Αυτόν λοιπόν, αν με κάποιον τρόπο εσύ κατόρθωνες να παγιδέψεις,
να τον πιάσεις, θα 'ταν σε θέση να σου πει τον νόστο σου,
να σου μετρήσει το μακρύ ταξίδι,
το πώς θα γύριζες περνώντας το ψαρίσιο πέλαγος.
Ακόμη, ξένε ευγενικέ, ανίσως θέλεις, εκείνος θα μπορούσε να σου μαρτυρήσει
και τι κακό ή καλό έχει συντελεστεί μες στο παλάτι σου,
αφότου εσύ πήρες τον τόσο μακρινό, μαρτυρικό σου δρόμο φεύγοντας."
Στα λόγια της εγώ μ' αυτά τα λόγια ανταποκρίθηκα:
"Εξήγησέ μου τώρα εσύ το πώς να παγιδέψω τον θεϊκό Πρωτέα,
μήπως προλάβει να με δει, με αναγνωρίσει πρώτος και ξεφύγει·
γιατί είναι δύσκολο θεός να δαμαστεί από θνητού το χέρι."
Έτσι της μίλησα, κι εκείνη αμέσως μου αποκρίθηκε:
"Ό,τι ρωτάς θα το εξηγήσω εγώ, ομολογώντας όλη την αλήθεια.
Όταν ο ήλιος ανεβαίνοντας φτάσει στη μέση του ουρανού,
τότε κι ο άσφαλτος, ενάλιος γέροντας βγαίνει απ' τη θάλασσα
με του ζεφύρου τις πνοές, στο μαύρο του νερού ανατρίχιασμα
κρυμμένος, και βγαίνοντας βαθιά κοιμάται σε θολωτές σπηλιές.
Γύρω του αθρόες φώκιες άποδες, κόρες της όμορφης θαλασσινής θεάς,
κι αυτές αφήνουν το ψαρί νερό και δίπλα του πλαγιάζουν,
βαριά αναδίνοντας τη μυρωδιά του απύθμενου πελάγους.
Εκεί λοιπόν, μόλις χαράζοντας φανεί η αυγή, θα σε οδηγήσω
εγώ, να γείρεις πλάι τους· αλλά κι εσύ ξεδιάλεξε
τρεις από τους συντρόφους σου—ας είναι
των καραβιών με τις γερές κουβέρτες οι καλύτεροι.
Και τώρα θα σου πω κι όλες του γέροντα τις πονηριές·
τις φώκιες πρώτα θα μετρήσει, βήμα βήμα,
κι αφού τις δει και λογαριάζοντας στα πέντε δάχτυλα
τις βρει σωστές, θα πέσει εκεί στη μέση να πλαγιάσει,
σαν τον βοσκό με το κοπάδι του ανάμεσα στα πρόβατά του.
Κι όταν τον δείτε πια στον ύπνο βυθισμένο,
δικό σας μέλημα, με βία και δύναμη να τον κρατήσετε
γερά, όσο κι αν δέρνεται παλεύοντας να σας ξεφύγει.
Γιατί θα δοκιμάσει αλλάζοντας την όψη του μ' ό,τι ερπετό
στο χώμα σέρνεται, θα γίνει και νερό, κι ακαταμάχητη φωτιά.
Όμως εσείς μην τον αφήσετε απ' τα χέρια σας,
όλο και δυνατότερο το σφίξιμό σας.
Και μόνο όταν μιλώντας σάς ρωτήσει,
ίδιος στην όψη πάλι, όπως τον είδατε προτού ξαπλώσει,
τότε κι εσύ τη βία χαλάρωσε, λύσε τον γέροντα,
γενναίε, και ρώτησέ τον ποιος θεός σε κατατρέχει,
τον νόστο να σου πει, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγος."
Τον λόγο της τελειώνοντας, βυθίστηκε στο κύμα της θαλάσσης.
Όσο για μένα, τράβηξα στα καράβια, στημένα εκεί στην άμμο,
κι όπως εβάδιζα, κυμάτιζε τα στήθη μου η καρδιά μου.
Αλλ' όταν, στο ακροθαλάσσι κατεβαίνοντας έφτασα το καράβι,
φροντίσαμε το δείπνο μας κι έπεσε το σκοτάδι
νύχτας αθάνατης—εμείς πλαγιάσαμε στο περιγιάλι τότε.
Την άλλη μέρα, σαν ξημέρωσε ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
προχώρησα στην αμμουδιά μιας θάλασσας απέραντης
κι εκεί γονυπετής παρακαλιόμουν τους θεούς· πήρα μαζί μου
και τους τρεις συντρόφους—σ' αυτούς που είχα την πιο μεγάλη εμπιστοσύνη
στην κάθε κίνησή μου.
Στο μεταξύ κι εκείνη, βυθισμένη στην ανοιχτή αγκαλιά της θάλασσας,
από τα πελαγίσια βάθη φέρνει τέσσερα δέρματα από φώκιες—
ήσανε και τα τέσσερα μόλις γδαρμένα· γιατί το σκέφτηκε καλά
πώς να γελάσει με δόλο τον πατέρα της.
Εκεί λοιπόν στην αλμυρή αμμουδιά άνοιξε με τα χέρια της
λακκούβες να πλαγιάσουμε, και καθισμένη μας περίμενε.
Αλλά κι εμείς προφτάσαμε και πήγαμε πολύ κοντά της,
οπότε εκείνη στη σειρά μάς πλάγιασε κι έβαλε πάνω στον καθένα από ένα δέρμα.
Δεν θα μπορούσε να βρεθεί χειρότερο καρτέρι· φριχτά μας τυραννούσε
η καταραμένη οσμή απ' τις θαλάσσιες φώκιες—
γιατί ποιος θα βαστούσε να κουρνιάσει στο πλάι θτ}ρίου πελαγίσιου;
Αλλά μας έσωσε από μόνη της, σοφίστηκε μεγάλο το όφελος μας·
έφερε κι έβαλε κάτω από τα ρουθούνια μας σ' όλους την αμβροσία,
που ευώδιασε τόσο γλυκά κι εξουδετέρωσε τη βρώμα απ' τη δορά του τέρατος.
Έτσι με υπομονή όλο το πρωινό προσμέναμε, ώσπου
κοπάδι πρόβαλαν βγαίνοντας οι φώκιες απ' τη θάλασσα,
που πλάγιασαν να κοιμηθούν με τη σειρά στο ακροθαλάσσι.
Πάνω στο μεσημέρι φτάνει απ' το πέλαγος κι ο γέροντας,
βρήκε τις φώκιες του καλοθρεμμένες, πηγαινοήλθε σε όλες,
λογάριασε τον αριθμό τους, και πρώτους μέτρησε κι εμάς
με τ' άλλα του θηρία, δίχως να βάλει ο νους του τον στημένο δόλο μας.
Ύστερα πέφτει κι αυτός να κοιμηθεί. Οπότε εμείς κραυγάζοντας
πάνω του ορμήξαμε, τυλίξαμε γερά τα χέρια μας
στο σώμα του. Αλλά κι ο γέροντας καθόλου δεν λησμόνησε
τη δολερή του τέχνη:
έγινε λιοντάρι πρώτα με περήφανο το γένι του, φίδι μετά
και λεοπάρδαλη και μέγας κάπρος· έγινε τέλος και νερό
που τρέχει, δέντρο με φύλλωμα αψηλό—
κι ωστόσο εμείς με υπομονή τον συγκρατούσαμε γερά.
Όταν αργά βαρέθηκε τις δόλιες αλλαγές του,
τότε γυρίζοντας ο γέροντας μου μίλησε ρωτώντας:
"Άραγε ποιος θεός, του Ατρέα γιε, συνταίριαξε μαζί σου
τις βουλές του, με το στανιό να με συλλάβεις, στήνοντας
καρτέρι; Τι τόσο σ' αναγκάζει;"
Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αμέσως του αποκρίθηκα:
"Το ξέρεις, γέροντα, και μόνος σου· γιατί λοιπόν γυρεύεις
με τα λόγια σου να με παραπλανήσεις;
Σ' ένα νησί εμποδίζομαι τόσον καιρό και δεν μπορώ
να βρω σωτήρια λύση—έτσι η καρδιά μου κάθε μέρα λιγοστεύει.
Αλλά ομολόγησέ μου τώρα εσύ, αφού οι θεοί τα ξέρουν όλα·
σαν ποιος θεός μ' έχει δεμένο, ποιος έφραξε τον δρόμο μου·
πες και τον νόστο μου, πώς θα περάσω το ψαρίσιο πέλαγος."
Στα λόγια μου εκείνος μιλώντας αποκρίθηκε:
"Όφειλες στον Δία πρώτα και στους άλλους αθανάτους
σφάγια ιερά κι ωραία να προσφέρεις, προτού ανεβείς
και το καράβι σου σε ταξιδέψει γρήγορα στην πατρίδα,
το πέλαγος περνώντας με το μπλάβο χρώμα του κρασιού.
Γιατί της μοίρας σου δεν είναι να δεις δικούς, να φτάσεις
στο καλοχτισμένο σπιτικό σου, να πιάσεις χώμα πατρικό,
αν δεν περάσεις πάλι τα νερά του Αιγύπτου, του ποταμού
που κατεβαίνει από τον ουρανό ψηλά· αν δεν προσφέρεις
εκατόμβες, θυσία μεγάλη, στους αθάνατους
όσοι κατέχουν τον πλατύ ουρανό.
Τότε οι θεοί θα δώσουν και θ' ανοίξουν τον δρόμο σου που λαχταράς."
Έτσι μιλώντας, μέσα μου κλονίστηκε η καρδιά μου,
που με παρακινούσε, περνώντας πάλι τις ομίχλες του πελάγους,
στην Αίγυπτο να φτάσω—δρόμος μακρύς και τόσο δύσκολος.
Και μολοντούτο πήρα ξανά τον λόγο και του μίλησα:
"Αυτά θα γίνουν, γέροντα, όπως τα λες και τα προστάζεις.
Μα τώρα πες μου κάτι ακόμη, ομολογώντας την αλήθεια·
γύρισαν ίσως σώοι κι άβλαβοι με τα καράβια τους οι Αχαιοί, όσοι
στην Τροία ξέμειναν, όταν ο Νέστορας κι εγώ κινούσαμε;
ή μήπως κάποιος χάθηκε μ' ένα χαμό αφρόντιστο πάνω στο πλοίο του
ή και στα χέρια των δικών του, μετά τον πόλεμο
που τον κατόρθωσε;"
Κι όπως του μίλησα, εκείνος γύρισε τον λόγο κι είπε:
"Ω γιε του Ατρέα, τι γυρεύεις και με ρωτάς γι' αυτά, ποια
η ανάγκη σου να μάθεις, ψάχνοντας την κρυφή δική μου γνώση;
Γιατί σ' το λέω, αδάκρυτος δεν πρόκειται να μείνεις για πολύ,
μόλις τ' ακούσεις όλα κι ακριβώς.
Λοιπόν πολλοί χαλάστηκαν, αλλά και σώθηκαν πολλοί.
Από τους αρχηγούς των Αχαιών, που χάλκινο πουκάμισο φορούν,
δύο μονάχα χάθηκαν και πάνε στου γυρισμού τον δρόμο—
στη μάχη ξέρεις, ήσουν κι εσύ παρών
ένας ακόμη, ζωντανός, κάπου εμποδίζεται στα απέραντα πελάγη.
Ο Αίας ο Αοκρός χαλάστηκε, μαζί με τα μακρόκουπα καράβια του.
Τον έριξε ο Ποσειδώνας πρώτα στης Γύρης τους μεγάλους βράχους,
αλλά τον έσωσε προσώρας από την απειλή της θάλασσας.
Και θα μπορούσε μέχρι τέλους ν' αποφύγει το μοιραίο, μόλο
που τον μισούσε η Αθηνά, αν δεν ξεστόμιζε τον υπερφίαλο λόγο,
αν δεν είχε τόσο ψηλώσει ο νους του·
γιατί καυχήθηκε πως μόνος του, και δίχως να το θέλουν οι θεοί,
εγλίτωσε απ' το πελώριο κύμα.
Αλλά τον άκουσε ο Ποσειδώνας που μεγαλαυχήθηκε,
κι ευθύς την τρίαινα πιάνει στα στιβαρά του χέρια,
την κατεβάζει πάνω στον Γυραίο βράχο, τον έσχισε στα δυο.
Το να του μέρος έμεινε επιτόπου· το απόκομμα όμως έπεσε
στο πέλαγος, αυτό που πάνω του πιασμένος ο Αίας
παραλογίστηκε κι ο νους του ψήλωσε.
Κι εκείνο τότε τον παρέσυρε βαθιά, στα απέραντα πελάγη,
όπου και χάθηκε στα κύματα, πνίγηκε στ' αλμυρό νερό.
Ο αδελφός σου κάπως ξέφυγε τη μοίρα του θανάτου,
γλίτωσε με τα βαθουλά καράβια του, γιατί τον έσωσε η σεβάσμια Ήρα.
Αλλ' όταν κόντευε να παρακάμψει το ψηλό βουνό,
στον κάβο του Μαλέα ξέσπασε θύελλα, τον σήκωσε και τον παρέσυρε
ξανά προς το ψαρίσιο πέλαγος· ώσπου τον έφερε,
βαριά βογγώντας, στο τελευταίο ακραίο σύνορο της χώρας,
όπου παλιά ζούσε ο Θυέστης, και τώρα του Θυέστη ο γιος, ο Αίγισθος.
Μα να που πήρε πια να φαίνεται σωτήριος ο νόστος,
γιατί οι θεοί γύρισαν σε καλόν τον άνεμο, κι έφτασαν έτσι στα δικά τους μέρη.
Όλος χαρά πάτησε τότε της πατρίδας του το χώμα,
στα χέρια του το πήρε, το φιλούσε, κι έχυνε δάκρυα θερμά
ποτάμι, βλέποντας επιτέλους με αγαλλίαση τη γη του.
Αλλά τον είδε επάνω απ' τη σκοπιά του ο φύλακας—
τον έφερε κι εκεί τον έστησε αυτόν ο δόλιος Αίγισθος,
με την υπόσχεση να τον αμείψει, προσφέροντας δυο τάλαντα χρυσού.
Και κατασκόπευε σωστά ένα χρόνο, μήπως και του περάσει
απαρατήρητος εκείνος και θυμηθεί το ορμητικό του θάρρος.
Έτρεξε αμέσως στο παλάτι, την αγγελία να φέρει
στον βασιλιά της χώρας, κι ευθύς ο Αίγισθος σοφίστηκε
μια τέχνη δολερή.
Απ' τον λαό ξεδιάλεξε είκοσι άντρες, τους καλύτερους,
και του έστησε καρτέρι, ενώ μες στο παλάτι, αλλού,
παράγγειλε δείπνο φιλόξενο να στρώσουν.
Μετά κίνησε ο ίδιος, τον στρατηλάτη Αγαμέμνονα να προσκαλέσει,
μ' άμαξες κι άλογα, μέσα του μελετώντας πράξη ανίερη.
Κι έτσι, δίχως να ξέρει ο άλλος τι χαμός τον περιμένει,
τον πήρε μέσα και τον έσφαξε πάνω στο δείπνο,
σαν βόδι που το σφάζουν στο παχνί του.
Κανένας δεν απόμεινε στο τέλος ζωντανός, μήτε απ' τους συνοδούς
του Ατρείδη μήτε του Αιγίσθου—όλοι τους μεταξύ τους
σκοτωθήκαν στο παλάτι."
Σταμάτησε μιλώντας, κι εμένα σπάραξε η καρδιά μου·
σωριάστηκα στην άμμο και θρηνούσα, δεν ήθελε η ψυχή μου
πια να ζει, τα μάτια μου να βλέπουνε το φως του ήλιου.
Κάποτε χόρτασα το κλάμα και το κύλισμά μου,
οπότε αλάθευτος ο ενάλιος γέροντας μου ξαναμίλησε:
"Μην κλαις, του Ατρέα γιε, ασταμάτητα,
γιατί το κλάμα δεν βγάζει πουθενά. Μόνο δοκίμασε
να φτάσεις το ταχύτερο στην πατρική σου γη.
Ή θα πετύχεις ζωντανόν ακόμη τον φονιά, ή σ' έχει προλάβει κιόλας
και τον σκότωσε ο Ορέστης—τότε προφταίνεις
δεν προφταίνεις την ταφή του."
Μ' αυτά τα λόγια κάπως μαλάκωσε η καρδιά μου·
ζεστάθηκε η περήφανη ψυχή μου, μ' όλη την πίκρα της.
Κι όπως βρήκα και πάλι τη φωνή μου, μιλώντας
πέταξαν τα λόγια μου σαν τα πουλιά:
"Γι' αυτούς, ξέρω το τέλος τους· τον τρίτο τώρα εσύ ονομάτισε,
ποιος είναι ακόμη ο ζωντανός, που πέρα στα ανοιχτά πελάγη
τον κρατούν εμποδισμένο—ή λογαριάζεται νεκρός;
Θέλω ν' ακούσω, κι ας με σφάζει ο πόνος."
Έτσι του μίλησα, κι εκείνος αποκρίθηκε:
"Γιος του Λαέρτη, τόπος του η Ιθάκη·
τον είδα σ' ένα απόμακρο νησί, να χύνει μαύρο δάκρυ
στο μέγαρο της νύμφης Καλυψώς, που άθελά του τον κρατεί
δικό της· κι εκείνος δεν μπορεί να βρει πατρίδα,
του λείπουν καράβια με κουπιά, του λείπουν σύντροφοι,
για να τον ταξιδέψουν στην πλατιά ράχη της θάλασσας.
Όσο για σένα, ω θεϊκέ Μενέλαε, δεν είναι το γραφτό σου
στο ιππόβοτο Άργος τα μάτια σου να κλείσεις
κι εκεί να βρεις τη μοίρα του θανάτου.
Στα πέρατα της γης, θα σε προπέμψουν στα Ηλύσια πεδία
οι θεοί· όπου ο ξανθός Ραδάμανθης, όπου ζωή μακαρισμένη,
χαρισάμενη μέλλεται των ανθρώπων.
Χιόνι δεν πέφτει, μήτε βαρύς χειμώνας με νεροποντές·
αδιάκοπα τις ξάστερες πνοές του ζέφυρου ο Ωκεανός
σηκώνει, και τη δροσιά χαρίζει στους ανθρώπους—
έχεις γυναίκα την Ελένη, είσαι του Δία γαμπρός."
Τον λόγο του τελειώνοντας, βυθίστηκε στα πελαγίσια κύματα.
Τότε κι εγώ κίνησα στα καράβια, μαζί με τους ισόθεους συντρόφους,
κι όπως εβάδιζα, κυμάτιζε τα στήθη μου η καρδιά μου.
Ώσπου βρεθήκαμε ξανά στο πλοίο, κάτω στο περιγιάλι·
εκεί φροντίσαμε το δείπνο μας, σε λίγο νύχτα αθάνατη μας τύλιξε,
οπότε εμείς γείραμε στην ακτή, να κοιμηθούμε.
Όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
πρώτα στο θείο κύμα σύραμε τα καράβια,
ορθώσαμε κατάρτια και πανιά στα ισόρροπα πλεούμενα,
μετά ανεβήκαμε κι εμείς· οι σύντροφοι με τη σειρά κάθησαν
στα ζυγά και πήραν να χτυπούν με τα κουπιά
την αφρισμένη θάλασσα.
Γυρίζοντας πίσω στον Αίγυπτο, θείο ποτάμι με πηγές στον ουρανό,
έστησα τα καράβια και θυσία τελούσα τέλειες εκατόμβες.
Κι όταν μαλάκωσα τον χόλο των αθάνατων θεών,
ύψωσα σήμα του Αγαμέμνονα, να μείνει αλησμόνητο το κλέος του.
Τελειώνοντας αυτά, ξεκίνησα· αγέρι πρίμο οι θεοί
μού χάρισαν, και γρήγορα γυρίζοντας έφτασα
στη γλυκιά πατρίδα.
Αλλά κι εσύ, λέω να μείνεις κι άλλο στο παλάτι—
έντεκα μέρες, να συμπληρωθούν οι δώδεκα.
Τότε κι εγώ με το καλό θα σε ξεπροβοδίσω, δώρα λαμπρά
θα σου χαρίσω· άλογα τρία κι άμαξα καλοξυσμένη·
ακόμη θα σου δώσω ωραία κούπα, σπονδή να κάνεις
στους αθάνατους θεούς, παντοτινά να με θυμάσαι.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος πήρε τον λόγο κι αποκρίθηκε:
«Μην επιμένεις, γιε του Ατρέα, να με κρατήσεις τόσες μέρες
στο παλάτι· μόλο που θα δεχόμουν να μείνω πλάι σου
καθηλωμένος ακόμη κι ένα χρόνο ολόκληρο, και δεν θ' αποζητούσα
γονείς και σπίτι· τόσο τα λόγια σου, οι ιστορίες που λες
με τέρπουν. Αλλά θα δυσφορούν οι σύντροφοι
στην αγιασμένη Πύλο που εσύ με κράτησες, κι αργοπορώ.
Το δώρο πάλι, ό,τι μου δώσεις, θα το 'θελα να στέκεται στο σπίτι.
Δεν παίρνω πάντως στην Ιθάκη τ' άλογα· εδώ τ' αφήνω,
σ' εσένα να τα χαίρεσαι. Που κυβερνάς σε κάμπον ανοιχτό,
όπου φυτρώνει πυκνό τριφύλλι κι άλλη τόση κύπερη,
σιτάρι, ζειά, λευκό κριθάρι σ' έκταση μεγάλη.
Όσο για την Ιθάκη, αυτής της λείπουν δρόμοι ευρύχωροι
ή και λιβάδια· είναι γιδότοπος, απρόσφορος για τις βοσκές αλόγων.
Κανένα απ' τα νησιά, όσα ακουμπούν στη θάλασσα, δεν έχει
ελεύθερους λειμώνες, να καλπάζουν άλογα—η Ιθάκη
απ' όλα το λιγότερο.»
Έτσι του μίλησε, και χαμογέλασε ο Μενέλαος με τη βαριά φωνή·
απλώνοντας το χέρι του τον χάιδεψε, κι είπε λέξη προς λέξη:
«Καλό το γονικό σου αίμα, παιδί μου αγαπημένο, το μαρτυρούν τα λόγια σου.
Λοιπόν, εγώ την προσφορά μου αλλάζω—στο χέρι μου είναι.
Όσα κειμήλια βρίσκονται στο σπίτι μου, θα σου χαρίσω
το ομορφότερο, το πιο πολύτιμο· σου δίνω έναν κρατήρα,
τέλεια καμωμένο, ατόφιο ασήμι και στα ακρόχειλα
με μάλαμα στεφανωμένον—έργο του Ηφαίστου,
δωρισμένο από τον φημισμένο Φαίδιμο, των Σιδονίων βασιλιά,
όταν στο σπίτι του φιλόξενα με στέγασε, περαστικό
στου γυρισμού τον δρόμο. Δικός σου ο κρατήρας τώρα,
με τη θέλησή μου, χάρισμά σου.»
Τέτοια τα λόγια που συνομιλούσαν μεταξύ τους.
Την ίδιαν ώρα προχωρούσαν κι οι συνδαιτυμόνες στο παλάτι
του τιμημένου βασιλιά, μαζί τους φέρνοντας αρνιά και δυνατό κρασί,
όπως το πίνουν οι άντρες. Για το ψωμί φρόντιζαν οι γυναίκες τους,
με τις πανέμορφες μαντίλες στο κεφάλι.

Μνηστήρων έπιβουλή

Κι ενώ εκείνοι μέσα στο παλάτι το δείπνο τους συνταίριαζαν,
στο αρχοντικό του Οδυσσέα μπροστά ξέδιναν οι μνηστήρες,
ρίχνοντας δίσκους και λιγνά κοντάρια σε καλοστρωμένο στίβο,
όπου συνήθιζαν και πριν να παίζουν
οι επηρμένοι κι αλαζόνες.
Εκεί ο Αντίνοος μαζί τους καθισμένος, ο Ευρύμαχος θεόμορφος,
οι πρώτοι των μνηστήρων, κι οι δυο τους με μεγάλη υπόληψη.
Τότε πλησίασε ο Νοήμονας, του Φρόνιου γιος,
που τον Αντίνοο ρώτησε μιλώντας:
«Αντίνοε, ξέρουμε άραγε, ή μήπως όχι, πότε ο Τηλέμαχος
γυρίζει από τις αμμουδιές της Πύλου;
Μου πήρε το καράβι κι έφυγε, και τώρα το 'χω ανάγκη.
Ήθελα να περάσω στα πεδινά της Ήλιδας, εκεί που βόσκουν
δώδεκα φοράδες κι αδάμαστα καματερά μουλάρια—
ένα τους έλεγα να το φερνα, για να το βάλω στον ζυγό.»
Έτσι τους μίλησε, κι εκείνοι τα χασαν! Δεν το φαντάζονταν
πως πράγματι έφυγε στην Πύλο του Νηλέα· αλλά πως είναι
κάπου γύρω στα χωράφια, στα πρόβατά του ή στου χοιροβοσκού.
Τότε ανυπόμονος του μίλησε ο Αντίνοος, ο γιος του Ευπείθη:
«Πες μου αμέσως την αλήθεια· έφυγε πότε; ποια παλληκάρια
τον συνόδεψαν; έφηβοι της Ιθάκης διαλεχτοί; δικοί του ακτήμονες
ή δούλοι; Θα το μπορούσε ασφαλώς κι αυτό.
Αλλ' ομολόγησε ξεκάθαρα και τούτο: θέλω να ξέρω
αν με τη βία, και παρά τη θέλησή σου, πήρε το μελανό καράβι,
ή θέλησες και το 'δωσες, στα παρακάλια του υποχωρώντας.»
Αντιμιλώντας ο Νοήμονας, ο γιος του Φρόνιου, είπε:
«Το 'δωσα με τη θέλησή μου· ποιος άλλος θα μπορούσε
να κάνει αλλιώς, αν τέτοιος άντρας, πνιγμένος στις φροντίδες,
του το ζητούσε επίμονα—δύσκολο ν' αρνηθεί κανείς παρόμοια χάρη.
Κι οι συνοδοί του έφηβοι διαλεχτοί, μέσα στη χώρα οι πρώτοι.
Είδα ωστόσο και τον Μέντορα μαζί τους να ανεβαίνει στο καράβι
αρχηγός—ή μήπως ήταν κάποιος θεός, στην όψη πάντως ίδιος
κι απαράλλαχτος. Αλλά κάτι με κάνει κι απορώ·
τον θείο Μέντορα τον είδα χθες εδώ τα ξημερώματα,
ώρα που θα 'πρεπε να βρίσκεται στο πλοίο για την Πύλο.»
Κι αφού αποκρίθηκε, τράβηξε για το σπίτι του πατέρα του.
Οι δυο τους όμως, γέμισε φθόνο η περήφανη ψυχή τους,
είπαν αμέσως στους μνηστήρες να καθήσουν,
τα αθλήματα να σταματήσουν.
Κι όλος θυμό πήρε ο Αντίνοος τον λόγο, ο γιος του Ευπείθη—
μαύρα τα σωθικά του από το πάθος, φουντωμένα, τα μάτια του
έμοιαζαν με φλόγες αναμμένες:
«Πανάθεμα την τόση αποκοτιά, κατάφερε ο Τηλέμαχος
δουλειά μεγάλη με τούτο το ταξίδι—κι ας λέγαμε πως δεν το κατορθώνει.
Και να τος τώρα· ένα παιδί, σε πείσμα τόσων, έφυγε,
αρμάτωσε καράβι, διάλεξε τους καλύτερους μέσα στη χώρα.
Κι είναι ακόμη στην αρχή του το κακό. Αμποτε ο Δίας
το θράσος του να καταλύσει, προτού περάσει
το κατώφλι της γεμάτης νιότης.
Αλλά να μην καθυστερούμε- δώστε μου γρήγορο καράβι,
συντρόφους είκοσι, καρτέρι στον γυρισμό του να του στήσω,
θα τον παραφυλάξω στα στενά, στη Σάμη με τα βράχια
ανάμεσα και στην Ιθάκη—
να δει ο θαλασσοπόρος τ' άθλιο τέλος του, που πήγε
να γυρέψει τον πατέρα του.»
Αυτά τους είπε, και συμφώνησαν, όλοι τους τον παρακινούσαν
πετάχτηκαν επάνω και προχώρησαν στο σπίτι του Οδυσσέα.
Αλλά κι η Πηνελόπη για πολύ δεν έμεινε εντελώς ανίδεη
σ' όσα οι μνηστήρες συνωμότησαν και μέσα τους βυσσοδομούσαν.
Ο κήρυκας, ο Μέδων, αυτός της τα φανέρωσε· έξω γυρίζοντας απ' την αυλή
κρυφάκουσε όλες τις βουλές, που μέσα εκείνοι στην αυλή
έκλωθαν σχέδιο δόλιο.
Τις κάμαρες περνώντας, έτρεξε αμέσως να φέρει το μήνυμα
στην Πηνελόπη. Κι εκείνη, όπως τον είδε στο κατώφλι, τον ρωτά:
«Κήρυκα, ποιος ο λόγος που αγέρωχοι οι μνηστήρες σ' απόστειλαν εδώ;
Ή μήπως για να πεις στις δούλες του θεϊκού Οδυσσέα,
αφήνοντας τις άλλες τους δουλειές, να στρώσουν για χατίρι τους τραπέζι;
Που να μην έσωναν να παίζουν τους μνηστήρες και να τα βρίσκουν μεταξύ τους·
να 'ταν αυτή η τελευταία κι ύστατη φορά που. στρώνονται στο δείπνο!
Γι' αυτούς μιλώ, που κάθε τόσο εδώ μαζεύεστε και τα πολλά αγαθά
αφανίζετε, περιουσία του Τηλεμάχου, κι ας μην του λείπει το μυαλό.
Αλήθεια, δεν ακούσατε ποτέ σας να λένε οι πατεράδες σας,
σαν ήσαστε κι εσείς παιδιά, ποιος ήταν και πώς φέρθηκε
ο Οδυσσέας στους γονείς σας;
Κανένα στον λαό του δεν αδίκησε, λόγο κακό δεν είπε σε κανένα·
όπως το κάνουν άλλοι ισόθεοι βασιλείς, στον ένα δείχνοντας
την έχθρα τους, στον άλλο αγάπη.
Εκείνος όμως ούτε μια φορά δεν παρανόμησε, δεν πείραξε άνθρωπο.
Μα να που τώρα το δικό σας θυμικό, τ άσχημα έργα σας
όλα τους φανερώνονται—μην περιμένει πια κανείς ευχαριστώ
για ό,τι καλό έχει κάνει.»
Της αποκρίθηκε με τη βαθιά του γνώση ο Μέδων:
«Βασίλισσα, να 'ταν αυτό το μεγαλύτερο κακό!
Αλλά οι μνηστήρες έβαλαν στον νου τους το χειρότερο,
κάτι φριχτό, που να μη δώσει ο Δίας να γίνει.
Βράζουν από θυμό και θέλουν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο
με κοφτερό χαλκό, καραδοκώντας την επιστροφή του—
έφυγε εκείνος, πήγε στην αγιασμένη Πύλο,
να μάθει νέα του πατέρα του, μετά στη θεία Αακεδαίμονα.»
Της μίλησε, και της παρέλυσαν καρδιά και γόνατα·
απόμεινε άλαλη ώρα πολλή, πλημμύρισαν τα μάτια της
στο δάκρυ, πάγωσε κι η θερμή φωνή της.
Τέλος, αργά, μόλις βρήκε ξανά τα λόγια της, τον ρώτησε:
«Κήρυκα, πες, ποιος λόγος έκανε τον γιο μου να μισέψει;
Καμιά δεν είχε ανάγκη ν' ανεβεί σε γοργοτάξιδα καράβια—
εκείνα τ' άλογα της θάλασσας, όπως τα λεν οι άντρες,
όταν περνούν τα υγρά της κύματα.
Εκτός κι αν θέλησε να λείψει στους ανθρώπους
και το όνομά του ακόμη.»
Ο Μέδων τότε της απάντησε με τη στοχαστική του γνώση:
«Δεν ξέρω ποιος θεός τον παρακίνησε ή κι αν τον έσπρωξε
το θάρρος το δικό του να πάει στην Πύλο, ανίσως
μάθει του πατέρα του τον νόστο, μπορεί και τον χαμό του.»
Μ' αυτά τα λόγια ξέφυγε, περνώντας το παλάτι του Οδυσσέα.
Αλλά την Πηνελόπη πόνος βαρύς τη συνεπή ρε, που την ψυχή
μαραίνει· δεν κοίταξε να βρει σκαμνί, απ' τα πολλά μέσα στο σπίτι,
ν' ακουμπήσει· κάθησε στο κατώφλι της καλοχτισμένης κάμαρης,
σπαραχτικά θρηνώντας· κι όλες οι δούλες γύρω της
σιγόκλαιγαν, όσες βρεθήκανε στον θάλαμο,
γερόντισσες και νέες.
Σ' αυτές με κλάμα γοερό μίλησε κι είπε η Πηνελόπη:
«Ακούστε, φίλες, πόσες πίκρες έδωσε σ' εμένα ο θεός του Ολύμπου,
πώς με ξεχώρισε σ' όσες μαζί μου γεννηθήκαν και μεγάλωσαν!
Έχασα πρώτα περίλαμπρο άντρα, λιονταριού καρδιά,
μ' όλες τις αρετές του κόσμου στολισμένο, στους Δαναούς
περίφημο, με τη μεγάλη δόξα του απλωμένη
και μέσα στο Άργος και πέρα στην Ελλάδα.
Και τώρα πάλι τον μονάκριβό μου γιο τον άρπαξαν Ανεμικές
άφαντο μέσα απ' το παλάτι, κι εγώ δεν άκουσα τον μισεμό του.
Αλλά κι εσείς, ανέσπλαχνες, πώς δεν επέρασε από καμιάς τον νου
να με σηκώσει απ' το κρεβάτι, κι ας το γνωρίζατε καλά
το πώς και πότε εκείνος έφυγε σε βαθουλό καράβι μελανό.
Γιατί αν εγώ τον μάθαινα τον δρόμο που αποφάσισε,
το δίχως άλλο δεν θα ξεκινούσε, όση σπουδή κι αν είχε
να μισέψει· αλλιώς θα μ' άφηνε νεκρή κι εμένα στο παλάτι.
Μα τώρα κάποια πρόθυμα τον γέροντα Δολίο να καλέσει,
δικό μου δούλο—μου τον χάρισε ο πατέρας μου τότε που ξεκινούσα
νά 'ρθω εδώ, κι αυτός φροντίζει το πολύδεντρό μου περιβόλι.
Όσο μπορεί πιο γρήγορα να τρέξει στον Λαέρτη,
και.καθισμένος πλάι του ας του εξηγήσει τα καθέκαστα.
Μήπως ο νους του σοφιστεί κάποια σωστή βουλή,
και βγει οδυρόμενος να πει στον κόσμο πως εκείνοι
θέλουν τον εγγονό του ν' αφανίσουν, τον γόνο
του ισόθεου Οδυσσέα.»
Τότε η Ευρύκλεια της μίλησε, πιστή τροφός:
«Σφάξε με, θυγατέρα, αν θες, μ' άσπλαχνο χάλκινο μαχαίρι,
ή άσε με να ζω στο σπίτι—πάντως τον λόγο μου δεν θα σου κρύψω.
Τα πάντα γνώριζα, εγώ του ετοίμασα όσα μου γύρεψε,
ψωμί, γλυκό κρασί· πρόλαβε όμως να με δέσει
μ' όρκο βαρύ, λέξη να μη σου πω προτού
φτάσει η δωδεκάτη μέρα, εκτός κι αν μόνη σου θα τον ζητούσες
μαθαίνοντας πως μίσεψε· γιατί δεν ήθελε θρηνώντας
το ωραίο σου δέρμα να φυραίνεις.
Μα ρίξε τώρα νερό στο πρόσωπό σου, άλλαξε ρούχα καθαρά,
στο ανώγι ανέβα και δεήσου με τις άλλες παρακόρες
στην Αθηνά, τη θυγατέρα του αιγίοχου Δία—
μπορεί εκείνη να τον σώσει ακόμη κι απ' τον θάνατο.
Αλλά τον γέροντα, βασανισμένο, μην τον βασανίζεις·
γιατί δεν το φαντάζομαι τόσο να μίσησαν οι μάκαρες θεοί
τους απογόνους του Αρκεισίου· κάποιος ακόμη θ' απομείνει
να 'χει δικό του το ψηλόροφο παλάτι και πέρα
τα παχιά χωράφια.»
Μ' αυτά τα λόγια της της κοίμισε τον θρήνο· σταμάτησαν
τα μάτια της να τρέχουν, έριξε πάνω της νερό, άλλαξε
ρούχα καθαρά, ανέβηκε στο ανώγι με τις άλλες παρακόρες,
έβαλε το κριθάρι στο πανέρι για την προσφορά,
κι ευχήθηκε στην Αθηνά:
«Επάκουσέ με, Ατρυτώνη, κόρη του αιγίοχου Δία·
αν κάποτε σε τούτο το παλάτι ο πολυμήχανός μου Οδυσσεύς
για χάρη σου έκαψε παχιά μεριά, βοδίσια ή κι αρνίσια,
τώρα θυμήσου τα, και γλίτωσέ μου τον μονάκριβό μου γιο,
κράτα μακριά του τους παράνομους, τους αλαζονικούς μνηστήρες.»
Τέλειωσε την ευχή της ολολύζοντας, και την επάκουσε η θεά.
Στο μεταξύ οι μνηστήρες θορυβούσαν στον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας,
και κάποιος νιούτσικος ανάμεσα στους ξιπασμένους
πετάχτηκε να πει:
«Μάλλον μας ετοιμάζει γάμο η πολυπόθητη βασίλισσα,
αλλά δεν ξέρει τον στημένο φόνο που απειλεί τον γιο της.»
Έτσι μιλούσαν κάποιοι μεταξύ τους, γιατί δεν ήξεραν τι μεσολάβησε.
Τότε ο Αντίνοος πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Αμυαλοι, παρατήστε πια τα φουσκωμένα λόγια, φτάνει!
Μήπως τα μαρτυρήσει κάποιος παραμέσα.
Τώρα καιρός να σηκωθούμε κι αμίλητοι να κάνουμε τον λόγο
πράξη, όπως τον συμφωνήσαμε και ταίριαξε στον νου μας.»
Είπε, κι αμέσως είκοσι άντρες ξεχωρίζει, τους καλύτερους,
κι όλοι τους για το γρήγορο καράβι ξεκινούσαν, κατέβαιναν
στο περιγιάλι της θαλάσσης.
Εκεί τραβήξαν πρώτα στα άβαθα νερά το πλοίο,
στήσαν στο μελανό καράβι ξάρτια και κατάρτι,
πέρασαν στους δερμάτινους σκαρμούς όλα τους τα κουπιά
με τάξη, κι άνοιξαν τα λευκά πανιά—
απόκοτοι κι οι παραγιοί τούς έφεραν τον οπλισμό τους.
Αγκυροβόλησαν τότε ψηλότερα μες στο λιμάνι, πήδηξαν έξω,
πήραν το βραδινό τους φαγητό, και πια περίμεναν
να πέσει το σκοτάδι.
Την ώρα εκείνη στο υπερώο η Πηνελόπη η φρόνιμη
πλάγιαζε νηστική—μπουκιά ψωμί, νερό σταγόνα,
με μια μονάχα σκέψη· αν απ' τον θάνατο θα γλίτωνε
ο ακριβός της γιος ή θύμα θα 'πεφτε στα χέρια
των αλαζονικών μνηστήρων.
Πόσο απορεί ένα λιοντάρι παγιδευμένο σε παγάνα,
φοβισμένο που γύρω του στενεύει ο κύκλος των αντρών,
τόσο κι εκείνη την τυραννούσε η σκέψη της.
Ωσότου ύπνος γλυκός τη συνεπή ρε, κι έγειρε πια
να κοιμηθεί, λύθηκαν όλα της τα μέλη.
Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, στοχάστηκε άλλα·
έπλασε ίσκιο, να μοιάζει με είδωλο γυναίκας,
της Ιφθίμης, κόρης του μεγαλόψυχου Ικαρίου—
την είχε ταίρι του ο Εύμηλος και ζούσαν στις Φερές.
Αυτόν τον ίσκιο στο παλάτι στέλνει του θεϊκού Οδυσσέα,
τον θρήνο να μερώσει της Πηνελόπης, που οδυρόταν
και βογγούσε, να σταματήσει το γοερό δάκρυ της.
Και γλίστρησε μέσα στην κάμαρη απ' το λουρί της κλειδωνιάς,
στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι της και της μιλούσε:
«Κοιμάσαι, Πηνελόπη λυπημένη, με βαριά καρδιά,
αλλά οι θεοί, που ζούνε πάντα ευτυχισμένοι, δεν θα σ' αφήσουν
να πονάς και να θρηνείς· ο γιος σου θα γυρίσει σώος,
αφού σε τίποτε δεν έφταιξε με τους θεούς.»
Τότε κι η Πηνελόπη η φρόνιμη της αποκρίνεται
μέσα απ' τον ύπνο της γλυκά, στις πύλες των ονείρων:
«Ποιος λόγος, αδελφή μου, σε φέρνει εδώ; Πρωτύτερα
δεν σύχναζες στα μέρη μας, γιατί είναι απόμακρο πολύ
το σπιτικό σου. Και τώρα με καλείς να σταματήσω
την οδύνη μου και τη βαριά μου πίκρα,
που την καρδιά μου και τον νου κακοφορμίζουν.
Εμένα, που έχασα πολύτιμο άντρα, λιονταριού καρδιά,
μ' όλες τις αρετές του κόσμου στολισμένον, στους Δαναούς
περίφημο, με τη μεγάλη δόξα του απλωμένη
και μέσα στο Άργος και πέρα στην Ελλάδα.
Και τώρα πάλι ο ακριβός μου γιος σε βαθουλό καράβι ανέβηκε—
αστόχαστο παιδί, στους κόπους και στους λόγους άπειρο.
Γι' αυτόν θρηνώ κι οδύρομαι, κι από τον άλλο περισσότερο*
τρέμει το φυλλοκάρδι μου, φοβάμαι μη μου πάθει κάτι
ή πέρα εκεί στον ξένο τόπο που ταξίδεψε ή στα πελάγη.
Είναι πολλοί οι εχθροί που το κακό του μηχανεύονται,
θέλουν να τον σκοτώσουν, προτού πατήσει
της πατρίδας του το χώμα.»
Της αποκρίθηκε μιλώντας πάλι ο ανάερος ίσκιος:
«Θάρρος, και μην τρομάζεις μέσα σου πολύ·
γιατί έχει εκείνος συνοδό στο πλάι του, τέτοια θεά
που κι άλλοι θα 'καναν ευχή να τους παρασταθεί·
την Αθηνά Παλλάδα, με την τόση δύναμή της,
που σε σπλαχνίστηκε κι εσένα κι έστειλε εμένα
να σου πω λόγια παρήγορα.»
Ανταποκρίθηκε κι η Πηνελόπη με τη φρόνησή της:
«Θεός αν είσαι ή κι αν άκουσες φωνή θεού,
έλα λοιπόν και μίλα και για κείνον τον τρισάμοιρο,
αν κάπου ακόμη ζει, αν το φως του ήλιου βλέπει,
ή βρίσκεται κιόλας νεκρός στον δόμο του Αδη.»
Της αποκρίθηκε πάλι μιλώντας ο ανάερος ίσκιος:
«Οχι, για κείνον δεν θα πω πολλά, αν ζει
ή πέθανε—είναι κακό να λες λόγια του ανέμου.»
Έτσι μιλώντας, γλίστρησε στο πλάι της πόρτας απ' τον σύρτη,
κι άφαντος έγινε με τις πνοές του ανέμου· ξύπνησε τότε
η Πηνελόπη από τον ύπνο της, του Ικαρίου η κόρη, κι ένιωσε
γλύκα στην καρδιά της με τούτο το όνειρο, που καθαρό
της φανερώθηκε στης νύχτας το βαθύ σκοτάδι.
Στο μεταξύ οι μνηστήρες στο καράβι ανέβηκαν, έπλεαν
τώρα στους υγρούς δρόμους της θάλασσας, μέσα τους
μελετώντας τον άθλιο φόνο του Τηλέμαχου.
Είναι ένα βραχονήσι εκεί καταμεσής της θάλασσας
(η Ιθάκη από τη μια μεριά, η Σάμη απόκρημνη απ' την άλλη),
η Αστερίδα, όχι μεγάλη, μ αντικριστά λιμάνια δίδυμα,
για τα καράβια ασφαλισμένα—εκεί στήσαν καρτέρι
και περίμεναν οι Αχαιοί.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Οδύσσεια (μετάφραση Μαρωνίτη)

Δημοσίευσηαπό Saliveros » Ιούλιος 26th, 2017, 7:12 am

Γραφικός έγραψε: Αν σβηστεί σβήστηκε


Γιατί να σβηστεί; :smt017
Ο Άκης φυλακίστηκε επειδή πήρε ρώσικα όπλα λέω εγώ. Οι Αμερικάνοι και οι μυστικές, διπλωματικές υπηρεσίες τους είναι γνωστά καθάρματα.
Άβαταρ μέλους
Saliveros
Νονόγραμμος υπερσυντονιστής - Στην ομάδα από το '07
 
Δημοσ.: 46938
Εγγραφη: Ιούνιος 19th, 2007, 11:10 pm
Τοποθεσια: ΑΘΗΝΑ
Το μέλος Saliveros, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

ε: Απόπλους "Οδυσσέως παρά Καλυψοϋς

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούλιος 29th, 2017, 12:55 pm

Καλυψούς άντρον

Μόλις σηκώθηκε η Αυγή από την κλίνη του ευγενικού της Τιθωνού,
το φως να φέρει σε θνητούς κι αθάνατους,
αμέσως κι οι θεοί συνάχτηκαν στους θρόνους τους, στη μέση ο Δίας
που ψηλά βροντά κι έχει τη δύναμη του ακαταμάχητη.
Τότε κι η Αθηνά άρχισε να μιλά, τα πάθη τα πολλά
του Οδυσσέα μνημονεύοντας· είχε την έγνοια του εκεί που ξέμεινε
στα δώματα της Καλυψώς
στα δώματα της Καλυψώς:
«Δία πατέρα κι άλλοι θεοί μακαρισμένοι με της αθανασίας το χάρισμα,
κανένας πια που το βασιλικό ραβδί κρατά δεν θα' ναι πρόθυμος,
ήπιος και νηφάλιος,
μήτε βαθιά στα φρένα του το δίκιο θα γνωρίζει,
μόνο από δω και πέρα θα μπορεί να δείχνεται άσπλαχνος,
να ξεστρατίζει σε παράνομα έργα, αφού μες στον λαό του,
όπου ο θείος Οδυσσέας βασίλευε, κανείς δεν τον αναθυμάται,
κι ας ήτανε γλυκός μαζί τους σαν πατέρας.
Κι όμως εκείνος βρίσκεται σ' ένα νησί αφημένος, με πόνο ασήκωτο,
στα δώματα της νύμφης Καλυψώς, που τον κρατά άθελά του,
και δεν μπορεί να ξαναδεί την πατρική του γη,
γιατί του λείπουν και καράβια και κουπιά και σύντροφοι
που θα μπορούσαν να τον φέρουν πίσω, περνώντας
την πλατιά ράχη της θάλασσας.
Τώρα και τον μονάκριβό του γιο γυρεύουν να σκοτώσουν,
όταν γυρίσει σπίτι του—πήγε ν' ακούσει νέα του πατέρα του,
πρώτα στην Πύλο την ιερή, στη Λακεδαίμονα τη θεία μετά.»
Όμως κι ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, στην Αθηνά αποκρίθηκε:
«Κόρη, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου ανεμπόδιστος!
Εσύ δεν ήσουν που αποφάσισες εκείνη τη βουλή,
πίσω ο Οδυσσέας γυρίζοντας να πάρει εκδίκηση απ' τους μνηστήρες;
Όσο για τον Τηλέμαχο, στο χέρι σου είναι, εσύ τον οδηγείς,
καταπώς ξέρεις και μπορείς,
ώστε με δίχως βλάβη να πατήσει της πατρίδας του το χώμα,
ενώ οι μνηστήρες άπρακτοι να φέρουν στο λιμάνι το καράβι τους.»
Κι ευθύς στον γιο του Ερμή στράφηκε να του πει:
«Ερμή, μαντατοφόρε εσύ σ' όλα μας τα μηνύματα,
σου παραγγέλλεται να πεις στην καλλίκομη νύμφη την άψογη εντολή μας:
τον νόστο του καρτερικού Οδυσσέα, πως πρέπει να γυρίσει πίσω,
χωρίς τη συνοδεία θεών ή και θνητών ανθρώπων.
Πάνω σε μια ξυλόδετη σχεδία, είκοσι μέρες και φριχτά βασανισμένος,
στην εύφορη Σχερία ας φτάσει, τη χώρα των Φαιάκων,
που είναι η φύτρα τους συγγενική με των θεών.
Κι αυτοί από καρδιάς θα τον τιμήσουν σαν θεό,
και με καράβι θα τον στείλουν στη γλυκιά πατρίδα,
απλόχερα θα του χαρίσουν χαλκό, χρυσό και ρούχα,
όσα ποτέ ο Οδυσσέας δεν θα 'φερνε μαζί του από την Τροία,
αν δίχως βλάβη είχε γυρίσει,
μ' όλα τα λάφυρα που του 'πεσαν στη μοιρασιά.
Είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους,
να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα
να πατήσει της πατρίδας του.»
Μίλησε ο Δίας και δεν απείθησε ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς.
Αμέσως έδεσε στα πόδια του τα ωραία σαντάλια,
εκείνα τα θεσπέσια και χρυσά που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου,
τον ταξιδεύουν στην απέραντη στεριά και στα πελάγη.
Πήρε και το ραβδί του, αυτό που μαγνητίζει τα μάτια των ανθρώπων,
όποιου θελήσει εκείνος, και τα κλείνει
ή κι απ' τον ύπνο τον βαθύ τούς ανασταίνει.
Με τούτο το ραβδί στα χέρια του, άρχισε να πετά ο κρατερός Αργοφονιάς,
κι ολοταχώς, απ' τον αιθέρα του ουρανού, πάνω απ' την Πιερία,
χύθηκε στο πέλαγος, το κύμα ακροπατώντας σαν τον γλάρο,
που ψάρια αρπάζει από τους άγριους κόλπους της ατρύγητης θαλάσσης,
βρέχοντας τα πυκνά φτερά του στο αλμυρό νερό.
Όμοιος με γλάρο κι ο θεός Ερμής, φάνταζε
καβαλάρης των αμέτρητων κυμάτων.
Κι όταν πετώντας έφτασε το απόμακρο νησί, από τον πόντο τότε βγήκε
τον μενεξελή, και πάτησε τη γη.
Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά όπου η καλλίκομη νεράιδα
κατοικούσε. Τη βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη,
και μοσκοβόλαγε ένα γύρο το νησί,
που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια.
Εκείνη εκεί: να τραγουδά με την ωραία φωνή της,
υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα.
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες,
κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα,
τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια,
κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες,
που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα.
Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά
μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη.
Τέσσερις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής,
κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει.
Στις δυο μεριές λιβάδια μαλακά μ' άγριες βιολέτες
κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ,
κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε
αγαλλίαση η ψυχή του.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, το θαύμα να κοιτάζει.
Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας,
το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι
στη φαρδιά σπηλιά.
Μόλις τον είδε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ευθύς
τον αναγνώρισε—γιατί οι θεοί δεν μένουν μεταξύ τους άγνωστοι,
ακόμη κι όταν κατοικούν μακριά ο ένας απ' τον άλλο.
Μόνο τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα δεν βρήκε στη σπηλιά·
όπως και πριν, έτσι και τώρα, στην ακτή καθόταν κι έκλαιγε,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
κοιτάζοντας με μάτια βουρκωμένα απέραντο το πέλαγος.
Η Καλυψώ, αρχοντική θεά, ρώτησε αμέσως τον Ερμή,
αφού πρώτα τον κάθισε σε κάθισμα γυαλιστερό κι ωραίο:
«Ποιος λόγος πες μου, Ερμή με το χρυσό ραβδί, σε φέρνει εδώ;
Κι αν είσαι φίλος ακριβός, δεν το συνήθιζες ως τώρα.
Μίλα λοιπόν κι άνοιξε την ψυχή σου, πρόθυμη είμαι
να το κάνω ό,τι ζητάς, φτάνει να το μπορώ
και να μπορεί να γίνει.
Μα πρώτα έλα μαζί μου, θέλω να σε φιλέψω.»
Τον λόγο της συμπλήρωσε η θεά και του έστρωσε τραπέζι:
άφθονη αμβροσία, νέκταρ κόκκινο.
Κι έπινε εκείνος κι έτρωγε, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς,
ώσπου δειπνώντας χόρτασε κι ευφράνθη.
Τότε κι αυτός με τη σειρά του πήρε τον λόγο κι είπε:
«Θεά εσύ, ένα θεό ρωτάς πώς έφτασα εδώ πέρα.
Ξεκάθαρα θα σου μιλήσω, όπως το θέλησες και μόνη σου·
ο Δίας μ' έστειλε, αυτός με πρόσταξε να 'ρθω, δίχως εγώ να το θελήσω—
ποιος με τη θέλησή του θα 'παιρνε τόσο δρόμο,
σχίζοντας το απέραντο νερό της αλμυρής θαλάσσης;
Πόλη δεν βλέπω εδώ κοντά καμιά μ' ανθρώπους που προσφέρουν
στους θεούς θυσίες, εκατόμβες διαλεχτές.
Αλλά το ξέρεις, την εντολή του Δία, που έχει σκουτάρι τη βροντή του,
άλλος θεός δεν τόλμησε να παραβεί ποτέ και να χαλάσει. Εκείνος λέει
πως κοντά σου ζει ο πιο συφοριασμένος των ανθρώπων
απ' όσους άντρες επολέμησαν χρόνους εννιά γύρω απ' το κάστρο του Πριάμου,
τον δέκατο το κούρσεψαν, και πήραν ύστερα τον δρόμο της επιστροφής,
όμως, καθώς ξεκίναγαν να φύγουν, αμάρτησαν στην Αθηνά,
κι εκείνη καταπάνω τους σηκώνει κακούς ανέμους και μεγάλα κύματα.
Οι άλλοι όλοι, ένδοξοι σύντροφοι, σβήσαν και χάθηκαν μόνος του
αυτός, από τον άνεμο δαρμένος κι απ' το κύμα, άραξε εδώ.
Αυτόν λοιπόν, κι αμέσως, ο Δίας εντέλλεται,
όσο πιο γρήγορα μπορείς, να τον κατευοδώσεις.
Γιατί δεν είναι το γραφτό του ν' αφανιστεί εδώ πέρα, τόσο μακριά
από τους δικούς του- είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους,
να φτάσει στο ψηλό παλάτι του, το χώμα να πατήσει της πατρίδας του.»
Ρίγησε η Καλυψώ, ακούγοντας τον λόγο του.
Ύστερα μίλησε, και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:
«Ασπλαχνοι και ζηλόφθονοι θεοί, σ' αυτό είστε πρώτοι!
Ω, δεν ανέχεστε θεές που φανερά πλαγιάζουν με θνητούς,
αν κάποια στο κρεβάτι της τον πάρει ταίρι ν' αγαπηθεί μαζί του.
Όταν η ροδοδάχτυλη Αυγή διάλεξε τον Ωρίωνα,
θεοί εσείς της ευτυχίας, φθονήσατε την τύχη της, ώσπου
στην Ορτυγία η Αρτεμη, άσπιλη και χρυσόθρονη,
τον σκότωσε, ρίχνοντας καταπάνω του τα βέλη της πυκνά.
Παρόμοια κι όταν η καρδιά της Δήμητρας με τους ωραίους πλοκάμους
στον πόθο του Ιάσιου λύγισε, και πλάγιασε ν' αγαπηθεί μαζί του σε χωράφι
που, πριν το σπείρουν, τρεις φορές το οργώνουν,
ούτε και τότε ο Ζευς έμεινε απληροφόρητος·
τον κεραυνώνει φλογερό το αστροπελέκι του.
Έτσι και τώρα πέφτει ο φθόνος σας σ' εμένα που έχω κοντά μου ένα θνητό.
Κι όμως εγώ τον έσωσα, την ώρα που πιασμένος σε καρίνα
πάλευε μόνος με τα κύματα,
αφού το γρήγορο καράβι του ο Δίας το τσάκισε με τον πυρφόρο κεραυνό του
καταμεσής στο μαύρο πέλαγο. Οι άλλοι, ξακουστοί συντρόφοι του,
όλοι τους έσβησαν και πάνε, κι αυτόν μονάχα
κύμα κι άνεμος τον έφεραν εδώ.
Κι εγώ τον υποδέχτηκα μ' αγάπη και τον έθρεψα, λογάριαζα
να γίνει αθάνατος για πάντα και να μείνει αγέραστος.
Όμως, όπως το λες, την εντολή του Δία, που έχει σκουτάρι τη βροντή του,
άλλος θεός δεν τόλμησε να παραβεί ποτέ και να χαλάσει. Ας πάει λοιπόν
να δέρνεται, όπως εντέλλεται εκείνος και προστάζει,
στο άκαρπο πέλαγος. Δεν είμαι εγώ
που την πομπή του θα ετοιμάσω, δεν έχω καράβια και κουπιά
και ναυτικούς συντρόφους που θα μπορούσαν να τον συντροφέψουν
πάνω στη ράχη την πλατιά της θάλασσας. Είμαι ωστόσο πρόθυμη
στο να τον συμβουλεύσω, δεν θα του κρύψω τίποτε,
πώς να γυρίσει στην πατρίδα του χωρίς μεγάλη βλάβη.»
Της αποκρίνεται ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς:
«Άσ' τον να φύγει, όπως το λες. Φυλάξου από την οργή του Δία,
μήπως μια μέρα πέσει πάνω σου το βάρος του θυμού του.»
Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς. Κι εκείνη, σεβαστή νεράιδα,
πήγε να βρει τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα, στην προσταγή του Δία υπάκουη.
Τον βρήκε εκεί να κάθεται στο περιγιάλι, ούτε στιγμή δεν στέγνωναν
τα μάτια του απ' το κλάμα, έλιωνε η γλυκιά ζωή του
απ' τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν,
αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα.
Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς,
το 'κανε απ' ανάγκη· το 'θελε εκείνη, εκείνος όχι.
Τις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος.
Κοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε:
«Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις
τη ζωή σου με το κλάμα. Το πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω.
Εμπρός λοιπόν, πελέκησε μακριά μαδέρια, συνάρμοσέ τα
με καρφιά και φτιάξε μια σχεδία πλατιά· στήριξε πάνω της
Ψηλά δοκάρια, να σε ταξιδέψει στο γαλάζιο πέλαγος.
Εγώ σου δίνω ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί, να 'χεις να ζεις,
να μην πεθάνεις απ' την πείνα.
Κι ακόμη ρούχα θα σε ντύσω και πίσω σου θα στείλω ούριο άνεμο,
ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη,
αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί,
όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»
Ρίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος,
ύστερα μίλησε ο Οδυσσεύς, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Το βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου·
που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω
το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε
ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν,
κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός.
Σ' το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν' ανέβω σε σχεδία,
αν πράγματι εσύ δεν το 'χεις αποφασισμένο.
Εκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις,
πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»
Όπως τον άκουσε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε,
το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε:
«Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος,
που τόλμησες να ξεστομίσεις τέτοιο λόγο. Λοιπόν, ορκίζομαι
σ' αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει,
στο κατακόρυφο νερό της Στύγας—
όρκος πιο φοβερός και πιο μεγάλος δεν έγινε
για τους μακάριους θεούς:
αληθινά δεν σκέφτομαι κακό γιά σένα· όσα στον νου μου έχω και στοχάζομαι,
θα τα σκεφτόμουν και για μένα, αν τύχαινε την ίδια να με βρει
παρόμοια ανάγκη. Σ' το βεβαιώνω:
είναι καλόγνωμος ο νους μου, δεν κρύβω μες στα στήθη
καρδιά από σίδερο, σπλαχνίζομαι κι εγώ.»
Έτσι του μίλησε η αρχοντική θεά, και πήρε
να βαδίζει με γοργό ρυθμό. Εκείνος πήγαινε στα χνάρια της,
ωσότου σίμωσαν στο βάθος της σπηλιάς—ένας θνητός και μια θεά.
Κάθησε αυτός στο ίδιο κάθισμα από όπου λίγο πριν ανασηκώθηκε ο Ερμής,
και τότε η νεράιδα τού παρέθεσε τραπέζι·
να φάει, να πιει, καθώς που τρων και πίνουν οι βροτοί. Αντίκρυ του,
στον θείο Οδυσσέα πήρε τη θέση της κι η ίδια,
οι δούλες τής προσφέρουν νέκταρ κι αμβροσία,
κι οι δυο τους άπλωσαν τα χέρια τους στο έτοιμο δείπνο.
Κι όταν ευφράνθηκαν με το φαΐ, με το πιοτό,
τον λόγο πήρε η Καλυψώ, αρχοντική θεά, του είπε:
«Λαερτιάδη διογέννητε, πολύτροπε Οδυσσέα,
τόσο πολύ πεθύμησες το σπίτι σου;
τώρα αμέσως θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα;
Πήγαινε στο καλό λοιπόν.
Κι όμως αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου να κακοπάθεις,
προτού πατήσεις χώμα πατρικό,
εδώ μαζί μου θα 'μενες, φύλακας νοικοκύρης της σπηλιάς.
Θα 'σουν κι αθάνατος, μόλο που σε φλογίζει ο πόθος της γυναίκας σου,
σε τυραννά ο καημός για να την ξαναδείς, μέρα και νύχτα.
Κι όμως δεν θα 'λεγα πως είμαι κατώτερή της,
μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα.
Έτσι κι αλλιώς, καθόλου δεν τους πρέπει, θνητές
να ανταγωνίζονται θεές στης ομορφιάς τη χάρη.»
Ανταποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ω σεβαστή θεά, παρακαλώ σε μην πικραίνεσαι μαζί μου·
το είδα και καλά το ξέρω, η Πηνελόπη
αντίκρυ σου, όσο κι αν δεν της λείπει η φρόνηση,
σου υπολείπεται και στη μορφή και στο παράστημα.
Είναι θνητή, κι εσύ σαι αθάνατη, στον χρόνο αγέραστη.
Κι όμως εν γνώσει μου το θέλω και το επιθυμώ, απ το πρωί ως το βράδυ,
σπίτι μου να γυρίσω, να δω κι εγώ τη μέρα της επιστροφής.
Κι αν, όπως λες, κάποιος θεός θελήσει
να με χτυπήσει καταμεσής στο μπλάβο πέλαγος, θα το υπομείνω·
ξέρει η καρδιά μου μες στα στήθη μου να υπομένει, γιατί
έχω πάθει πολλά πάθη και δοκιμάστηκα πολύ στο κύμα και στη μάχη.
Λοιπόν, μαζί με τ' άλλα, ας πάει κι αυτό.»
Σώπασε να μιλά. Και τότε άρχισε να δύει ο ήλιος,
έπεσε το σκοτάδι. Προχώρησαν οι δυο στο κοίλο βάθος της σπηλιάς,
κοιμήθηκαν μαζί, και χάρηκαν μαζί φιλί κι αγκάλη.

Οδυσσέως σχεδία

Μόλις επήρε να χαράζει, φάνηκε ροδοδάχτυλη η Αυγή.
Εκείνος φόρεσε αμέσως χλαμύδα και χιτώνα, ο Οδυσσέας·
εκείνη, η νεράιδα, ντύθηκε ρούχο κάτασπρο, μακρύ, χαριτωμένο,
αραχνοΰφαντο, και ζώστηκε στη μέση της ζώνη χρυσή
κι ωραία, ρίχνοντας στο κεφάλι της μαντίλα.
Κι ευθύς πήρε να σκέφτεται τον γυρισμό του μεγαλόψυχου Οδυσσέα.
Του δίνει ένα διπλό πελέκι κοφτερό, χάλκινο και μεγάλο,
καλάρμοστο στο χέρι, οπλισμένο μ' όμορφο στειλιάρι,
τέλεια στεριωμένο, από ξύλο ελιάς.
Του 'δωσε και σκερπάνι ακονισμένο, και πρώτη
βγήκε στον δρόμο που τραβά στην άκρη του νησιού,
όπου και τα μεγάλα δέντρα υψώνονταν:
σκλήθρες και λεύκες, ουρανομήκη έλατα—στεγνά, κατάξερα,
για να μπορούν ανάλαφρα να πλέουν.
Τα δέντρα τα ψηλά τού δείχνει, και ξαναγύρισε
προς τη σπηλιά η Καλυψώ θεόμορφη.
Εκείνος άρχισε να κόβει τους κορμούς (γρήγορα πήγαινε η δουλειά),
συμπλήρωσε τους είκοσι κομμένους
και τους πελέκησε με τον χαλκό τους κλώνους,
τους έξυσε μετά και τους εστάθμισε, για να 'ναι ίσοι.
Στην ώρα της, θεόμορφη κι η Καλυψώ φέρνει τα τρύπανα.
Κι αυτός τα ξύλα τρύπησε και τα σοφίλιασε,
ταιριάζοντάς τα με ξύλινα καρφιά κι αρμούς.
Όσο φαρδύ τορνεύει μάστορης που κατέχει την τέχνη του άριστα
τον πάτο καραβιού για φόρτωμα,
τόσο φαρδιά κι ο Οδυσσέας την έφτιαξε την πλάβα,
στεριώνοντας τα ίκρια με πολλά στραβόξυλα,
ώσπου απλώνοντας μακριές σανίδες τέλειωσε την κουβέρτα.
Τότε και το κατάρτι το έμπηξε στη μέση μ' αντένα ταιριασμένη,
και το τιμόνι το μαστόρεψε, να 'ναι ο κυβερνήτης του.
Ύστερα τη σχεδία περίφραξε, στο κύμα για ν' αντέχει,
με κλωνάρια ιτιάς, ρίχνοντας από πάνω φύλλα.
Και ξαναφτάνει η Καλυψώ θεόμορφη με το λινό για τα πανιά·
καλά κι αυτά τα μαστορεύει.
Τα ξάρτια και τα κάτω καραβόσχοινα της έδεσε,
και με φαλάγγια τη σχεδία τη σέρνει και τη ρίχνει
στο θείο κύμα της θαλάσσης.
Είχε πια συμπληρώσει μέρες τέσσερις, ώσπου τα τέλειωσε όλα.
Στην πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη τον ξεπροβόδισε
απ' το νησί της, αφού τον έλουσε η ίδια και του φόρεσε
ρούχα που μοσχομύριζαν.
Του έβαλε μέσα κι ένα ασκί, μαύρο κρασί γιομάτο·
και δεύτερο, ακόμη πιο μεγάλο, με νερό· κι ένα δισάκι
με τα τρόφιμα και τα προσφάγια, νόστιμα όλα και πολλά.
Του στέλνει και τον ούριο άνεμο, άβλαβο και γλυκό.

Απόπλους Όδυσσέως παρά Καλυψούς

Όλος χαρά ο θείος Οδυσσέας κι αγαλλίαση,
με πρίμο αγέρι σήκωσε τα πανιά, κάθησε στο τιμόνι
και το κυβέρνησε με τέχνη.
Ύπνος δεν έπεσε στα βλέφαρά του, αλλά κοιτούσε συνεχώς την Πούλια,
τον Βουκόλο που δύει αργά, την Άρκτο που τη λεν κι Αμάξι·
δεν φεύγει από τη θέση της γυρίζοντας, μόνο παραμονεύει
τον Ωρίωνα, και μόνη αυτή δεν λέει να πέσει στα λουτρά του Ωκεανού.
Η Καλυψώ η θεόμορφη τον είχε ορμηνέψει,
αυτό το αστέρι πάντοτε να το 'χει ποντοπορώντας
στο ζερβό του χέρι.
Και ποντοπόρησε μέρες δεκαεφτά· στη δέκατη όγδοη
πήραν να φαίνονται, στο μέρος του νησιού που πρόβλεψε,
βαθύσκιωτα της Φαιακίδας τα βουνά·
έμοιαζαν σαν ασπίδα, στο πέλαγο το αχνό αφημένη.
Όμως τον είδε ανεβαίνοντας απ' τους Αιθίοπες
ο μέγας Ποσειδών που σείει τη γη· από μακριά το μάτι του τον πήρε,
από τα όρη των Σολύμων, ν' αρμενίζει στο ανοιχτό το πέλαγος·
χολώθηκε βαριά, και το κεφάλι του κουνώντας είπε μόνος του:
«Αλίμονο. Έτσι λοιπόν και τόσο οι θεοί άλλαξαν γνώμη,
όσο εγώ βρισκόμουν στους Αιθίοπες;
Και να τος τώρα ο Οδυσσέας, τόσο κοντά
στη χώρα των Φαιάκων, όπου του μέλλεται πως θα ξεφύγει
από το δίχτυ της μεγάλης που τον βρήκε συμφοράς.
Όμως κι εγώ το λέω, θα χορτάσει για καλά τη μαύρη μοίρα του.»
Μιλώντας, σύναξε τα νέφη και, πιάνοντας την τρίαινα στα χέρια του,
συντάραξε τον πόντο, συννέφιασε θάλασσα και στεριά,
ξεσήκωσε όλες μαζί τις θύελλες και τους ανέμους όλους,
έγινε η μέρα νύχτα, πέφτοντας ψηλά απ' τον ουρανό.
Λεβάντες και νοτιάς, άγριος πουνέντες και βοριάς αιθερογέννητος
συγχρόνως φύσηξαν και σήκωσαν τεράστιο κύμα.
Αυθήκαν τότε του Οδυσσέα τα γόνατα, λύγισε η ψυχή του,
βάρυνε η γενναία καρδιά του, και μόνος του μιλούσε:
«Αμοιρος και τρισάμοιρος εγώ. Τι άλλο, πιο μεγάλο, κακό με περιμένει;
Τρέμω μήπως όλα τα είπε αλάθευτα η θεά,
που μου προφήτεψε πως θα χορτάσω πάθη του πελάγου,
προτού πατήσω χώμα της πατρίδας.
Και να που τώρα όλα επαληθεύονται, αφού ο Ζευς
με τέτοια νέφη απ' άκρη σ' άκρη σκέπασε τον μέγα ουρανό,
τον πόντο τάραξε, η θύελλα λυσσομανά, σφυρίζουνε από παντού ανέμοι.
Καμιά πια σωτηρία, σκέτος όλεθρος. Ευτυχισμένοι
τρεις και τέσσερις φορές οι Δαναοί που είχαν την τύχη
στην ευρύχωρη Τροία να χαθούν για τους Ατρείδες.
Κι εγώ μακάρι εκεί να 'χα τελειώσει,
εκεί να μ* έβρισκε η μοίρα του θανάτου, τη μέρα εκείνη που Τρώες
αμέτρητοι με σημαδεύαν με τα χάλκινά τους δόρατα,
καθώς για τον νεκρό Αχιλλέα πολεμούσα.
Τότε θα με τιμούσαν και με του τάφου τα κτερίσματα,
το όνομά μου οι Αχαιοί θα το είχαν δοξασμένο. Μα τώρα το γραφτό μου
ήταν να γίνω λεία ανήκουστου θανάτου.»
Δεν είχε καν τον λόγο του τελειώσει, κι έπεσε μέγα κύμα πάνω του
σαρωτικό που ταρακούνησε και τη σχεδία.
Βρέθηκε ξαφνικά μακριά της, του ξέφυγε απ' το χέρι το τιμόνι.
Η θυμωμένη θύελλα με τους μεικτούς ανέμους σύντριψε το κατάρτι,
πανί κι αντένα σφενδονίστηκαν πέρα στο πέλαγο.
Κι έμεινε αυτός ώρα πολλή μέσα στη δίνη,
κεφάλι δεν μπορούσε να σηκώσει
μπρος στην ορμή των φοβερών κυμάτων. Τον βάρυναν ακόμη
και τα ρούχα, αυτά που η θεία Καλυψώ τού είχε φορέσει.
Κάποια στιγμή ωστόσο ανάβλεψε, φτύνει από το στόμα του πικρή την άρμη
(σαν χείμαρρος κελάρυσε καθώς του βγαίνει απ' το κεφάλι),
όμως και τη σχεδία του θυμάται, κι ας είχε πια αποκάμει.
Βρήκε ξανά τη δύναμη κι αρπάζεται
μέσα απ' τα κύματα επάνω της και, καθισμένος τώρα
εκεί στη μέση, δοκίμαζε πώς να ξεφύγει το τέλος του θανάτου.
Όμως το μέγα κύμα την πήγαινε όπου ήθελε· τη μιαν εδώ,
την άλλη εκεί. Πώς ο χειμερινός βοριάς σαρώνει στον κάμπο αγκάθια,
κι αυτά σφιχταγκαλιάζονται και γίνονται ένα πράμα,
έτσι και τη σχεδία οι άνεμοι εδώ και εκεί τη φέρναν και την πήγαιναν
τη μια ο νότος στον βοριά την άφηνε κουμάντο,
την άλλη ο λεβάντες την παράδινε για να τη σέρνει ο πουνέντες.
Ώσπου τον πήρε είδηση η καλλίσφυρη Ινώ, του Κάδμου η θυγατέρα,
η Λευκοθέη, που πρώτα είχε ανθρώπινη φωνή και φύση, μα τώρα
οι θεοί τής έδωσαν θεϊκή τιμή μες στα πελάγη.
Αυτή τον Οδυσσέα ελέησε όπως τον είδε θλιβερά παραδαρμένο·
σκούρο πουλί με την ουρά σχιστής παρόμοια πέταξε και βγήκε
από το κύμα, κάθησε πάνω στη σχεδία του, και του είπε τον δικό της λόγο:
«Δύσμοιρε, γιατί ο κοσμοσείστης Ποσειδών τόσο πολύ μαζί σου τα 'βαλε;
γιατί σου σπέρνει τόσα πάθη;
Κι όμως, παρ' όλο τον θυμό του, δεν θα μπορέσει να σε θανατώσει.
Να κάνεις μόνο ό,τι σου πω, και δεν μου φαίνεσαι ασύνετος:
βγάλε από πάνω σου αυτά τα ρούχα, ξέχασε τη σχεδία σου
και χάρισέ τη στους ανέμους· βάλε
τα δυνατά σου να κολυμπήσεις μ' απλωτές, νόστο να βρεις
στη χώρα των Φαιάκων, όπου η μοίρα σου σου γράφει να γλιτώσεις.
Πάρε και τούτο το άφθαρτο μαγνάδι, ζώσε μ' αυτό το στέρνο σου,
και φόβος πια θανάτου δεν θα σ' απειλήσει,
μήτε και τ' άλλα πάθη.
Κι όταν με το καλό πιάσουν τα χέρια σου στεριά,
λύσε το πάλι το μαγνάδι, στο μπλάβο πέλαγο να το πετάξεις,
όσο μπορείς μακρύτερα, κοιτάζοντας εσύ στην άλλην άκρη.»
Τελειώνοντας του παραδίνει το μαγνάδι.
Σκούρο πουλί με την ουρά σχιστή, παρόμοια βούλιαξε ξανά
στον κυματώδη πόντο, ώσπου την αποσκέπασε το μαύρο κύμα.
Μόνος του τώρα, ο Οδυσσέας πολύπαθος και θείος,
σε σκέψη δίβουλη μπλεγμένος,
αναστενάζοντας βαριά, γύρισε κι είπε στη γενναία ψυχή του:
«Αλίμονο, και ποιος αθάνατος πάλι μου πλέκει δόλο,
που με παρακινεί να παρατήσω τη σχεδία.
Κι όμως δεν θα τον υπακούσω, όσο ακόμη βλέπουνε τα μάτια μου
μακριά εκείνη τη στεριά, που λέει πως θα 'ναι η σωτηρία μου.
Μάλλον αυτό θα κάνω, μου φαίνεται και το καλύτερο:
όσο βαστάξουν τα μαδέρια στους αρμούς τους,
θα κρατηθώ σ' αυτά, θα υπομείνω κι εγώ το βάσανό μου·
και μόνο όταν το κύμα καταλύσει τη σχεδία, θα πέσω στο νερό.
Δεν βλέπω άλλο συμφερότερο που θα μπορούσα να σκεφτώ.»
Κι ενώ μ' αυτή τη σκέψη πάλευαν νους και ψυχή του,
ο κοσμοσείστης Ποσειδών σηκώνοντας κύμα μεγάλο, άγριο, φοβερό
και κατακόρυφο, το 'ριξε καταπάνω του.
Πώς άνεμος σφοδρός σκορπίζει αλλού κι αλλού
ξερά τα άχυρα της θημωνιάς, έτσι σκορπίστηκαν και τα μακριά μαδέρια.
Κι όμως ο Οδυσσέας κρατήθηκε σ' έναν κορμό,
τον καβαλίκεψε, λες κι ήταν άλογο της κούρσας,
πέταξε από πάνω του τα ρούχα, εκείνα που του φόρεσε
η θεία Καλυψώ, αμέσως το μαγνάδι
ζώστηκε στο στέρνο, με το κεφάλι βούτηξε στη θάλασσα,
τα χέρια του άπλωσε, κι έβαλε δύναμη να κολυμπήσει.
Τον είδε όμως ο παντοδύναμος θεός που σείει τη γη,
την κεφαλή του κούνησε και μόνος του μιλούσε:
«Τώρα λοιπόν, με μύρια πάθη περιπλανήσου στα πελάγη,
μήπως και σμίξεις κάποτε μ' ανθρώπους διογέννητους.
Όμως και τούτο αν γίνει, δεν θα μπορείς να πεις
πως ήταν λίγη η συμφορά σου.»
Τελειώνοντας μαστίγωσε τ' άλογα με την πλούσια χαίτη
και σίμωσε προς τις Αιγές, όπου βρισκόταν και το ξακουστό παλάτι του.
Μα να που η Αθηνά, του Δία η κόρη, έρχεται τώρα μ άλλες σκέψεις:
δένει τον δρόμο στους ενάντιους ανέμους, τους προστάζει ανάπαυλα,
όλους τούς κατευνάζει.
Σήκωσε μόνο τον γοργό βοριά, σπάζει τα κύματα μπροστά του,
για να μπορεί, ξεφεύγοντας τον χάρο και τη μαύρη μοίρα,
να σμίξει ο θείος Οδυσσεύς μ' εκείνους που έχουν
χαρά τους το κουπί, τους Φαίακες.
Κι ωστόσο δυο μερόνυχτα, δοσμένος στο μεγάλο κύμα,
είδε πολλές φορές τον χάρο με τα μάτια του.
Μόνο την τρίτη μέρα, σαν την ξημέρωσε η Αυγή
με τους ωραίους πλοκάμους, έπεσε ο άνεμος,
γαλήνεψε, κι έγινε νηνεμία.
Και ξαφνικά βλέπει στο πλάι του στεριά· όπως τον σήκωσε
ψηλά ένα μεγάλο κύμα, την είδε μπρος του με το κοφτερό του μάτι.
Πόση αγαλλίαση νιώθουν παιδιά που αναστήθηκε ο πατέρας τους—
τον είχε βρει και τον κρατούσε στο κρεβάτι
βαριά αρρώστια που τον παίδεψε πολύ· μέρα τη μέρα έλιωνε, .
καθώς ο δαίμονας τον χτύπησε ο φριχτός· και τώρα
που οι θεοί τού λύνουν τα δεσμά της συμφοράς του,
αγάλλεται· τόση αγαλλίαση δίνει στον Οδυσσέα η θέα
της στεριάς της δασωμένης. Όλος σπουδή κολύμπησε
να φτάσει, για να πατήσει χώμα το ποδάρι του.
Αλλά όταν πια τον χώριζε τόση μονάχα απόσταση, όσο
που ν' ακουστεί φωνάζοντας, τον πήρε ο γδούπος
που τα ύφαλα της θάλασσας χτυπούσε.
Το μέγα κύμα, σπάζοντας φοβερό πάνω στις ξέρες,
βόγγαε και ξερνούσε, σκεπάζοντας τα πάντα μ' αλισάχνη.
Αιμάνια ανύπαρκτα, των καραβιών οι κόλποι ανύπαρκτοι·
υπήρχαν μόνο κάβοι απόκρημνοι, γκρεμοί και βράχοι.
Τότε του λύθηκαν τα γόνατα, λύγισε κι η καρδιά του,
βαρυγκομώντας ο Οδυσσέας μόνος του μιλούσε
λέγοντας στην περήφανη ψυχή του:
«Τώρα τι γίνεται. Αφού ο Δίας ανέλπιστα μου δίνει
να δω στεριά, και μπόρεσα να φτάσω εδώ, μέσα από τόσα κύματα,
δεν βλέπω μέρος πουθενά να καταφύγω, που να με βγάλει
από την αφρισμένη θάλασσα.
Έξω μονάχα βράχοι μυτεροί και γύρω τους
βρυχάται το κύμα πολυτάραχο· λείος
και κατακόρυφος αναδρομίζει τοίχος πέτρινος,
κι είναι από κάτω το νερό βαθύ, δεν γίνεται να στηριχτείς
στα πόδια και να σταθείς για να ξεφύγεις το κακό.
Αν πάω να βγω, φοβάμαι μήπως και μ' αναρπάξει το μεγάλο κύμα
και με συντρίψει πάνω σε γρανιτένιο βράχο—
τότε κι η ορμή μου πάει χαμένη.
Αν πάλι πω πως κολυμπώ ένα γύρο, μήπως και βρω κάπως
απάνεμο ακρογιάλι ή και λιμάνι αυτής της θάλασσας, τρέμω
μην και με παρασύρει η αντάρα πάλι στο ψαροτρόφο πέλαγο,
που ξέρει πώς να βαριαναστενάζει.
Ή κι ένας δαίμονας από τα βάθη της θαλάσσης στείλει
να με σπαράξει κάποιο κήτος, απ' τα μεγάλα και πολλά
που τρέφει η τρανή Αμφιτρίτη.
Καλά τον ξέρω τον θυμό του Κοσμοσείστη, το μένος του εναντίον μου,
του περιβόητου θεού.»
Κι όπως ακόμη μες στα φρένα και τον νου του ανακινούσε τέτοιες σκέψεις,
μεγάλο κύμα τον παρέσυρε, τον έριξε στα βράχια της ακτής.
Τότε τις σάρκες του θα ξέσχιζε, τα κόκαλά του θα συντρίβονταν,
αν η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, δεν έδινε τη φώτισή της·
μαζεύοντας τη δύναμή του, και με τα δυο του χέρια
πιάστηκε απ' τον βράχο, κι εκεί κρατήθηκε στενάζοντας
ώσπου το κύμα πέρασε.
Κι αν γλίτωσε έτσι, όμως το κύμα, πίσω γυρίζοντας ορμητικό,
τον έπληξε και τον επέταξε μακριά, ξανά τον πήγε στα βαθιά.
Πώς όταν ξεκολλούν χταπόδι απ' το θαλάμι του,
κολλούν απάνω στις θηλές του τα πυκνά χαλίκια,
παρόμοια μείναν κολλημένες κι οι σάρκες από τα θρασιά του χέρια
πάνω στα βράχια. Κι εκείνον τον εσκέπασε το μέγα κύμα.
Θα 'ταν κι αυτό απρόβλεπτος χαμός του δύστυχου Οδυσσέα,
αν πάλι η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, δεν έδινε τη φώτισή της·
κατόρθωσε ν' αναδυθεί απ' το κύμα που έσπαζε στη στεριά,
έστριψε προς τα έξω και λοξά κολύμπησε, κοιτάζοντας
μη χάσει τη στεριά απ' τα μάτια του, μήπως και βρει
κάπως απάνεμο ακρογιάλι ή και λιμάνι αυτής της θάλασσας.
Και τότε κολυμπώντας φτάνει στο στόμα ποταμού καλλίρροου—
αυτός ο χώρος έκρινε πως ήταν ο καλύτερος,
αφού του έλειπαν οι βράχοι, κι ο άνεμος δεν τον χτυπούσε. Βλέποντας
μπρος του τα νερά του ποταμού να ρέουν, έκανε ολόψυχην ευχή:
«Επάκουσε, όποιος κι αν είσαι, ποταμέ βασιλικέ μου.
Προσπέφτω, χίλιες φορές παρακαλώ σε, γλίτωσέ με
από την απειλή του ποσειδώνιου πελάγου.
Πρέπει, πιστεύω, κι οι αθάνατοι θεοί να τον σπλαχνίζονται
όποιον παραδαρμένος τούς ζητά το έλεός τους.
Ένας που έπαθε πολλά κι εγώ, τώρα στα γόνατά σου πέφτω,
ποταμέ μου, ζητώ να μ' ελεήσεις, βασιλιά μου.
Ικέτης σου είμαι, και το ομολογώ.»
Ευχήθηκε κι ευθύς ο ποταμός ανέκοψε το ρέμα,
σταμάτησε το κύμα, μπροστά του τα νερά γαλήνεψε,
τον πήρε και τον έσωσε στις εκβολές του.
Μα είχαν πια λυγίσει και τα δυο του γόνατα, τα στιβαρά του χέρια
λύθηκαν, ένιωθε τσακισμένος απ' το κύμα*
σώμα πρησμένο, στόμα, ρουθούνια να ξερνούν τη θάλασσα,
κι αυτός πεσμένος κάτω, δίχως πνοή, δίχως φωνή,
σαν λιγοθυμισμένος, τυραννισμένος από κούραση φριχτή.
Κι ωστόσο μόλις πήρε ανάσα κι ήλθε η ψυχή ξανά στον τόπο της,
το μαγικό μαγνάδι λύνοντας το παραδίνει
στου ποταμού το ρέμα που έσμιγε με τη θάλασσα·
γοργά το πήρε μες στη δίνη του ένα μεγάλο κύμα,
κι αμέσως το υποδέχτηκαν τα χέρια της Ινώς.
Τότε απ' το ποτάμι βγαίνει, έγειρε σ' ένα σχοίνο πλάι,
σκύβοντας φίλησε το χώμα της ζωοδόχου γης.
Βαρύθυμος ακόμη, μιλώντας είπε στη γενναία ψυχή του:
«Τώρα στο τέλος τι μου μέλλεται να πάθω, αλίμονο.
Αν μείνω στο ποτάμι και περάσω εδώ τη μαύρη νύχτα,
πώς να μη συμμαχήσουν άσχημα πάχνη και παγωνιά,
εξαντλημένον να μου πάρουν την ψυχή,
έτσι που την αυγή τόσο ψυχρό το αγιάζι κατεβαίνει απ' το ποτάμι.
Αν πάλι ανέβω την πλαγιά στο δάσος το βαθύσκιωτο,
αν σε φυλλωσιές πυκνές πέσω να κοιμηθώ, πες πως το κρύο
κι ο κάματος μ' αφήνουν, κι επέρχεται ύπνος γλυκός·
τα άγρια θηρία τρέμω μήπως με βρουν και με σπαράξουν.»
Κι όπως το συλλογίστηκε, αυτό του φάνηκε πως είναι το καλύτερο:
ξεκίνησε να βρει το δάσος, το βρήκε πλάι στον ποταμό,
ψηλά σε ξάγναντο.
Τρύπωσε εκεί, κάτω από θάμνα δίδυμα, ελιά κι αγρίλι που ξεφύτρωναν μαζί.
Δεν έφτανε ως εδώ το μένος των υγρών ανέμων, '
δεν τα χτυπούσε αυτά τα θάμνα ήλιος με τις αχτίνες του,
όταν σηκώνεται λαμπρός, μήτε η βροχή τα διαπερνούσε·
τόσο πυκνά συμπλέκονταν το 'να μαζί με τ' άλλο.
Γλίστρησε ο Οδυσσέας στον κόρφο τους, και με τα χέρια του
φτιάχνει το στρώμα του παχύ κι ευρύχωρο,
από τα φύλλα τα πολλά που ήταν χυμένα γύρω, τόσο και τέτοιο,
που θα μπορούσε δυο και τρεις ανθρώπους να τους προφυλάξει,
ακόμη και σε χειμωνιάτικη ώρα, όταν βαραίνει ο καιρός πολύ.
Το έργο του κοιτώντας, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ένιωσε μέσα του χαρά· στη μέση ξάπλωσε ρίχνοντας
από πάνω του σωρό τα φύλλα.
Πώς κάποιος έκρυψε δαυλό μέσα στη μαύρη στάχτη,
σε χτήμα απόμερο, που γείτονες στο πλάι του δεν έχει, σώζοντας έτσι
το σπέρμα της φωτιάς, που να μην είναι ανάγκη απ' αλλού ν' ανάβει·
με ένα δαυλό παρόμοιος ο Οδυσσέας σκεπάστηκε με φύλλα.
Τότε κι η Αθηνά χύνει στα μάτια του τον ύπνο,
γρήγορη ανάπαυση από τον μόχθο και τον κάματό του.
Κι ο ύπνος σφράγισε τα βλέφαρά του.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Οδυσσέως άφιξις είς Φαίακας

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Αύγουστος 7th, 2017, 12:03 pm

Οδυσσέως άφιξις είς Φαίακας

ΒΑΘΙΑ κοιμότανε εκεί εκείνος, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
στον ύπνο και στον κάματο δοσμένος.
Ωστόσο η Αθηνά τον δρόμο πήρε για τους Φαίακες,
να πάει στη χώρα και στην πόλη τους.
Που άλλοτε κατοικούσαν στην ευρύχωρη Υπερεία,
κοντά στους αλαζόνες Κύκλωπες.
Όμως αυτοί, ασυναγώνιστοι όπως ήταν στη βία και στη δύναμη,
συχνά τους έβλαπταν.
Ώσπου ο ωραίος σαν θεός Ναυσίθοος
τους ξεσηκώνει, και τους πήγε να μείνουν στη Σχερία,
από τους σιτοφάγους γείτονες μακριά.
Εκεί, γύρω στην πόλη τείχος ύψωσε,
έχτισε κατοικίες, για τους θεούς ανάστησε ναούς,
μοίρασε και τη γη.
Στο μεταξύ πάει καιρός που είχε στον κάτω κόσμο κατεβεί,
από τη μοίρα του θανάτου χτυπημένος.
Τώρα κρατούσε την αρχή ο Αλκίνοος,
νους προικισμένος με τη γνώση των θεών.
Για το δικό του το παλάτι πήρε τον δρόμο η Αθηνά,
τα μάτια λάμποντας, και με τη σκέψη της στραμμένη
στον γυρισμό του μεγαλόψυχου Οδυσσέα.
Φτάνει πηγαίνοντας στον στολισμένο θάλαμο,
όπου κοιμότανε μια κόρη, σαν τις αθάνατες στην όψη και στο ανάστημα:
η Ναυσικά, του μεγαλόκαρδου Αλκινόου η θυγατέρα.
Κοντά της, πλάι στον κάθε παραστάτη, ησύχαζαν ακόλουθες,
κοπέλες δύο σαν τις Χάριτες ωραίες.
Και τα κλειστά θυρόφυλλα να λάμπουν.
Σαν την πνοή του ανέμου η θεά περνώντας,
ρίγησε το κλινοσκέπασμα της κόρης.
Στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι της κι όπως ξεκίνησε να της μιλήσει,
την όψη πήρε της θυγατέρας κάποιου Δύμαντα,
θαλασσινού με φήμη—της ήταν συνομήλικη, φίλη επιστήθια κι αγαπημένη.
Με το δικό της πρόσωπο, τα μάτια λάμποντας, της είπε η Αθηνά:
«Ω Ναυσικά, γιατί τόσο νωθρή να σε γεννήσει η μάνα σου;
Αφρόντιστα σου μένουν τα λαμπρά σου ρούχα.
κι όμως ο γάμος πια σου γνέφει·
πρέπει κι εσύ τα ωραία σου να τα φορέσεις,
να τα χαρίσεις όμως και στους άλλους που θα σε πάνε στου γαμπρού.
Έτσι στοχάζομαι πως ανεβαίνει ένδοξη η φήμη στους ανθρώπους,
και καμαρώνουν ο πατέρας σου κι η σεβαστή σου μάνα.
Εμπρός λοιπόν, μόλις χαράξει,
ας πάμε να τα πλύνουμε μαζί. Σκοπεύω να σ' ακολουθήσω,
να ετοιμαστείς το γρηγορότερο, θα σου παρασταθώ κι εγώ,
αφού δεν θα σαι για καιρό παρθένα.
Κιόλας σε ορέγονται πολλοί για νύφη,
οι ευγενέστεροι άντρες σ' όλο τον δήμο των Φαιάκων,
απ' όπου έχει αναβλαστήσει κι η δική σου φύτρα.
Γι' αυτό σου λέω, παρότρυνε τον ξακουστό πατέρα σου,
πριν καλοξημερώσει, να σου ετοιμάσει άμαξα και μούλες,
για να φορτώσουν τους ζωστούς χιτώνες,
πέπλους λυτούς κι ενδύματα χρωματιστά που λάμπουν.
Καλύτερα κι εσύ στην άμαξα ν' ανέβεις, μην πας πεζοπορώντας,
οι γούρνες βρίσκονται τόσο μακριά απ' την πόλη.»
Είπε τον λόγο της, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά,
και για τον Όλυμπο κινούσε, όπου, καθώς διηγούνται,
τη μόνιμή τους έδρα έχουν οι θεοί ασφαλισμένη·
δεν τη χτυπούν ανέμοι, δεν τη λασπώνουν οι νεροποντές,
χιόνι δεν τη βαραίνει·
μόνο αιθρία απλώνεται παντού, λάμψη λευκή την περιβάλλει.
Εκεί μακαρισμένοι χαίρονται οι θεοί την αιωνία ζωή·
εκεί κατέφυγε, τα μάτια λάμποντας, κι η Αθηνά
που φανερώθηκε στην κόρη.
Και πρόβαλε στην ώρα της καλλίθρονη η Αυγή
τη Ναυσικά ξυπνώντας, που τη στόλιζαν εξαίσιοι πέπλοι.
Από το θαυμαστό της όνειρο συνεπαρμένη,
έτρεξε από κάμαρη σε κάμαρη,
το μήνυμα να φέρει στους γονείς, στον κύρη και στη μάνα της.
Τους βρήκε μέσα· ήταν εκείνη στην εστία καθισμένη με τις ακόλουθές της,
κλώθοντας νήματα βαμμένα στην πορφύρα της θαλάσσης·
εκείνον τον απάντησε στην πόρτα,
έτοιμο να προσέλθει στη βουλή με τους βασιλικούς συμβούλους,
όπου και τον καλούσαν φημισμένοι οι Φαίακες.
Πήγε και στάθηκε πολύ κοντά του, και τον πατέρα της προσφώνησε:
«Ω κύρη μου ακριβέ, δεν θ' αρνηθείς στην κόρη σου ένα αμάξι,
ψηλό όσο πρέπει και καλλίτροχο,
ρούχα πολύτιμα στον ποταμό να φέρει, να τα πλύνω,
που βρίσκονται στο σπίτι λερωμένα.
Πρώτος εσύ μέσα στους πρώτους της βουλής που αποφασίζει,
το σώμα σου δεν πρέπει να ντύνεις με ρούχα καθαρά;
Έχεις και πέντε γιους. Οι δυο τους είναι κιόλας παντρεμένοι,
οι τρεις ακόμη παλληκάρια θαλερά κι ανύπαντρα.
Όλοι τους θέλουν, στο χοροστάσι όταν πηγαίνουν,
φρεσκοπλυμένα ρούχα να φορούν.
Κι είναι δικό μου χρέος όλα να τα σκέφτομαι.»
Έτσι του μίλησε, σεμνά, διστάζοντας να ομολογήσει
στον πατέρα της για τον δικό της γάμο, που τη συγκινούσε.
Εκείνος όμως πιάνοντας καλά το νόημα, της αποκρίθηκε αναλόγως:
«Όχι, παιδί μου, μήτε οι μούλες θα σου λείψουν
μήτε και τ' άλλα, τ' απαραίτητα.
Πήγαινε όπου λες. Το αμάξι σου οι δούλοι θα ετοιμάσουν,
ψηλό όσο πρέπει και καλλίτροχο, με την καρότσα του γερά δεμένη.»
Είπε και πρόσταξε τους δούλους, εκείνοι υπάκουσαν,
κι ευθύς την άμαξα με τους ωραίους τροχούς,
πρόσφορη για τις μούλες, τη σέρνουν έξω, κι έζεψαν στην άμαξα τις μούλες.
Τότε κι η κόρη φέρνει από τον θάλαμο τον πλούσιο ρουχισμό
και τον απόθεσε στο λείο αμάξι.
Στο μεταξύ κι η μάνα της διαλέγει
και της έβαλε σ' ένα καλάθι άφθονα τρόφιμα κάθε λογής,
πρόσθεσε και τις λιχουδιές, και το γιδίσιο ασκί το γέμισε κρασί.
Κι όταν στην άμαξα η κόρη ανέβηκε,
της παραδίνει και μια λήκυθο χρυσή με λάδι λιπαρό,
για ν' αλειφτεί κι η ίδια κι όσες κοπέλες τη συνόδευαν.
Τότε κι εκείνη το μαστίγιο πιάνει και τα ηνία λαμπρά,
τα ζώα μαστιγώνοντας να τρέξουν.
Κι αντήχησεν ο θόρυβος από τις μούλες,
που ακαταπόνητες τεντώθηκαν, σέρνοντας φορτίο και κόρη—
δεν ήταν μόνη, κίνησαν μαζί της κι άλλες
κοπέλες που της παραστέκουν.
Κι όταν πλησίασαν το ρέμα του καλλίρροου ποταμού,
όπου κι οι γούρνες ήσαν στη σειρά—έτρεχε το νερό ασταμάτητο
μπροστά τους, καλόδεχτο, να καθαρίζει κάθε ρύπο.
Εκεί λύνουν τις μούλες απ' τ αμάξι και τις αμόλησαν
πλάι στο ποτάμι με τις πολλές του δίνες,
για να βοσκήσουν χλόη μαλακή σαν μέλι.
Από το αμάξι σήκωσαν στα χέρια τους τα ρούχα
και τα βαφτίζουν στο νερό, βαθύ σαν μαύρο.
Με γρηγοράδα απίστευτη τα στύβουν στις χαβούζες,
κοιτώντας πώς θα ξεπεράσουνε η μια την άλλη.
Κι όταν απόσωσαν το πλύσιμο κι άστραψαν πεντακάθαρα τα ρούχα,
τα πήραν να τ' απλώσουν στ' ακρογιάλι με τη σειρά,
εκεί που η θάλασσα, χτυπώντας την ακτή, τα βότσαλα λευκαίνει.
Ύστερα κάνουν το λουτρό τους, με λάδι αλείφτηκαν
και στρώθηκαν να φάνε στην ποταμίσιαν όχθη,
τα ρούχα περιμένοντας να τα στεγνώσουν οι αχτίνες του ήλιου.
Κι όταν ευφράνθηκαν με το φαΐ η κόρη κι οι κοπέλες,
πήραν να παίζουν την πετόσφαιρα, τον κεφαλόδεσμο πετώντας πέρα.
Ανάμεσά τους, χέρια υψώνοντας λευκά, η Ναυσικά
κρατούσε τον ρυθμό με το τραγούδι της.
Πώς η τοξεύτρα η Άρτεμη στα όρη κατεβαίνει,
ή στον πανύψηλο Ταΰγετο ή στον Ερύμανθο,
για να χαρεί με κάπρους και μ' ελάφια ωκύποδα,
οι Νύμφες αγροδίαιτες, κόρες του Δία που κρατάει αιγίδα,
τη συντροφεύουν παίζοντας μαζί της·
βλέπει και χαίρεται βαθιά η Λητώ πως υπερέχουν
μέτωπο και κεφαλή της κόρης της· αναγνωρίζεται εύκολα
σ' όλες ανάμεσα, κι ας είναι ωραίες όλες τους·
παρόμοια κι η αδάμαστη παρθένα Ναυσικά
από τις άλλες κοπέλες ξεχωρίζει που παράστεκαν.
Πέρασε ωστόσο η ώρα κι έπρεπε
τον δρόμο πάλι να πάρει της επιστροφής προς το παλάτι,
να ξαναζέψει τα μουλάρια και να διπλώσει τα ωραία της ρούχα.
Τότε ακριβώς άλλα στοχάστηκε, τα μάτια λάμποντας, η θεά Αθηνά·
πώς θα ξυπνήσει ο Οδυσσέας, να δει την κόρη την πεντάμορφη,
που θα τον οδηγούσε προς την πόλη όπου και κατοικούν οι Φαίακες.
Καθώς λοιπόν τη σφαίρα ρίχνει η Ναυσικά σε μια από τις κοπέλες,
η κοπελιά ξαστόχησε,
κι έπεσε η μπάλα στα βαθιά νερά του ποταμού. Ύψωσαν τότε μια φωνή
μεγάλη, κι ο θείος Οδυσσέας ξυπνά. Ανασηκώθηκε και ταραγμένος
συλλογίστηκε στα φρένα και στον νου του:
«Αλίμονό μου! Σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα;
είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν
κι ο νους τους σέβεται τα θεία;
Στ' αφτιά μου ωστόσο χτύπησε μια κοριτσίστικη φωνή,
λες κι ήταν από κόρες Νύμφες
που, μένοντας ψηλά στα όρη, κατεβαίνουν
στις πηγές των ποταμών ή σε λιβάδια χλοερά.
Εκτός κι αν βρίσκομαι σε κάποιον τόπο
όπου μιλούν και μένουν άνθρωποι θνητοί.
Άλλο δεν έχω, μόνος μου πρέπει να δοκιμάσω, να δω τι τρέχει.»
Είπε κι από τα θάμνα του αναδύθηκε θείος ο Οδυσσεύς, χώνει
το στιβαρό του χέρι σε σύδεντρο πυκνό και σπάζει
ένα κλαδί με φύλλα, τη γύμνια του να προστατέψει στ* αντρικά του μέλη.
Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη,
το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα,
εκείνο όμως με τα μάτια φλογισμένα προχωρεί
ψάχνοντας για γελάδια, αρνιά κι ελάφια ανήμερα,
το σπρώχνει η πείνα στα κοπάδια, ακόμη και σε μάντρα φυλαγμένη·
παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες,
έτσι όπως ήτανε γυμνός, γιατί τον πίεζε η ανάγκη.
Όμως τους φάνηκε φριχτός, απ' την αλμύρα φαγωμένος·
σκόρπισαν τότε πανικόβλητες, εδώ η μια
η άλλη αλλού, γυρεύοντας πού να κρυφτούν στα υψώματα της όχθης.
Μόνο του Αλκινόου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη·
η Αθηνά τής έδωσε το θάρρος της καρδιάς,
αυτή της πήρε την τρομάρα από τα μέλη.

Οδυσσέως και Ναυσικάς ομιλία

Κι όπως απέναντί του στάθηκε αποφασισμένη,
ο Οδυσσέας διχογνώμησε· την κόρη την πεντάμορφη
να την παρακαλέσει στα γόνατά της πέφτοντας,
ή σε απόσταση και με μειλίχια λόγια να της ζητήσει, αν ήθελε,
την πόλη να του δείξει και να του δώσει ρούχα.
Κι όπως το συλλογίστηκε του φάνηκε καλύτερο
κρατώντας την απόσταση και με μειλίχια λόγια να την παρακαλέσει,
μήπως κι αν άγγιζε το γόνα της, η κόρη χολωθεί.
Έτσι μειλίχιος κίνησε τον λόγο του, με σύνεση και πονηριά:
«Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου. Είσαι θνητή; θεά; Δεν ξέρω.
Αν στους θεούς ανήκεις, που κατέχουν τον πλατύ ουρανό,
τότε πως μοιάζεις λέω τόσο με την Άρτεμη, την κόρη του μεγάλου Δία,
στην ομορφιά, στο ανάστημα, στο ανάριμμα.
Αν πάλι ανήκεις στους θνητούς που κατοικούν τη γη μας,
τρισμάκαρες ο κύρης σου κι η σεβαστή σου μάνα,
οι αδελφοί σου τρισμακάριστοι· πόσο καμάρι
θα θερμαίνει πάντα την καρδιά τους να σ' έχουν πλάι τους,
κι όταν σε βλέπουν στον χορό να μπαίνεις, τέτοιο βλαστάρι.
Και πάνω_ απ' όλους εκείνος πιο μακαρισμένος
που με τα δώρα του θα σε κερδίσει και θα σε πάρει νύφη σπίτι του.
Τόση ομορφιά ποτέ δεν είδα ως τώρα, γυναίκα ή άντρα,
θάμπωσα και δεν χορταίνω να κοιτώ.
Ω ναι, κάποτε και στη Δήλο, πλάι στον βωμό του Απόλλωνα,
μπροστά στα μάτια μου, ένα βλαστάρι φοινικιάς το είδα να ψηλώνει—
πήγα κι εκεί, πολύς στρατός μ' ακολουθούσε στον δρόμο
που έμελλε να γίνει οδός της μαύρης συμφοράς μου.
Τότε, όπως τώρα, κοιτούσα το βλαστάρι εκείνο,
κι έμεινε ο νους μου θαμπωμένος ώρα πολλή.
Γιατί ποτέ δεν αναβλάστησε στη γη τέτοιος ωραίος βλαστός.
Έτσι κι εσένα τώρα σε θαυμάζω, δέσποινά μου.
Έκθαμβος μένω, μέγα δέος με κατέχει τα γόνατα σου ν' ακουμπήσω.
Είμαι που είμαι σε βαρύ πένθος χαντακωμένος.
Μόλις εχθές, είκοσι μέρες πάνε τώρα, γλίτωσα απ' το μπλάβο πέλαγος.
Ως τότε το κύμα αέναο, θύελλες πυκνές μακριά
απ' το νησί της Ωγυγίας μ έσερναν.
Και τώρα εδώ με ξέβρασε ενός θεού η εκδίκηση, όπου
κάποιο κακό καινούργιο, σκέφτομαι, με περιμένει.
Γιατί δεν έκλεισεν ακόμη ο κύκλος των παθών μου·
κι άλλα πολλά στοχάζομαι όρισαν οι θεοί πιο πριν να πάθω.
Έλεος όμως σου ζητώ. Εσύ είσαι η πρώτη που απαντώ,
έτσι φριχτά βασανισμένος· άλλον δεν ξέρω στους ανθρώπους
που κατοικούν αυτή τη γη κι αυτή την πόλη.
Και σου ζητώ την πόλη να μου δείξεις,
κι ένα κουρέλι να σκεπαστώ, αν έχεις φέρει εδώ μαζί σου
κάποιο πανί, να με τυλίξει.
Εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν ό,τι βαθιά η ψυχή σου λαχταρά·
σύζυγο, σπιτικό κι ομόνοια να σου δώσουν εύφημη.
Γιατί δεν είναι άλλο στήριγμα καλύτερο και πιο ισχυρό,
όταν ομοφρονούν κι ομονοούν στο σπίτι ο άντρας κι η γυναίκα·
όποιοι διχογνωμούν, τους πρέπουν βάσανα,
χαρές σ' εκείνους που η φιλία τούς δένει,
κι οι δυο κερδίζουν το καλό τους όνομα.»
Τότε κι η Ναυσικά, τα χέρια της λευκά, του ανταποκρίθηκε:
«Ξένε, ασήμαντος δεν φαίνεσαι μήτε κι η φρόνηση σου λείπει.
Κι όπως το ξέρεις, ο ολύμπιος Δίας,
μόνος αυτός την ευτυχία μοιράζει στους ανθρώπους,
καταπώς θέλει στον καθένα, άσημους ή και επιφανείς.
Πες πως δικά του είναι τα πάθη που σε βρήκαν και πρέπει εσύ
καρτερικά να τα υπομείνεις.
Ωστόσο τώρα, που σ' αυτή την πόλη και τη χώρα καλωσόρισες,
ρούχο δεν θα σου λείψει να ντυθείς μήτε και τίποτε άλλο,
όλα όσα πρέπουν σε πολύπαθον ικέτη που προσπέφτει.
Κι όπως ζητάς, την πόλη θα σου δείξω
και θα σου πω πώς ονομάζεται ο λαός μας: αυτή τη χώρα και την πόλη
την κατοικούν οι Φαίακες· εγώ η θυγατέρα είμαι του γενναίου Αλκίνοου·
αυτός στους Φαίακες κρατεί δύναμη κι εξουσία.»
Είπε και δίνει προσταγή στις καλλιπλόκαμες κοπέλες:
«Κοπέλες μου, σταθείτε. Για πού το βάλατε στα πόδια,
που αντικρίσατε έναν τέτοιον άντρα;
Μήπως σας πέρασε απ' τον νου πως είναι εχθρός μας;
Δεν έγινε, το λέω, ως τώρα, μήτε θα γίνει, στων Φαιάκων τη χώρα
να φτάσει κάποιος άνθρωπος φοβερός φέρνοντας αναστάτωση.
Το ξέρετε, μας αγαπούν οι αθάνατοι όσο λίγους,
μένουμε και παράμερα,
στα έσχατα όρια του πολυκύμαντου πελάγου,
που δύσκολα, ή και ποτέ, άλλος θνητός δεν θα μπορούσε να σμίγε μαζί μας.
Όμως αυτός, περιπλανώμενος και δύστυχος,
βρέθηκε κατά τύχη εδώ, και περιποίηση του πρέπει.
Όλοι οι φτωχοί κι οι ξένοι είναι του Δία αποσταλμένοι·
ακόμη κι αν τους δώσεις κάτι λίγο,
νομίζεται καλόδεχτο.
Γι' αυτό, κοπέλες μου, κι εσείς προστάζω να του δώσετε
κάτι να φάει, να πιει,
και στο ποτάμι να τον λούσετε, διαλέγοντας μέρος απάνεμο.»
Έτσι τους μίλησε, κι εκείνες στάθηκαν, δίνοντας μεταξύ τους εντολές·
τον Οδυσσέα οδήγησαν σε μέρος σκεπαστό,
όπως παράγγειλε κι η Ναυσικά, η θυγατέρα του γρναίου Αλκίνοου.
Δίπλα του απόθεσαν τα ρούχα, το πανωφόρι και χιτώνα,
και σε μια λήκυθο χρυσή τού δίνουν λάδι λιπαρό. Ύστερα τον παρακινούσαν
να κατέβει στις ροές του ποταμού για να τον λούσουν.
Τότε ο θείος Οδυσσεύς τούς αντιμίλησε με τρόπο:
«Κοπέλες, μείνετε εσείς παράμερα· μόνος μου εγώ
θα βγάλω λούζοντας από τους ώμους μου την άλμη,
και θ' αλειφτώ παντού με λάδι.
Πάει καιρός που τέτοιο βάλσαμο δεν μάλαξε το δέρμα μου.
Όμως δεν πρόκειται μπροστά σας να λουστώ· νιώθω ντροπή
να με κοιτάζουνε γυμνόν κοπέλες καλλιπλόκαμες.»
Κι όπως τους μίλησε, αποτραβήχτηκαν εκείνες,
λέγοντας και στη Ναυσικά όσα τους είπε.
Κι αυτός με το νερό του ποταμού,
ο θείος Οδυσσεύς, την άλμη απόνιψε που είχε καθήσει
στους φαρδείς του ώμους και στην πλάτη, κι έτριβε το κεφάλι του καλά,
ώσπου το αλάτι να του φύγει της ατρύγητης θαλάσσης.
Κι όταν όλα τα μέλη του τ' απόλουσε,
με λάδι αλείφτηκε και φόρεσε τα ρούχα,
εκείνα που του πρόσφερε η ανύπαντρη παρθένα.
Τότε κι η Αθηνά, του Δία το γέννημα, τον έκανε να φαίνεται
σαν πιο ψηλός και στιβαρός· κι απ' το κεφάλι του να πέφτουν
τα μαλλιά σγουρά, σαν άνθη ζουμπουλιάς.
Πώς στο ασήμι πάνω μάλαμα χύνει ο επιδέξιος τεχνίτης—
τον δίδαξαν την τέλεια τέχνη ο Ήφαιστος κι η Αθηνά Παλλάδα,
κι αυτός τα έργα του αποτελειώνει ωραία·
τόση ομορφιά χύνει η θεά στην κεφαλή του και στους ώμους.
Επήγε τότε να καθήσει απόμερα μόνος του στο ακρογιάλι,
λάμποντας όλος ομορφιά και χάρη,
ενώ η κόρη τον κοιτούσε και τον θαύμαζε.
Ύστερα γύρισε να πει στις καλλιπλόκαμες κοπέλες:
«Ακούστε με, ωραίες κοπέλες, γιατί έχω κάτι να σας πω:
λέω πως δεν έσμιξε ένας τέτοιος άντρας με τους ισόθεους Φαίακες,
αν κάποιος δεν το θέλησε θεός απ' όσους κατοικούν τον Όλυμπο.
Μόλις πριν από λίγο φαντάστηκα πως είναι κι άσκημος·
τώρα μου φαίνεται να μοιάζει στους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Μακάρι τέτοιος να βρεθεί γαμπρός κι εμένα να με πάρει—
αν κατοικούσε εδώ, αν ήθελε να μείνει εδώ.
Μα τώρα πρέπει να του δώσετε του ξένου κάτι να φάει, να πιει.»
Τους μίλησε, αυτές την άκουσαν κι υπάκουσαν.
Κι αμέσως έστρωσαν στον Οδυσσέα μπροστά, να φάει, να πιει.
Εκείνος, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
έπινε κι έτρωγε με λαίμαργη σπουδή, καθώς τόσον καιρό
δεν είχε αγγίξει φαγητό.
Μα τώρα η Ναυσικά, τα χέρια της λευκά, στοχάζεται άλλα·
τα ρούχα της διπλώνει, τα βάζει πάνω στο ωραίο αμάξι,
έζεψε και τις μούλες που δυνατές έχουν οπλές,
μετά κι εκείνη ανέβηκε.
Τότε, τον Οδυσσέα παροτρύνοντας, άρχισε να μιλά
με λόγο καλομοιρασμένο:
«Έφτασε η ώρα τώρα, ξένε· σήκω να προχωρήσουμε στην πόλη,
θα σε προπέμψω στο παλάτι του γενναίου πατέρα μου,
όπου και θα γνωρίσεις όλους,
όσους σπουδαίους έχει η χώρα των Φαιάκων.
Και θα σου πω πώς πρέπει να φερθείς,
βλέπω πως είσαι γνωστικός και θα μ' ακούσεις.
Λοιπόν, όσο εμείς θα προχωρούμε σ' αγρούς κι αμπελοχώραφα,
μαζί κι εσύ με τις κοπέλες μπορείς ν' ακολουθείς βήμα προς βήμα
πίσω απ' τις μούλες και τ' αμάξι· τον δρόμο θα τον δείχνω εγώ.
Όμως όταν ανηφορίσουμε κατά την πόλη—
την περιβάλλουν πυργωμένα τείχη
κι έχει μπροστά της όμορφο, διπλό λιμάνι στο κάθε γύρισμα του κάστρου·
εκεί και τα καράβια μας ευέλικτα βρίσκουν το καταφύγιό τους,
όλα και το καθένα στη σειρά του.
Εδώ θα δεις την αγορά, στου Ποσειδώνα πλάι τον ωραίο βωμό,
χτισμένη με κομμένες πέτρες, χωστές στη γη·
όπου κι οι ναυτικοί μας φτιάχνουν ξάρτια για τα μελανά μας σκάφη,
χοντρά σχοινιά, πανιά, ξύνουν και τα κουπιά.
Γιατί να ξέρεις, τους Φαίακες δεν τους μέλει το τόξο κι η φαρέτρα,
μόνο κατάρτια, καραβιών κουπιά, πλεούμενα που να ζυγίζονται σωστά·
μ' αυτά περνούν και χαίρονται την αφρισμένη θάλασσα.
Την άσχημη τους όμως φήμη τη φοβάμαι,
μήπως ξοπίσω μας κάποιος κακολογήσει, ο κόσμος είναι εδώ περίεργος.
Ένας που θα μας έβλεπε μαζί, αν ήταν παρακατιανός, θα φώναζε ίσως:
"Η Ναυσικά, ποιος είναι αυτός που σέρνει πίσω της,
ψηλός κι ωραίος, μα ξένος;
Πού να τον βρήκε; Σίγουρα τον θέλει για γαμπρό δικό της.
Κοίτα, μας φέρνει κάποιον άγνωστο από μια χώρα μακρινή,
που εδώ μας έφτασε δαρμένος με το σκάφος του·
εμείς δεν έχουμε γειτόνους κοντινούς.
Εκτός κι ανίσως στην προσευχή της συγκατένευσε κάποιος θεός
και, παρακαλεστός, από τον ουρανό κατέβηκε,
δική του να την κάνει για το μέλλον.
Όμως καλύτερα έτσι, που γυρνώντας μόνη κι απ' αλλού,
βρήκε τον σύζυγο, αφού περιφρονεί τους ντόπιους Φαίακες,
κι ας τη ζητούν για νύφη τόσοι ξακουστοί μας."
Αν κάτι τέτοιο πουν, θα 'ταν για μένα όνειδος·
θα αγανακτούσα κι αν σε τέτοια ξέπεφτε καμώματα μια άλλη
που, δίχως να το εγκρίνουν κύρης και μητέρα της,
πήγαινε μ' άλλους άντρες, πριν από γάμο επίσημο.
Γι' αυτό σου λέω, ξένε,
τη συμβουλή μου πάραυτα σεβάσου, για να πετύχεις
από τον πατέρα μου γρήγορα συνοδούς και νόστο.
Θα δεις λοιπόν, στον δρόμο μας κοντά, της Αθηνάς
το τιμημένο άλσος με τις λεύκες, όπου μια κρήνη
με τα νάματά της δροσίζει ολόγυρα ένα λιβάδι.
Εκεί και του πατέρα μου το τέμενος, με περιβόλι καταπράσινο.
Πολύ από την πόλη δεν απέχει, αν φώναζες, θα σ' άκουαν.
Εκεί να ξαποστάσεις και να περιμένεις, ώσπου
να μπούμε εμείς στην πόλη και στο βασιλικό παλάτι να προφτάσουμε.
Τον χρόνο υπολογίζοντας πως έχουμε πια φτάσει,
ξεκίνησε τότε κι εσύ, κι όταν στην πολιτεία των Φαιάκων μπεις,
ρώτησε να σου πουν ποιο το παλάτι του πατέρα μου,
του μεγαλόπρεπου Αλκινόου—
αναγνωρίζεται εύκολα, κι ένα μωρό παιδί μπορεί να σ' οδηγήσει. Γιατί
από τ' άλλα αρχοντικά, όσα έχουν χτίσει οι Φαίακες,
κανένα τους δεν μοιάζει στη λάμψη με το χτίσμα του λαμπρού Αλκινόου.
Κι όταν αυλή και τοίχοι θα σε κρύψουν,
τότε στην αίθουσα προχώρα με σπουδή μεγάλη, ψάχνοντας
τη μητέρα μου. Και θα τη βρεις να κάθεται πλάι στην εστία,
απ' της φωτιάς τη λάμψη φωτισμένη,
να κλώθει νήματα βαμμένα στην πορφύρα της θαλάσσης,
γερμένη στην κολόνα—θα 'λεγες θαύμα που το βλέπεις·
της παραστέκουν πίσω της κι οι δούλες.
Εκεί κι ο θρόνος του πατέρα μου, στον ίδιο στύλο ακουμπισμένος*
πάνω του κάθεται και πίνει το κρασί του—θα 'λεγες είναι αθάνατος.
Σε συμβουλεύω να τον προσπεράσεις, τα χέρια σου να περιβάλουν
της μάνας μου τα γόνατα, αν θέλεις μέρα επιστροφής να δεις
γρήγορη και χαρούμενη, όσο μακριά κι αν είναι ο τόπος σου.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε κοιτάξει,
υπάρχει ελπίδα ν' απαντήσεις τους δικούς σου,
στο σπίτι σου να φτάσεις το καλόχτιστο και να πατήσεις
χώμα της πατρίδας.»
Κι όπως απόσωσε τον λόγο της, τις μούλες βίτσισε κι έφεξε
το μαστίγιο. Εκείνες γρήγορα του ποταμού τα ρείθρα αφήνουν.
Ωραία που τρέχουν, ωραία που αργοπορούσαν,
καθώς η Ναυσικά κρατούσε τα λουριά,
για να μπορούν ν' ακολουθούν πεζοπορώντας οι κοπελιές κι ο Οδυσσεύς-
με νου και γνώση τα μαστίγωνε, όσο πρέπει.
Κι έδυε πια ο ήλιος, φτάνοντας στο τιμημένο κι ιερό
άλσος της Αθηνάς, όπου και ξέμεινε ο θείος Οδυσσέας.
Τότε στην κόρη του μεγάλου Δία προσεύχεται:
«Επάκουσέ με, ω Ατρυτώνη,
γέννημα του Διός εσύ, που έχει ασπίδα τη βροντή.
Τώρα παρακαλώ σε να μ' ακούσεις. Πιο πριν δεν μ' άκουσες
στη συντριβή μου, όταν με σύντριβε ο Κοσμοσείστης.
Αγάπη δώσε κι έλεος οι Φαίακες να μου δείξουν.»
Τέλειωσε, και την ευχή του η Αθηνά Παλλάδα εισάκουσε,
όμως μπροστά του να φανερωθεί δεν το αποφάσιζε. Γιατί σεβόταν
του πατέρα της τον αδελφό, που ακόμη τον θυμό του κρεμούσε φοβερό
στον ήρωα Οδυσσέα, προτού πατήσει της πατρίδας του το χώμα.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

η Όδυσσέως είσοδος προς Άλκίνουν

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Αύγουστος 13th, 2017, 1:48 pm

Ύψωνε εκείνος την ευχή του, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ενώ την κόρη προς την πόλη οι μούλες πρόθυμες την οδηγούσαν.
Κι όταν σε λίγο στο λαμπρό παλάτι φτάνει του πατέρα της,
στα πρόθυρά του τις σταμάτησε, κι ευθύς τα αδέλφια της,
ωραίοι στην όψη σαν αθάνατοι, βγήκαν να της παρασταθούν
λύνουν τις μούλες απ* το αμάξι κι έφεραν μέσα τις φορεσιές.
Τότε κι εκείνη βάδιζε στην κάμαρή της, όπου της είχε ανάψει
η Ευρυμέδουσα φωτιά γερόντισσα θαλαμηπόλος, φερμένη
με καράβια ευέλικτα από την Απείρη, όταν τη διάλεξαν
για να τιμήσουν τον Αλκίνοο, όλης της χώρας των Φαιάκων
βασιλιά, που ο κόσμος τον υπάκουε, τον είχε σαν θεό.
Αυτή μεγάλοκτε τη Ναυσικά, άσπιλη και λευκή, μες στο παλάτι,
αυτή της άναψε φωτιά, και τώρα της ετοίμαζε το δείπνο.
Στο μεταξύ κι ο Οδυσσέας κίνησε να πάει στην πόλη* τότε
επεμβαίνει η Αθηνά γύρω του χύνοντας, από φροντίδα φιλική, σύννεφο
ομίχλης, μήπως, περήφανοι όπως είναι οι Φαίακες, κάποιος τον απαντήσει
και τον προσβάλει με τα λόγια του τον Οδυσσέα,
επίμονα ρωτώντας τον ποιος είναι.
Κι όπως πια κόντευε να μπει στην τρισχαριτωμένη πόλη,
βγήκε, τα μάτια λάμποντας, στον δρόμο του η θεά Αθηνά,
την όψη παίρνοντας κόρης παρθενικής μ' ένα σταμνί στο χέρι.
Κι όταν σταμάτησε μπροστά του, ο θείος Οδυσσέας τη ρωτούσε:
«Κόρη μου, αν ήθελες εσύ να γίνεις οδηγός μου, το σπίτι
να μου δείξεις του Αλκινόου που βασιλεύει ανάμεσά σας;
Γιατί, πολύπαθος εγώ και ξένος, φτασμένος από χώρα μακρινή,
εδώ δεν ξέρω άνθρωπο κανένα, από όσους νέμονται την πόλη αυτή
και τα αγαθά της.»
Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια* ταχύπλοα, μ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.»
Έτσι μιλώντας η Αθηνά Παλλάδα, κίνησε πρώτη με σπουδή
κι ακολουθούσε εκείνος της θεάς τα χνάρια.
Δεν πήραν είδηση τον ερχομό του οι Φαίακες, θαλασσινοί με φήμη,
που βάδιζε στην πόλη ανάμεσά τους, γιατί δεν άφησε η καλλιπλόκαμη
Αθηνά να τον γνωρίσουν δαιμονική θεά, τον τύλιγε
μ' αχλύ θεσπέσια, δείχνοντας την αγάπη της καρδιάς της.
Κι ο Οδυσσέας θαύμαζε: λιμάνια και καράβια καλοζυγισμένα,
τις αγορές που συναθροίζονται οι σπουδαίοι, τείχη μακρά,
ψηλά, προσαρμοσμένα με πασσάλους ορθωμένους—
θαύμα και χάρμα των ματιών.
Κι όταν πολύ κοντά στο τιμημένο βρέθηκαν βασιλικό παλάτι,
πήρε τον λόγο πάλι, λάμποντας τα μάτια, η θεά Αθηνά:
«Να το, πατέρα ξένε, το αρχοντικό που γύρευες να μάθεις·
εδώ θα βρεις τους βασιλείς, θεών βλαστάρια,
στο βραδινό τραπέζι καθισμένους· μέσα προχώρησε κι εσύ,
δίχως να σ' εμποδίζει ο φόβος· το ξέρεις, κερδισμένος βγαίνει
παντού και πάντα ο θαρραλέος σ' ό,τι ανέλαβε, ακόμη κι όταν
ξένος φτάνει κι από ξένα μέρη.
Ωστόσο μέσα στο παλάτι, φρόνιμο είναι ν' απαντήσεις
πρώτη τη βασίλισσα.
Αρήτη το όνομά της και την προσφωνούν Αρήτη, από το ίδιο γένος
με τη γενιά που ανάστησε τον βασιλιά Αλκίνοο.
Αρχή αρχή, γέννησε τον Ναυσίθοο ο κοσμοσείστης Ποσειδών
με την Περίβοια, γυναίκα ασυναγώνιστη στην ομορφιά,
κόρη στερνή του τολμηρού Ευρυμέδοντα, που υπήρξε ο βασιλιάς
των υπερήφανων Γιγάντων, ωσότου αφάνισε τον αλαζονικό λαό του,
κι εξαφανίστηκε τότε κι αυτός.
Με την Περίβοια σμίγοντας ο Ποσειδών, γέννησε τον Ναυσίθοο,
γενναίο γιο, που έγινε ο πρώτος των Φαιάκων βασιλιάς.
Γέννησε κι ο Ναυσίθοος δυο γιους, Ρηξήνορα κι Αλκίνοο·
τον πρώτο, προτού προλάβει να χαρεί κι αυτός αγόρια,
νιόγαμπρο μέσα στο παλάτι,
με το αργυρό δοξάρι του τον τόξευσε ο Απόλλων,
κι έμεινε μόνη της η Αρήτη, μονάκριβή του θυγατέρα.
Αυτήν ο Αλκίνοος την πήρε νόμιμη γυναίκα του και την ετίμησε,
όπως καμιά στον κόσμο άλλη δεν τιμήθηκε, όσες γυναίκες κυβερνούν
το σπιτικό τους, κυβερνημένες απ' τους άντρες τους.
Τόσο μεγάλη της Αρήτης η τιμή, που την τιμούν εγκάρδια
τα παιδιά της, ο βασιλιάς Αλκίνοος αλλά και σύμπας ο λαός.
Όταν στην τειχισμένη πόλη περπατεί, όλοι τη χαιρετούν μ' αγάπη,
τη βλέπουν και την έχουν σαν θεά.
Γιατί σε νου και γνώση κανενός δεν υπολείπεται,
σ* όποιους την αγαθή της γνώμη φανερώνει· και των αντρών ακόμη
λύνει τις διαφορές.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε δεχτεί, υπάρχει ελπίδα
ν* απαντήσεις τους δικούς σου, να φτάσεις στο αψηλό σου σπίτι,
και να πατήσεις της πατρίδας σου το χώμα.»
Μιλώντας όπως μίλησε, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά εχάθη
στο πέλαγος το ατρύγητο, αφήνοντας την όμορφη Σχερία·
στον Μαραθώνα φτάνοντας και στην πλατύδρομη μεγάλη Αθήνα,
όπου κατέφυγε στο ασφαλισμένο Ερεχθείο. Τότε κι ο Οδυσσέας
προχώρησε να μπει στου Αλκινόου το σπίτι, όμως σταμάτησε
μπροστά στο χάλκινο κατώφλι, θάμπωσε ο νους του αναλογίζοντας:
λες κι ήταν ήλιος ή σελήνη το φως κι η λάμψη
που ανακλούσε το ψηλόστεγο παλάτι του μεγαλόψυχου Αλκινόου.
Χάλκινοι οι τοίχοι πέρα ως πέρα, αριστερά δεξιά,
από την είσοδο ως πίσω στον μυχό, και το διάζωμα ολόγυρα από σμάλτο·
χρυσές οι θύρες του σπιτιού, να το ασφαλίζουν οι παραστάτες από ασήμι,
που πατούσαν πάνω στο χάλκινο κατώφλι·
το υπέρθυρο κι αυτό ασημένιο, της πόρτας η λαβή μάλαμα καθαρό·
στο κάθε πλάι δίδυμοι δυο σκύλοι, μαλαματένιοι κι αργυροί,
έργα του Ηφαίστου, κατόρθωμα μεγάλο της σοφής του τέχνης,
να στέκουν φύλακες μπροστά στο αρχοντικό του μεγαλόψυχου Αλκινόου,
αγέραστοι κι αθάνατοι εις τον αιώνα.
Στην αίθουσα υποδοχής τριγύρω οι θρόνοι, στις δυο μεριές του τοίχου
ακουμπισμένοι, ένας κατόπιν του αλλουνού, από την είσοδο ως το βάθος·
και πάνω τους καλύμματα λεπτά κι ωραία, από το χέρι υφασμένα
γυναικών που ξέρουν. Εκεί οι πρώτοι των Φαιάκων πίνουν, τρων,
και δεν τους λείπει τίποτε μέσα στον χρόνο.
Κούροι χρυσοί, σε στέρεους στυλοβάτες, ορθοί κρατούσαν
αναμμένες δάδες, να φέγγουνε τη νύχτα, να φωτίζουν
συνδαιτυμόνες και παλάτι.
Μέσα στο αρχοντικό πενήντα δούλες, στη διάθεσή του·
άλλες αλέθουν στον χερόμυλο ξανθό σιτάρι, κάποιες υφαίνουν
μπρος στον αργαλειό ή και τη ρόκα στρέφουν, καθισμένες στη σειρά,
πυκνές σαν φύλλα άγριας λεύκας—
απ' τα λινά τους υφαντά περνά το λάδι κι αποστάζει.
Όπως οι άντρες Φαίακες καλύτερα απ' τους άλλους ξέρουν την τέχνη
πώς να κυβερνούν στο πέλαγος καράβια γρήγορα,
παρόμοια κι οι γυναίκες τους
γνωρίζουν την τέχνη του αργαλειού· η Αθηνά τις δίδαξε
να φτιάχνουν υφαντά πανέμορφα, κι ο νους τους να προκόβει.
Έξω από την αυλή, πλάι στην εξώθυρα, ένα μεγάλο περιβόλι
τέσσερα στρέμματα, κι ο φράχτης γύρω να το προστατεύει.
Εκεί ήσαν φυτεμένα δέντρα ψηλά και φουντωμένα·
ροδιές κι οι απιδιές, μηλιές με μήλα χρυσοκόκκινα,
συκιές με σύκα μέλι, κι οι καρπερές ελιές.
Ποτέ τους ο καρπός δεν τους απόλειψε μήτε και πάει χαμένος·
χειμώνα καλοκαίρι, αδιάκοπα, με τις πυκνές πνοές του ο ζέφυρος
άλλα τα κάνει να καρπίζουν, άλλα να ωριμάζουν
το απίδι γίνεται πάνω στο γινομένο απίδι, μήλο στο μήλο,
σταφύλι στο σταφύλι και στο σύκο σύκο.
Εκεί ριζώνει, δικό του και πολύκαρπο, το αμπέλι:
σ' ένα του ίσιωμα το αλώνι, όπου στεγνώνει ο ήλιος τα σταφύλια·
όσα στην ώρα τους είναι για τρύγο, τα τρυγούν άλλα στο πατητήρι
τα πατούν πιο πέρα, οι αγουρίδες τώρα ανθίζουν, αλλού μόλις
που πήραν τα σταφύλια να μαυρίζουν.
Κι όπου τα κλήματα τελειώνουν, οι βραγιές αρχίζουν
κάθε λογής, πράσινες και με τάξη, όλον τον χρόνο λάμποντας.
Υπάρχουν και δυο κρήνες: ποτίζει η μια απ' άκρη σ' άκρη
το μεγάλο περιβόλι· κάτω από το κατώφλι της αυλής η άλλη,
φέρνει νερό στο αρχοντικό, δροσίζει τους πολίτες που περνούν.
Τέτοιος παράδεισος τα δώρα των θεών στον βασιλιά Αλκίνοο·
εκεί, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, θαύμαζε.
Κι όταν όλο το θαύμα αυτό κατέβηκε στα βάθη της ψυχής του,
απότομα κινήθηκε πατώντας το κατώφλι και μπήκε στο παλάτι.
Βρήκε τους Φαίακες, άρχοντες και συμβούλους, που με τα κύπελλά τους
έκαναν σπονδή στον άγρυπνον Αργοφονιά,
θεό που τον θυμούνται στις σπονδές τους τελευταίον,
προτού τους συνεπάρει η ιδέα του ύπνου.
Τότε προχώρησε στο σπίτι, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
αόρατος μες στην πυκνή νεφέλη, περιβολή της Αθηνάς.
Και μόνο όταν βρέθηκε αντίκρυ στην Αρήτη και στον Αλκίνοο μπροστά,
τυλίγοντας τα χέρια του στα γόνατά της,
έπεσε τότε το θεσπέσιο σύννεφο από πάνω του, και τον φανέρωσε.
Έμειναν άφωνοι εκείνοι να κοιτούν μπροστά τους ξένον άνθρωπο,
απορημένοι, ο Οδυσσέας όμως τώρα ικέτευε:
«Αρήτη, κόρη του λαμπρού Ρηξήνορα, στον άντρα σου προσβλέπω,
προσπέφτω στα δικά σου γόνατα, εξαντλημένος απ' τον μόχθο και τα βάσανα,
επικαλούμαι και τους ομοτράπεζούς σας·
άμποτε οι θεοί να δίνουν και στο μέλλον ευτυχία και πλούτη,
όσο θα ζείτε να τα χαίρεστε, κι ύστερα καθένας στα παιδιά του
να τα κληροδοτεί, όσα αγαθά το σπίτι σας τιμούν και την τιμή
που ο λαός σάς δείχνει.
Μόνο και το δικό μου κατευόδιο σκεφτείτε, να φτάσω στην πατρίδα
δίχως καθυστέρηση, αφού, απ' τους δικούς μου χωρισμένος τόσα χρόνια,
πάσχω και βασανίζομαι.»
Τελειώνοντας κάθησε καταγής, μπρος στην εστία,
στις στάχτες πάνω, στη φωτιά κοντά που κόρωνε.
Άφωνοι αυτοί κι αμίλητοι, όλοι τους επιμένουν στη σιωπή,
ώσπου επιτέλους άνοιξε το στόμα του σεβάσμιος γέροντας
ο Εχένηος· ήταν ο γεροντότερος στους Φαίακες, είχε το χάρισμα
του λόγου, ήξερε να διηγηθεί πολλά και παλαιά.
Καλόγνωμος, τον λόγο πήρε τότε και τους είπε:
«Αλκίνοε, τούτο το φέρσιμο δεν είναι βέβαια ωραίο και πρέπον
ο ξένος καθισμένος καταγής, πάνω στις στάχτες της εστίας,
κι αυτοί προσμένουν τον δικό σου λόγο, κι εμποδίζονται.
Εμπρός λοιπόν τον ξένο ανόρθωσε, οδήγησέ τον να καθήσει
σε θρόνο στολισμένο μ' αργυρά καρφιά,
δώσε την εντολή σου και στους κήρυκες να συγκεράσουν το κρασί,
σπονδή να κάνουμε για τον κεραύνιο Δία που παραστέκει
σ' ευσεβείς ικέτες—
ας φέρει και η κελάρισσα στον ξένο φαγητό απ* τα αποθέματά της.»
Ακούγοντας τον λόγο του, γενναία ψυχή ο Αλκίνοος,
αμέσως κράτησε του Οδυσσέα το χέρι,
ανδρείο στη μάχη κι επιτήδειο στης γνώσης τον λαβύρινθο·
απ' την εστία τον ανόρθωσε και τον εκάθισε σε θρόνο λαμπερό,
ανασηκώνοντας τον γιο του Λαοδάμαντα—
ήταν αυτός ευγενικός πολύ, γι' αυτό τον είχε καθισμένο δίπλα του,
τον υπεραγαπούσε.
Στην ώρα της μια παρακόρη φέρνει νερό, τα χέρια του να πλύνει,
με το πανέμορφο χρυσό λαγήνι· κι έριχνε το νερό
σ' ένα αργυρό λεβέτι από ψηλά.
Ύστερα μπροστά του σέρνει γυαλιστερό τραπέζι,
κι η σεβαστή κελάρισσα είχε την έγνοια να του φέρει ψωμί
κι άφθονο φαγητό, ό,τι της βρέθηκε, να τον ευχαριστήσει.
Έπινε κι έτρωγε, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
οπότε ο Αλκίνοος γυρίζοντας προσφώνησε τον κήρυκα:
«Ποντόνοε, στον κρατήρα το κρασί συγκέρασε και μοίρασε ποτό
σ' όλους που παρευρίσκονται στην αίθουσα, σπονδή να κάνουμε
για τον κεραύνιο Δία, που παραστέκει σ' ευσεβείς ικέτες.»
Μίλησε, κι ο Ποντόνοος ευθύς γλυκόπιοτο κρασί συγκέρασε,
το μοίρασε με τη σειρά στις κούπες, έγινε πρώτα η σπονδή,
ήπιαν μετά όσο τραβούσε η όρεξή τους,
και τότε ο Αλκίνοος πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Ακούστε, των Φαιάκων άρχοντες και σύμβουλοι σοφοί,
θα πω εκείνα που η καρδιά στα στήθη με προστάζει*
τώρα που αποδειπνήσατε, πηγαίνετε να κοιμηθείτε σπίτι σας·
όμως με την αυγή σάς συγκαλώ, εσάς κι άλλους πολλούς
γερόντους, επίσημα τον ξένο να δεχτούμε στο παλάτι·
καλές θυσίες στους θεούς προσφέροντας, έπειτα να σκεφτούμε
και το δικό του κατευόδιο,
πώς θα γυρίσει ο ξένος, δίχως ταλαιπωρία και κόπο,
με τη δική μας συνοδεία πίσω στην πατρίδα του,
χαρούμενος κι αμέσως.
Δεν πρέπει πια στο μεταξύ κι άλλο να κακοπάθει
(ας είναι απόμακρος ο τόπος του),
προτού πατήσει της πατρίδας του το χώμα· εκεί
τον περιμένει το γραφτό του, πάθη που του έκλωσαν βαριές
οι Μοίρες με το νήμα τους, τη μέρα που γεννήθηκε
κι η μάνα του τον έφερε στον κόσμο.
Αν πάλι ένας θεός από τον ουρανό κατέβηκε κοντά μας,
τότε θα μελετούν στον νου τους άλλο οι θεοί.
Γιατί το συνηθίζουν και φανερώνονται συχνά αυτοπρόσωποι,
όταν λαμπρές τις εκατόμβες τούς προσφέρουμε·
δειπνούν μαζί μας, γίνονται παρακαθήμενοί μας.
Αλλά και μόνος όποιος διαβάτης τούς απάντησε,
δεν κρύβουνε το πρόσωπό τους· είμαστε συγγενείς τους,
καθώς οι Κύκλωπες και τα άγρια φύλα των Γιγάντων.»
Τον λόγο πήρε τότε κι αποκρίθηκε ο Οδυσσέας πολυμήχανος:
«Αλκίνοε, διώξε μια τέτοια σκέψη από τον νου σου· εγώ
δεν έχω τα γνωρίσματα των αθανάτων, όσοι κατέχουν τον πλατύ ουρανό,
μήτε στην όψη μήτε και στο ανάστημα· γιατί ανήκω στους θνητούς,
αυτούς που ξέρετε κι εσείς, ανθρώπους που τους έπεσε η δυστυχία
βαριά, μ' αυτούς συναγωνίζομαι στα βάσανα.
Και θα μπορούσα εδώ και πιο μεγάλα πάθη να σας ιστορήσω,
όλα και όσα υπέφερα με των θεών τη θέληση.
Αλλά ζητώ την άδειά σας τώρα να δειπνήσω, παρά τη μαύρη
πίκρα που με τρώει· πράγμα δεν ξέρω αναιδέστερο στον κόσμο
απ' την καταραμένη αυτήν κοιλιά—
αυτή προστάζει στον καθένα να θυμηθεί το φαγητό,
κι αν είναι ακόμη συντριμμένος, ας έχει πένθος στην ψυχή του.
Έτσι κι εγώ με τέτοιο βάρος στην ψυχή, κι όμως αυτή με κάνει
να λησμονώ τα πάθη μου, γυρεύοντας επίμονα
να φάει, να πιει, ζητώντας μόνο να γεμίσει.
Ωστόσο εσείς, με της αυγής το χάραμα, συγκινηθείτε
να μ' αποθέσετε στην πατρική μου γη, δύσμοιρο και βαρύ
μετά τα τόσα πάθη μου· μόνο να δω
τις δούλες και τα χτήματά μου, το σπίτι μου μεγάλο και ψηλόστεγο,
τότε ας τελειώσει κι η ζωή μου.»
Έτσι τους μίλησε, κι εκείνοι συγκατένευσαν, όλοι τους συμφωνούν
να στείλουν τον ξένο στην πατρίδα του, γιατί ο λόγος του αποδείχτηκε
καταπώς πρέπει μετρημένος.
Ετέλεσαν σπονδή, ήπιαν όσο τραβούσε η όρεξή τους,
κι ύστερα πήγαν ο καθένας στο δικό του σπίτι, να κοιμηθούν.
Ξέμεινε τότε στη μεγάλην αίθουσα ο θείος Οδυσσέας,
πλάι στην Αρήτη καθισμένος και στον θεόμορφο Αλκίνοο,
ενώ οι γυναίκες μάζευαν τα σκεύη απ* το τραπέζι.
Στο μεταξύ η Αρήτη, όμορφη και λευκή, θέλησε πρώτη να μιλήσει
γιατί αναγνώρισε τη χλαίνη, τον χιτώνα· βλέποντας τα ωραία εκείνα
ρούχα που φορούσε, από την ίδια υφασμένα και τις παρακόρες της.
Κι όπως μιλώντας τον προσφώνησε, τα λόγια της πετούσαν σαν πουλιά:
«Ξένε, μια πρώτη έχω ερώτηση που απόκριση γυρεύει:
ποιος είσαι κι από πού; τα ρούχα που φορείς ποιος σου τα χάρισε;
δεν είπες πως, περιπλανώμενος στη θάλασσα, έφτασες στο νησί μας;»
Τον λόγο πήρε τότε κι αποκρίθηκε ο Οδυσσέας πολυμήχανος:
«Είναι οδυνηρό, βασίλισσα, τα τόσα πάθη μου να εξιστορήσω
ένα προς ένα, μ' όσα πολλά με βάρυναν οι επουράνιοι θεοί.
Ωστόσο θα απαντήσω στην ερώτηση, ό,τι ζητάς να μάθεις θα το πω.
Υπάρχει ένα νησί απόμακρο, η Ωγυγία, καταμεσής στο πέλαγος·
το κατοικεί η Καλυψώ, η θυγατέρα του Άτλαντα,
θεά καλλίκομη και φοβερή, που κρύβει τόσους δόλους·
θεός ή άνθρωπος δεν έσμιξε μαζί της, κι όμως εμένα
κάποιος δαίμονας μ* οδήγησε συφοριασμένο στη ζεστή φωλιά της·
όταν, με τον πυρφόρο κεραυνό του, βρήκε ο Δίας και τσάκισε
το γρήγορο καράβι μου στο ταραγμένο, μπλάβο πέλαγος.
Εκεί αφανίστηκαν οι άλλοι, όλοι τους τίμιοι σύντροφοι·
μόνο εγώ, σφιχτά πιασμένος στην καρίνα, απομεινάρι απ' το ευέλικτο
καράβι, μέρες εννιά πάλεψα με τη θάλασσα· ώσπου τη δέκατη,
μια νύχτα μαύρη, μ' έριξαν οι θεοί στης Ωγυγίας το νησί· η Καλυψώ
το κατοικεί, δαιμονική θεά, καλλίκομη· αυτή με πήρε,
με φρόντισε μ' αγάπη, με φιλοξένησε και μ' έτρεφε· έλεγε
θα με κάνει αθάνατο κι αγέραστον εις τον αιώνα.
Αλλά δεν μπόρεσε ως το τέλος μες στα στήθη μου
τη γνώμη μου να αλλάξει.
Έμεινα ωστόσο στο νησί της καθηλωμένος επτά χρόνους,
μουσκεύοντας τα χαρισμένα ρούχα της τ' αθάνατα στο δάκρυ.
Και μόνο όταν, με του καιρού τα αλλάγματα, μπήκε ο όγδοος χρόνος,
μου παραγγέλλει πως μπορώ να φύγω, πως είναι πρόθυμη
να με κατευοδώσει—ίσως να πήρε μήνυμα απ' τον Δία,
μπορεί όμως να γύρισε κι ο νους της.
Μ' έβαλε τότε σε σχεδία ξυλόδετη, άφθονα τρόφιμα μου δίνει και γλυκό κρασί,
μ' έντυσε και με ρούχα αθάνατα,
έστειλε και τον ούριο άνεμο, ήπιο κι άβλαβο, ξοπίσω μου.
Εποντοπόρησα μέρες δεκαεπτά· στη δέκατη όγδοη φάνηκαν
βουνά βαθύσκιωτα της χώρας σας, κι ο δύσμοιρος αισθάνθηκα
χαρά μες στην ψυχή μου· κι όμως μου μέλλονταν μιαν άλλη συμφορά
να ζήσω μεγαλύτερη, που πάνω μου την έριξε
ο κοσμοσείστης Ποσειδών.
Σήκωσε δυνατούς ανέμους τον δρόμο μου εμποδίζοντας,
συντάραξε της θάλασσας τα βάθη, και πια το κύμα δεν μ' αφήνει
να μείνω πάνω στη σχεδία, αναστενάζοντας βαριά·
η ανεμοθύελλα την έκανε κομμάτια, και βρέθηκα
να πολεμώ με κύματα θεόρατα, ωσότου ο αγέρας που φυσούσε
και τα ρεύματα στη γη σας μ' έφεραν κοντά.
Κι όπως δοκίμασα να βγω, το κύμα θα με ξέσχιζε σ' εκείνα επάνω
τα πελώρια βράχια—άγριος τόπος κι αφιλόξενος.
Έκανα πίσω τότε, πήρα ξανά να κολυμπώ, οπότε βρέθηκα μπροστά
σ' ένα ποτάμι· αυτό το μέρος είδα πως είναι το καλύτερο,
ήμερο, δίχως βράχους, προστατευμένο απ' τους ανέμους.
Ξέπνοος μπόρεσα και μετά βίας έξω σύρθηκα· στο μεταξύ πέφτει
κι η νύχτα θεϊκή, από το ιερό ποτάμι ξεμακραίνοντας,
κάτω από θάμνους έγειρα να κοιμηθώ, μάζεψα γύρω μου
κλαδιά και φύλλα,
κι ένας θεός τα μάτια μου έκλεισε σε ατέλειωτο ύπνο.
Εκεί, στα φύλλα ανάμεσα, με την καρδιά βαριά, κοιμήθηκα
όλη τη νύχτα· κοιμόμουν κι όταν είχε ξημερώσει,
μέχρι και το άλλο μεσημέρι.
Κι έπεφτε πια στη δύση ο ήλιος, τότε γλυκύς ο ύπνος μ' άφησε.
Τα μάτια ανοίγοντας, βλέπω κορίτσια στο ακρογιάλι,
να παίζουν γύρω από την κόρη σου, κι εκείνη ανάμεσά τους
ωραία σαν αθάνατη.
Την ικετεύω, κι εκείνη καθόλου δεν ξαστόχησε σε φρόνηση
και θάρρος, δείχνοντας αρετές που λες πως δεν τις έχει
ο κάθε νέος που μπροστά σου βγαίνει—
γιατί οι νεότεροι συχνά συμπεριφέρονται αστόχαστα.
Μου πρόσφερε λοιπόν πολύ ψωμί και κόκκινο κρασί,
μ' έβαλε στο ποτάμι να λουστώ, μ' έντυσε και μ' αυτά τα ρούχα.
Όσο κι αν είμαι βαρυμένος από λύπη, σου εξιστόρησα,
βασίλισσα, την πάσα αλήθεια.»
Τον λόγο παίρνοντας του αντιμίλησε ο Αλκίνοος:
«Ξένε, δεν συμφωνώ πως ήταν αξιέπαινη αυτή η απόφαση
της κόρης μου, που δεν σε οδήγησε με τις ακόλουθές της
στο παλάτι, μόλο που πρόλαβες εσύ να την παρακαλέσεις.»
Αμέσως τότε του ανταπάντησε ο Οδυσσέας πολυμήχανος:
«Ευγενικέ μου άρχοντα, δεν πρέπει να κατηγορείς γι' αυτό
την άψογή σου κόρη· εκείνη με παρότρυνε ν' ακολουθήσω
τις ακόλουθες, όμως εγώ το αρνήθηκα διστάζοντας κι από ντροπή,
μήπως εξοργιζόσουν, αν μαζί τους μ' έβλεπες, κι εσύ·
φιλύποπτοι είμαστε όλοι οι άνθρωποι σ' αυτή τη γη.»
Τώρα τον λόγο ξαναπήρε ο Αλκίνοος, να του μιλήσει:
«Ξένε, στα στήθη αυτά δεν κρύβεται καρδιά που να θυμώνει
δίχως λόγο· καλύτερο το μέτρο, πάντοτε και παντού.
Άμποτε να 'ταν, Δία, Αθηνά κι Απόλλων,
όμοιος μ' εσένα, ίδιος στο φρόνημα μ* εμένα, εκείνος
που την κόρη μου θα πάρει ταίρι· θα τον ονόμαζα γαμπρό
σε τούτο το παλάτι—έχω και σπίτι κι αγαθά να παραδώσω,
αν ήθελες εδώ να μείνεις. Αλλά δεν πρόκειται άθελά σου
κανείς να σε κρατήσει από τους Φαίακες—μη δώσει ο Δίας
τ' άδικο αυτό να γίνει.
Και για να δεις, την αναχώρησή σου ορίζω: θα σε ξεπροβοδίσουμε
αύριο· και θα βρεθείς εσύ στον ύπνο βυθισμένος, ενώ μες
στη γαλήνη του πελάγου εκείνοι τα κουπιά τους θα χτυπούν,
ωσότου φτάσεις στην πατρίδα και στο σπίτι σου,
όπου ποθεί η ψυχή σου· έστω κι αν είναι κι'απ' την Εύβοια
μακρύτερα, που λεν πως βρίσκεται τόσο μακριά όσοι
την είδαν από μας. Τότε που τον ξανθό Ραδάμανθη
ταξίδεψαν, να επισκεφθεί τον Τιτυό, της Γης τον γιο·
δίχως να κουραστούν καθόλου, φτάνουν εκεί
και, πετυχαίνοντας τον στόχο τους, αυθημερόν γύρισαν πίσω.
Θα δεις και μόνος σου, θα το παραδεχτείς πως είναι τα πλεούμενα μου
τα καλύτερα, κι οι νέοι ναυτικοί μας άριστοι, καθώς ψηλά
πετούν με τα κουπιά το κύμα.»
Τον άκουσε με φανερή χαρά, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
κι ύψωσε ευθύς ευχή, ονόματα και λέξεις ξεχωρίζοντας:
«Πατέρα Δία, όλες ας γίνουν οι υποσχέσεις του Αλκινόου
πράξη· στην καρπερή του χώρα άσβηστη δόξα ν' απλωθεί,
κι εγώ ας γυρίσω πίσω στην πατρίδα.»
Κι όπως αυτοί μιλούσαν, τα λόγια μεταξύ τους συναλλάσσοντας,
όμορφη και λευκή η Αρήτη δίνει εντολή στις παρακόρες·
να στρώσουν για τον ξένο σε μέρος σκεπαστό,
απλώνοντας στρωσίδια πορφυρά κι ωραία, πάνω τους
μαλακές ζεστές κουβέρτες κι ακόμη τις σγουρές φλοκάτες,
να τις έχει κλινοσκέπασμα.
Βγήκαν εκείνες από τη μεγάλη σάλα με δαδιά στα χέρια,
κι όταν με πρόθυμη φροντίδα ετοίμασαν τη σταθερή· του κλίνη,
τον Οδυσσέα πλησίασαν και τον παρακινούσαν:
«Έλα να πέσεις, ξένε· το στρώμα σου σε περιμένει.»
Κι όπως του μίλησαν, ένιωσε μέσα του αγαλλίαση
που τον καλούσαν να κοιμηθεί.
Εκεί λοιπόν κοιμήθηκε, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
σε κλίνη τρυπητή, σε μέρος σκεπαστό που αντιλαλεί τη μέρα.
Έγειρε τότε κι ο Αλκίνοος στο βάθος του ψηλόστεγου μεγάρου,
με τη γυναίκα του στο πλάι, σε κλίνη και σε στρώμα που τα φρόντιζε
η δέσποινα του παλατιού.
Τελευταία επεξεργασία απο Γραφικός την Αύγουστος 13th, 2017, 3:48 pm, επεξεργάστηκε 1 φορές συνολικά.
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

θ Όδυσσέως σύστασις ηρός Φαίακας

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Αύγουστος 13th, 2017, 3:43 pm

Χάραζε ροδοδάχτυλη τη νέα μέρα η Χαραυγή,
όταν από την κλίνη του σηκώθηκε ο Αλκίνοος μεγαλόπνοος·
ορθός πετάχτηκε κι ο θείος Οδυσσέας, αυτός που πάτησε
της Τροίας το κάστρο.
Μαζί ξεκίνησαν, πήγαινε πρώτος ο γενναίος Αλκίνοος,
στην αγορά βαδίζοντας, χτισμένη από τους Φαίακες προς το λιμάνι,
πλάι στα καράβια.
Φτάνοντας κάθησαν στα πέτρινα, καλοξυσμένα σκαλοπάτια
παραπλήσιοι, ενώ η Αθηνά Παλλάδα κατεβαίνει
στην τειχισμένη πόλη, την όψη παίρνοντας του κήρυκα,
που υπηρετούσε τον γενναίο Αλκίνοο. Δεν είχε άλλο στον νου της
πάρεξ τον νόστο του μεγαλόψυχου Οδυσσέα,
γι' αυτό κι έναν προς έναν τους πλησίαζε και τους μιλούσε:
«Ελάτε, σύμβουλοι των Φαιάκων κι αρχηγοί, στην αγορά,
να δείτε και να μάθετε για κάποιον ξένο

που μόλις έφτασε στο αρχοντικό του βασιλιά Αλκινόου,
παραδαρμένος στα πελάγη, κι όμως στην όψη σαν θεός.»
Μιλώντας κι ερεθίζοντας την όρεξη του καθενός, τους συγκινούσε
κι ευθύς της αγοράς τα σκαλοπάτια γέμισαν από το πλήθος
που συνέρρεε· έκθαμβοι οι πολλοί παρατηρούσαν τον πολύπειρο γιο
του Λαέρτη, που η Αθηνά τον περιέβαλε, ώμους και κεφαλή,
με τη θεσπέσια χάρη της, τον έκανε να φαίνεται
σαν πιο ψηλός και πιο μεστός.
Ήθελε όλοι τους να τον δεχτούν σαν φίλο,
δέος και σέβας να αισθανθούν μπροστά του, κι αυτός να φέρει
άθλους πολλούς σε πέρας, μ' όσους οι Φαίακες,
μαζί του παραβγαίνοντας, θα τον δοκίμαζαν τον Οδυσσέα.
Κι όταν πια συναθροίστηκαν και βρέθηκαν συγκεντρωμένοι,
πήρε αγορεύοντας τον λόγο ο Αλκίνοος, να πει:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι,
όσα μου παραγγέλλει η ψυχή στα στήθη· αυτός ο ξένος
(ποιος είναι δεν τον ξέρω) έφτασε στο παλάτι μου περιπλανώμενος,
μπορεί απ' της ανατολής τα μέρη, ίσως κι από της δύσης.
Επιθυμεί να τον ξεπροβοδίσουμε, παρακαλεί για την ασφάλειά του·
εμείς (δεν είναι η πρώτη μας φορά) προτείνω να επισπεύσουμε
την προπομπή του. Γιατί ποιος άλλος, δυστυχής και μόνος,
έφτασε σπίτι μου κι έμεινε περιμένοντας καιρό
με τον καημό της προπομπής του;
Ας ρίξουμε λοιπόν στην άγια θάλασσα μαύρο καράβι
πρωτοτάξιδο· να ξεχωρίσουν και πενήντα δύο αγόρια
διαλεχτά στην πόλη, άριστοι και δοκιμασμένοι ναυτικοί.
Δέσετε πρώτα τα κουπιά σας στους σκαρμούς με τάξη,
ύστερα βγείτε στη στεριά κι ελάτε κατευθείαν σπίτι μου,
σας περιμένει γεύμα· αναλαμβάνω εγώ το χρέος να προσφέρω
πλούσιο δείπνο σ' όλους—
αυτή είναι η εντολή μου για τα νέα παιδιά.
Οι άλλοι, που το χέρι σας κρατεί ραβδί βασιλικό,
είστε προσκαλεσμένοι τώρα αμέσως στο παλάτι,
να υποδεχτούμε στη μεγάλη αίθουσα τον ξένο επίσημα—
παρακαλώ μην αρνηθεί κανείς.
Καλέσετε και τον Δημόδοκο, τον θείο αοιδό, που ένας θεός
του χάρισε του τραγουδιού τη χάρη, να μας τέρπει
όπου και όπως τον παρακινεί ο πόθος του να τραγουδήσει.»
Μιλώντας, πρώτος κίνησε κι ακολουθούσαν όσοι
κρατούν ραβδί βασιλικό· στο μεταξύ τρέχοντας έφυγε κι ο κήρυκας
να βρει τον θείο τραγουδιστή.
Τότε ξεχώρισαν πενήντα δύο έφηβοι και, καταπώς τους είχε
παραγγείλει ο Αλκίνοος, προχώρησαν στο ακροθαλάσσι
του ατρύγητου πελάγου. Κι όταν κατέβηκαν στη θάλασσα,
όπου και βρήκαν το καράβι,
το μαύρο πλοίο σέρνουν στα άπατα νερά,
στο μαύρο πλοίο στήνουν κατάρτι κι άρμενα, πέρασαν
στις δερμάτινες θηλιές κουπιά, όλα τους στη σειρά, σήκωσαν
τα λευκά πανιά, κι εκεί που το νερό βαθαίνει
αραξοβόλησαν.
Ύστερα κίνησαν για το λαμπρό παλάτι του σοφού Αλκινόου·
είχε γεμίσει ο μαζεμένος κόσμος κλειστές αυλές,
αίθουσες σκεπαστές, μεγάλες κάμαρες·
κι ήσαν πολλοί οι γεροντότεροι κι οι νέοι που έσμιξαν.
Για χάρη τους ο Αλκίνοος παράγγειλε να σφάξουν
δώδεκα αρνιά, δυο βόδια με τα πόδια τους στριφτά,
κι οχτώ θρεμμένους χοίρους με δόντια κάτασπρα.
Κι όπως τα γδάραν και τα φρόντισαν, στρώθηκε πλούσιο
τραπέζι για το γεύμα.
Πάνω στην ώρα φάνηκε κι ο κήρυκας, τον τιμημένο οδηγώντας
αοιδό, που τον εσφράγισε η Μούσα με την εύνοιά της,
αντιχαρίζοντας ωστόσο με το καλό μαζί και το κακό·
του στέρησε το φως των ομματίων, για να του δώσει
το γλυκό τραγούδι.
Τότε τον έβαλε ο Ποντόνοος σ' άνετο κάθισμα, συναρμοσμένο
μ' αργυρά καρφιά, στο μέσο των συνδαιτυμόνων,
αφού το στήριξε σε μια ψηλή κολόνα.
Ύστερα τη μελωδική κιθάρα κρέμασε ο κήρυκας σε ξύλινο καρφί,
πάνω από το κεφάλι του αοιδού, και του εξήγησε πώς να τη φτάσει,
έπειτα έσυρε μπροστά του τραπέζι όμορφο μ' ένα πανέρι,
του πρόσφερε μια κούπα με κρασί,
να πιει όσο τραβούσε η όρεξή του.
Άπλωσαν τότε όλοι τους τα χέρια στο έτοιμο φαγητό·
κι όταν ο πόθος τους κορέστηκε για το φαΐ, για το πιοτό,
η Μούσα παρακίνησε τον αοιδό να ψάλει κατορθώματα
γενναίων ανδρών, απ' το τραγούδι εκείνο που ανέβηκεν η δόξα του
στα ύψη του ουρανού:
Πώς φιλονίκησαν ο Οδυσσέας κι ο Πηλείδης Αχιλλέας,
το πώς αντάλλαξαν σε γιορτινό τραπέζι με θυσίες θεών
λόγια βαριά· και πώς εντούτοις ο Αγαμέμνων, πρώτος στρατηγός,
χάρηκε μέσα του, που οι άριστοι των Αχαιών τώρα φιλονικούσαν
τέτοιο χρησμό τού είχε δώσει ο Φοίβος, έτσι του μίλησε
στην ιερή Πυθώ ο Απόλλων, τότε που πάτησε το πέτρινο κατώφλι
χρησμό γυρεύοντας· ήταν ακόμη στην αρχή του το κακό
που κύλησε σε Δαναούς και Τρώες, όπως ο μέγας Δίας
το όρισε με τη βουλή του.
Καθώς τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός, ο Οδυσσέας με τα δυο του χέρια
πιάνει το πορφυρό του πανωφόρι, το 'φερε πάνω απ' το κεφάλι του
καλύπτοντας το ωραίο του πρόσωπο·
από ντροπή μπροστά στους Φαίακες, που βούρκωσαν τα μάτια του
κι έτρεχε ασταμάτητο το δάκρυ.
Μόλις ο θείος αοιδός τέλειωνε το τραγούδι του, εκείνος
σφούγγιζε το κλάμα του, κατέβαζε το ρούχο απ' το κεφάλι του
και με μια κούπα δίδυμη στάλαζε στους θεούς σπονδή.
Όταν ωστόσο ο αοιδός ξανάπιανε να τραγουδήσει,
γιατί του το ζητούσαν οι καλύτεροι των καλεσμένων
που απολάμβαναν τα έπη του, ο Οδυσσέας σκέπαζε πάλι
το κεφάλι του θρηνώντας.
Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος,
μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε· όπως καθόταν πλάι του,
άκουσε και κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του.
Μπήκε στη μέση τότε και στους Φαίακες μίλησε,
που έχουν χαρά τους το κουπί:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι·
φτάνει νομίζω τόσο φαγητό, όσο του πρέπει καθενός,
και της κιθάρας ο σκοπός, συμπλήρωμα απαραίτητο
σε κάθε πλούσιο γεύμα.
Τώρα καιρός να βγούμε, να δοκιμαστούμε στα πολλά αγωνίσματα·
να χει κι ο ξένος, στην πατρίδα του όταν φτάσει, να διηγάται
στους δικούς του πόσο υπερβάλλουμε τους άλλους
στην πυγμαχία, την πάλη, στο άλμα και τον δρόμο.»
Μίλησε και προχώρησε, οι άλλοι πήγαιναν στα βήματά του.
Τότε κι ο κήρυκας κρέμασε πάλι τη μελωδική κιθάρα
στο ίδιο ξύλινο καρφί, πήρε απ' το χέρι τον Δημόδοκο
και τον οδήγησε έξω από το παλάτι στον δρόμο που πορεύονταν
οι πρώτοι των Φαιάκων, να δουν και να θαυμάσουν τα αγωνίσματα.
Και φτάνοντας στην αγορά, κόσμος πολύς μαζεύτηκε,
μυριάδες. Εκεί σηκώθηκαν να πιάσουν τα αγωνίσματα
άξιοι νέοι και πολλοί.
Πετάχτηκε ο Ακρόνεος, ο Ωκύαλος κι ο Ελατρεύς,
Ναυτέας και Πρυμνέας, Αγχίαλος και Ερετμεύς,
Ποντέας και Πρωρεύς, Θόων και Αναβησίνεος,
μαζί τους κι ο Αμφίαλος, του Τεκτονίδη Πολυνήου ο γιος·
πετάχτηκε ο Ευρύαλος σαν βροτοκτόνος Αρης,
γιος του Ναυβόλου, ο ωραιότερος στην όψη και στο σώμα
ανάμεσα σ' όλους τους Φαίακες, δεύτερος όμως στη σειρά
μετά τον Λαοδάμαντα, που πάνω του δεν έβρισκες ψεγάδι.
Πάνω πετάχτηκαν τρεις γιοι του άψογου Αλκινόου·
ο Λαοδάμας, ο Αλιος, ισόθεος ο Κλυτόνηος.
Τότε ξεκίνησαν να παραβγούν στο τρέξιμο·
ξάνοιγε μπρος στο σήμα της αρχής ο δρόμος, κι όρμησαν όλοι τους,
πετώντας και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης.
Στο τρέξιμο ξεχώρισε κατά πολύ ο Κλυτόνηος·
πόσο δυο μούλες, το χωράφι οργώνοντας, φτάνουν στο τέρμα
μονομιάς, τόσο κι εκείνος προπορεύτηκε, και πάλι πίσω
γύρισε στον κόσμο, που τους άλλους έβλεπε
να μένουν πίσω.
Μετά δοκίμασαν την ανελέητη πάλη· σ' αυτήν ο Ευρύαλος
νίκησε τους καλύτερους.
Ανώτερος στο άλμα από τους άλλους ο Αμφίαλος φάνηκε,
στον δίσκο τούς ξεπέρασε όλους βγαίνοντας πρώτος ο Ελατρεύς,
στην πυγμαχία ο Λαοδάμας, του Αλκινόου ο γενναίος γιος.
Κι όταν οι πάντες ένιωσαν βαθιά την τέρψη
των αγώνων, πήρε τον λόγο να μιλήσει ο Λαοδάμας,
του Αλκινόου ο γιος:
«Φίλοι, θαρρώ πως πρέπει να ρωτήσουμε κι αυτόν τον ξένο
αν ξέρει κάποιο αγώνισμα και το κατέχει· κακός δεν φαίνεται,
αν κρίνουμε απ' το παράστημά του. Μηροί και κνήμες,
τα δυο χέρια του ψηλά, ο αυχένας, όλα του δείχνουν
δύναμη και σθένος, και δεν νομίζω να τον εγκατέλειψε
κι η νιότη· μόνο οι πολλές του συμφορές τον τσάκισαν.
Εγώ δεν ξέρω άλλο κακό χειρότερο απ' τη θάλασσα,
μπορεί να καταλύσει τον καθένα, ακόμη κι όταν
περισσεύει η αντοχή του.»
Του ανταπάντησε όμως μιλώντας ο Ευρύαλος:
«Σωστός ο λόγος σου και μετρημένος, Λαοδάμα
πήγαινε ο ίδιος τώρα να τον προκαλέσεις,
εξήγησε την πρότασή σου.»
Τον άκουσε ευγενικός ο γιος του Αλκινόου, πήγε
και στάθηκε στη μέση, κι εκεί τον Οδυσσέα προσφώνησε:
«Έλα κι εσύ, πατέρα ξένε, να παραβγείς σε κάποιο αγώνισμα,
όποιο νομίζεις πως κατέχεις, γιατί δεν φαίνεσαι άπειρος
στα αθλήματα. Λέω, στον κόσμο δεν υπάρχει δόξα μεγαλύτερη,
αν κάποιος κάτι κατορθώσει είτε στα πόδια είτε με τα χέρια του.
Έλα λοιπόν κι εσύ, δοκίμασε, διώξε τη θλίψη απ' την ψυχή σου·
πολύ πια δεν απέχει η ώρα της επιστροφής σου· έτοιμο
το καράβι στα βαθιά νερά, έτοιμοι κι όσοι θα σε συντροφέψουν.»
Ευθύς του αντιμίλησε με την πολλή του γνώση ο Οδυσσεύς:
«Ω Λαοδάμα, μη με σπρώχνετε σε πράγματα που με πληγώνουν,
γιατί σ' εμένα πιο πολύ βαραίνουν τα πάθη απ' ό,τι οι άθλοι,
τόσα που τράβηξα στο παρελθόν, τόσα που υπέφερα·
και τώρα κάθομαι στην αγορά μπροστά σας,
με τον καημό του νόστου μου,
τον βασιλιά ικετεύοντας και τον λαό σας.»
Τότε πετάχτηκε ο Ευρύαλος, προκλητικός κι εριστικός:
«Όχι, δεν είσαι, ξένε, ένας που ξέρει από αγώνες,
όποιους και όσους συνηθίζει ο άλλος κόσμος.
Μάλλον μου φαίνεσαι κάποιος που τριγυρίζει
με το πολύκωπο καράβι του, σε ναυτεμπόρους αρχηγός,
κι άλλο δεν σκέφτεται απ' το φορτιό και την πραμάτεια,
ό,τι κερδίσει αρπάζοντας—πάντως αθλητικός δεν μοιάζεις.»
Λοξά τον κάρφωσε και μίλησε με τη δική του γνώση ο Οδυσσεύς:
«Ξένε, δεν μας τα λες καλά· φαίνεσαι με το παραπάνω ξιπασμένος.
Το δείχνεις πως δεν δίνουν οι θεοί χάρες αμοίραστες
στον κάθε άνθρωπο: παράστημα συνάμα και μυαλό και λέγειν.
Αν κάποιος υπολείπεται στην ομορφιά, του αντιχάρισε ο θεός
όμορφο τότε λόγο, κι οι άλλοι χαίρονται να τον κοιτούν
όταν εκείνος αγορεύει απρόσκοπτα με μια γλυκιά σεμνότητα
στη συντροφιά του, αμέσως ξεχωρίζει,
κι όταν στην πόλη κατεβαίνει να μιλήσει,
τον αντικρίζουν όλοι σαν θεό.
Κάποιος αντίθετα έχει την ομορφιά των αθανάτων, όμως
δεν τον στολίζει και το χάρισμα του ωραίου λόγου.
Έτσι κι εσύ την ομορφιά σου ούτε θεός δεν θα μπορούσε
να την κάνει ανώτερη, ο νους σου ωστόσο είναι λίγος και λειψός.
Κι αν έτσι σου μιλώ, εσύ με ερέθισες με τ' άκοσμά σου λόγια,
βαθιά κεντώντας την ψυχή μου. Σε βεβαιώνω πως εγώ
δεν είμαι άμοιρος, όπως το είπες και το πίστεψες,
σ' αγώνες και αγωνίσματα·
άλλοτε ήμουνα, νομίζω, από τους πρώτους, όσο με στήριζαν
νιάτα κι αυτά τα χέρια. Τώρα βαρύνομαι με συμφορές και πάθη,
τόσα που σήκωσα στον πόλεμο με τους ανθρώπους,
στο πέλαγος με κύματα θεοτικά.
Και μολοντούτο, με τα τόσα πάθη, θα δοκιμάσω τα αγωνίσματά σας,
γιατί ο λόγος σου δάγκωσε την ψυχή μου, ξάναψες το φιλότιμό μου.»
Είπε κι ευθύς, έτσι ντυμένος με τη χλαίνη του, πήδηξε πάνω
κι έπιασε πέτρινο δίσκο—τον πιο μεγάλο και παχύ,
κατά πολύ βαρύτερο από κείνον που οι Φαίακες συνήθιζαν
να ρίχνουν μεταξύ τους.
Πρώτα τον στριφογύρισε, κι όταν τον εξαπέλυσε το στιβαρό του χέρι,
βούιξε η πέτρα· σκύβουν στο χώμα οι Φαίακες,
αυτοί που το μακρύ κουπί αγαπούν και καμαρώνουν για τα πλοία τους,
μήπως τους πάρει η ριπή του δίσκου, που φεύγοντας
από το χέρι του, πετούσε τώρα μ' απίστευτη ταχύτητα,
πέρα απ' τα σήματα των άλλων.
Τότε κι η Αθηνά, μ' όψη θνητού, το τέρμα σημαδεύοντας,
από μακριά τού φώναξε, να την ακούσουν:
«Κι ένας τυφλός ακόμη, ξένε, θα ξεχώριζε το σήμα σου
ψάχνοντας με τα χέρια του· γιατί δεν είναι το δικό σου τέρμα
μες στα πολλά των άλλων, εβγήκε πρώτο με μεγάλη διαφορά.
Θάρρος λοιπόν, που πέτυχες καλά σ' αυτό το αγώνισμα·
άλλος από τους Φαίακες δεν θα σε φτάσει, μήτε
και θα σε ξεπεράσει.»
Έτσι του μίλησε, κι ευφράνθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
όλος χαρά που βρήκε σύντροφο στον αγώνα του καλό.
Τότε με θάρρος κι ανακούφιση στράφηκε προς τους Φαίακες:
«Κοπιάστε παλληκάρια μου, να φτάσετε τον δίσκο μου·
σε λίγο ρίχνω κι άλλον, τόσο μακριά ή και μακρύτερα.
Αν κάποιος θαρραλέος θέλει, που να το λέει κι η καρδιά του,
ας παραβγεί μαζί μου σε οτιδήποτε—αλήθεια μ' έχετε χολώσει
αφάνταστα· στην πυγμαχία, στην πάλη, ακόμη και στο τρέξιμο.
Δεν θ' αρνηθώ, και προκαλώ τους Φαίακες όλους, μόνο
τον Λαοδάμαντα εξαιρώ, τον ξένο που με φιλοξένησε·
γιατί ποιος μ ένα φίλο που του δείχνει αγάπη
θ' άνοιγε μάχη· σίγουρα θα 'ταν τιποτένιος κι άμυαλος
ένας που ανταγωνίζεται εκείνον που τον ξένισε
σε ξένο τόπο· όποιος το κάνει, όλο το δίκιο του το χάνει.
Από τους άλλους όμως κανένα δεν αρνούμαι, κανένα
δεν περιφρονώ· θέλω να δω ο καθένας πόσο αξίζει,
αν παραβγεί μαζί μου. Πάντως δεν είμαι ανάξιος
ο' όσους αγώνες οι άντρες αγωνίζονται.
Ξέρω καλά πώς το καλοξυσμένο τόξο να χειρίζομαι,
και πρώτος θα μπορούσα να πετύχω με το βέλος τον αντίπαλό μου
ανάμεσα & άλλους εχθρούς, ακόμη κι αν στο πλάι μου στέκουν
οι σύντροφοι πολλοί, τοξεύοντας κι αυτοί.
Ο Φιλοκτήτης μόνος με ξεπερνούσε τότε στο δοξάρι,
εκεί στων Τρώων τη χώρα, κάθε φορά που οι Αχαιοί τοξεύαμε.
Από τους άλλους όμως περηφανεύομαι πως υπερέχω, και μάλιστα
πολύ, όσοι θνητοί ζούνε στη γη και τρων ψωμί.
Δεν συνερίζομαι, και δεν το θέλω, τους παλιούς μου ήρωες,
μήτε τον Ηρακλή μήτε τον Εύρυτο από την Οιχαλία·
εκείνοι ακόμη και με τους θεούς συναγωνίστηκαν στο τόξο.
Γι* αυτό κι ο μέγας Εύρυτος χάθηκε πριν της ώρας του, δεν γέρασε
στο αρχοντικό του· ο Απόλλων χολωμένος τον θανάτωσε,
όταν εκείνος τον προκάλεσε να παραβγούν στο τόξο.
Ρίχνω και δόρυ, πιο μακριά από όσο οι άλλοι τη σαΐτα τους·
φοβάμαι μόνο για τα πόδια μου, και κάποιος από σας τους Φαίακες
ίσως μπορούσε να μ* αφήσει πίσω. Γιατί με τσάκισε, με δάμασε
άσχημα το κύμα, μέρες δεν είχα να πιαστώ καν ο' ένα ξύλο
καραβιού· έτσι μου λύθηκαν τα γόνατα.»
Τελειώνοντας, έμειναν όλοι τους αμίλητοι και βυθισμένοι στη σιωπή,
ώσπου ο Αλκίνοος πήρε τον λόγο να μιλήσει:
«Ξένε, όσα αγορεύεις και μας είπες δεν είναι αχάριστα ασφαλώς.
Θέλησες ν' αποδείξεις και τη δική σου αρετή που συντροφεύει
τη ζωή σου· από θυμό, που αυτός ο νιος
μπροστά στους άλλους βγήκε να σε προσβάλει αστόχαστα,
δείχνοντας περιφρόνηση στην αρετή σου,
όση κανείς δεν θα τολμούσε να προφέρει, αν είχε φρόνηση
και λόγια μετρημένα.
Πρόσεξε όμως τώρα και τον δικό μου λόγο, να χεις να λες
στον άλλον κόσμο, όταν μες στο δικό σου το παλάτι κάποτε,
σ' ένα τραπέζι καθισμένος με τη γυναίκα και τα τέκνα σου,
θα μνημονεύεις τη δική μας αρετή· ποια έργα ο Δίας
μας αξίωσε κι εμάς να ασκούμε, από τα χρόνια
των πατέρων μας, αδιάκοπα.
Δεν είμαστε λοιπόν ακατανίκητοι πυγμάχοι μήτε και παλαιστές,
αλλά στο τρέξιμο πετούν τα πόδια μας, και δεν θα βρεις
καλύτερόν μας στα καράβια.
Απόλαυση δική μας και παντοτινή· το πλούσιο γεύμα,
η κιθάρα κι οι χοροί, ρούχα πολύτιμα, που να τ' αλλάζουμε
όταν πρέπει, λουτρά θερμά, και το κρεβάτι.
Τώρα λοιπόν εμπρός, οι άριστοι μας χορευτές στήσετε, Φαίακες,
χορό, για να μπορεί κι ο ξένος να διηγάται,
όταν γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, πόσο τους άλλους υπερβάλλουμε
στο αρμένισμα, τον δρόμο, στον χορό και το τραγούδι.
Κάποιος ας πάει να φέρει και τη γλυκόφωνη κιθάρα
στον Δημόδοκο· κάπου θα βρίσκεται μες στο παλάτι.»
Έτσι τους μίλησε ο Αλκίνοος θεόμορφος, κι ο κήρυκας πετάχτηκε
να φέρει τη βαθουλή κιθάρα απ' το βασιλικό παλάτι.
Στο μεταξύ σηκώθηκαν επίσημοι οι εννέα κριτές,
όλοι τους διαλεχτοί του δήμου, αυτοί που ορίζουν
στους αγώνες τους κανόνες όπως πρέπει,
και τα ρυθμίζουν όλα· ίσωσαν τότε τον τόπο του χορού
κι άνοιξαν όμορφα τον κύκλο.
Στην ώρα του κατέφθασε κι ο κήρυκας με τη μελωδική κιθάρα,
τη δίνει στον Δημόδοκο, κι αυτός πήγε και στάθηκε στη μέση.
Γύρω του στήθηκαν ωραία αγόρια, που μόλις άνθιζε το χνούδι τους,
δεινοί ωστόσο χορευτές, κι αμέσως άρχισαν, τα πόδια τους
χτυπώντας, τον θείο χορό. Ο Οδυσσέας έκθαμβος
κοιτούσε να λάμπει η μαρμαρυγή στα πόδια τους,
τον συνεπή ρε αυτό το θαύμα.
Και να ο Δημόδοκος έκρουσε την κιθάρα, ένα ωραίο τραγούδι
ξεκινώντας για την αγάπη του Άρη με την καλλιστέφανη Αφροδίτη.
Το πώς κρυφά, πρώτη φορά, μέσα στο ίδιο το παλάτι του Ηφαίστου,
έσμιξαν μεταξύ τους· το πώς εκείνος, με τα πολλά του δώρα,
άσχημα ντρόπιαζε την κλίνη και το στρώμα του θεού Ηφαίστου.
Δεν άργησε όμως, κι αγγελιαφόρος φτάνει ο Ήλιος,
που του φανέρωσε το πώς τους είδε αγκαλιασμένους
στον παράνομο έρωτα.
Τότε λοιπόν το νέο ακούγοντας
που την ψυχή του δάγκωσε, ο Ήφαιστος τραβήχτηκε
στο εργαστήρι, όπου τα μέταλλα δουλεύει,
κι ο νους του μελετούσε την εκδίκησή του.
Στήνει στο ξύλο του άκμονα μεγάλο αμόνι και πήρε να χτυπά
άρρηκτα κι άλυτα δεσμά, που να τους παγιδέψουν.
Κι όταν ετοίμασε το δόλιο έργο του, γλίστρησε,
χολωμένος με τον Άρη, στον θάλαμό του, όπου
βρισκόταν κι η συζυγική του κλίνη.
Και περιπλέκει με τα δίχτυα το κρεβάτι, από τα πόδια ολόγυρα·
κρέμασε κι άλλα από ψηλά στο μεσιανό δοκάρι, πολλά,
λεπτότατα, να πέφτουν σαν αράχνες, κανείς να μην μπορεί,
μήτε θεός, να τα ξεκρίνει—τόσο καλά τον δόλο του είχε στήσει.
Κι αφού τα δίχτυα του παγίδευσαν από παντού την κλίνη,
άφησε να φανεί πως πάει στη Λήμνο, οχυρωμένη
και καλοχτισμένη πόλη—της έτρεφε την πιο μεγάλη αγάπη,
την προτιμούσε από τις άλλες χώρες.
Στο μεταξύ ο Άρης χρυσοχάλινος, που δεν τον παραμόνεψε άδικα,
βλέποντας ότι ξεμακραίνει ο καλλιτέχνης Ήφαιστος,
στον έρωτα δοσμένος της καλλιστέφανης Κυθέρειας,
έσπευσε αμέσως στο παλάτι του ξακουστού Ηφαίστου.
Κι εκείνη, γυρίζοντας απ' του πατέρα της, του παντοδύναμου Κρονίδη,
εκεί καθόταν περιμένοντας· ο Άρης τότε ορμητικός
της έπιασε σφιχτά το χέρι και την προσφώνησε μιλώντας:
«Έλα, αγαπημένη, να πλαγιάσουμε, τον έρωτά μας να χαρούμε·
δεν είναι εδώ ο Ήφαιστος, το ξέρω πως ξεκίνησε,
πηγαίνοντας μάλλον στη Λήμνο, στους Σίντιες
με τη βαριά κι άγρια φωνή.»
Ακούγοντας η Αφροδίτη δέχτηκε με χαρά της να πλαγιάσουν,
οι δυο τους προχωρούν και πέφτουν στο κρεβάτι,
και ξαφνικά τους τύλιξαν περίτεχνα τα δίχτυα του δολοπλόκου
Ηφαίστου· μήτε τα μέλη τους μπορούσαν να κινήσουν, μήτε
να σηκωθούν ξανά· τότε κατάλαβαν ότι τους βρήκε
το αναπόφευκτο.
Στην ώρα φθάνει ο περιώνυμος χωλός θεός, πίσω γυρίζοντας,
προτού πατήσει το νησί της Λήμνου· γιατί ο Ήλιος,
κατασκοπεύοντας για χάρη του, τους είδε και του φανερώνει
το μαντάτο. Βαρύθυμος ο Ήφαιστος και πληγωμένος,
προχώρησε στον θάλαμό του, έμεινε ακίνητος στο πρόθυρο,
κι όπως τον έπνιγε ο θυμός, σέρνει μια φοβερή, άγρια κραυγή,
να τον ακούσουν όλοι οι θεοί του Ολύμπου:
«Δία πατέρα, και μακάριοι εσείς θεοί αθάνατοι,
ελάτε, δείτε έργα καταγέλαστα κι αβάσταχτα·
το πώς εμένα, τον χωλό θεό, η Αφροδίτη, η κόρη του Διός,
με ατιμάζει συνεχώς· πώς στον ολέθριο Άρη χαρίζει
την αγάπη της, γιατί αυτός είναι ο ωραίος, ο αρτιμελής,
ενώ εγώ γεννήθηκα σακάτης· όχι από φταίξιμο άλλου κανενός,
μόνο των δυο γονιών μου, που καλύτερα να μ' άφηναν αγέννητο.
Ελάτε να τους δείτε πώς ζευγαρώνουν τώρα πλαγιασμένοι,
ανεβασμένοι στη δική μου κλίνη, κι εγώ τους βλέπω
και με πνίγει ο πόνος. Φαντάζομαι όμως
πως το ζευγάρωμά τους δεν θα το συνεχίσουν για πολύ,
όσο κι αν τους κορώνει ο πόθος· δεν θα θελήσουν γρήγορα
να ξανασμίξουν μεταξύ τους. Γιατί ο δόλος και τα δίχτυα μου
θα τους κρατούν δεμένους, ωσότου τα γαμήλια δώρα γυρίσει πίσω
ο πατέρας της, όσα του πρόσφερα γι' αυτή τη σκύλα κόρη·
ωραία η θυγατέρα του, δεν λέω, μα τόσο ξέφρενη.»
Ακούγοντας τον λόγο του, συναθροιστήκαν οι θεοί
στο χάλκινο κατώφλι του θαλάμου·
ήλθε ο Ποσειδών, κύριος της γης· ήλθε ο πολύστροφος Ερμής·
ήλθε λαμπρός ο Απόλλων, τοξότης με τα μακρινά του βέλη—
δεν ήλθαν μόνο οι θεές, στο σπίτι μένοντας από αιδημοσύνη.
Οι άλλοι όμως αγαθοεργοί θεοί ήσαν στο πρόθυρο στημένοι·
και τότε ξέσπασε άσβεστο γέλιο στους μάκαρες θεούς,
βλέποντας τα τεχνάσματα του δολοπλόκου Ηφαίστου.
Ο ένας κοίταζε τον άλλον, λέγοντας μεταξύ τους:
«Όχι, τ' άνομα έργα δεν ευδοκιμούν ο αργός προφθαίνει τον ταχύ.
Όπως και τώρα· αργός ο Ήφαιστος, τον Άρη πρόλαβε
ταχύτερον, όσο κανείς από τους άλλους ολυμπίους θεούς·
αν και χωλός, τον έπιασε στα δίχτυα του· τώρα οφείλονται
και της μοιχείας τα χρέη.»
Έτσι μιλούσαν, συναλλάσσοντας τα λόγια τους,
και τότε ο Απόλλων, ο περίλαμπρος γιος του Διός, γύρισε στον Ερμή:
«Ερμή διογέννητε, ψυχοπομπέ και δωροδότη,
αλήθεια, πες μου, θα δεχόσουν, παγιδευμένος σε φριχτά δεσμά,
να πλάγιαζες στην ίδια κλίνη με τη χρυσή Αφροδίτη;»
Ευθύς ανταποκρίθηκε ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς:
«Αμποτε κάτι τέτοιο να γινόταν, λαμπρέ εκηβόλε Απόλλωνα·
ας ήμουν γύρω μου δεμένος με τρεις φορές τόσα κι αμέτρητα δεσμά,
ας με θωρούσατε όλοι εσείς, θεοί, θεές·
φτάνει να πλάγιαζα με τη χρυσή Αφροδίτη.»
Η απάντηση σήκωσε γέλιο στους αθάνατους θεούς,
όμως ο Ποσειδώνας δεν γελούσε* επίμονα παρακαλούσε
τον έξοχο τεχνίτη Ήφαιστο να λύσει τα δεσμά του Αρη.
Στράφηκε τότε προς το μέρος του μιλώντας, και πέταξαν
τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Λύσε τον κι εγώ το υπόσχομαι να σου πληρώσει αυτός, σύμφωνα
με τις απαιτήσεις σου, όλα τα δίκια σου, με τους αθάνατους θεούς μπροστά.»
Ευθύς ανταποκρίθηκεν ο περιώνυμος χωλός θεός:
«Μη Ποσειδώνα, που τη γη κρατείς, μην επιμένεις στο αίτημά σου*
των τιποτένιων οι εγγυήσεις βγαίνουν κι αυτές στο τέλος τιποτένιες.
Πώς θα μπορούσα αλήθεια εγώ να σε δεσμεύσω,
μπρος στους αθάνατους θεούς, αν παρά ταύτα ο Αρης,
λευτερωμένος από τα δεσμά, φύγει αφήνοντας
απλήρωτο το χρέος του;»
Κι ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας ανταπάντησε:
«Ήφαιστε, ανίσως ο Άρης, με το χρέος απλήρωτο
φεύγοντας εξαφανιστεί, εγώ θα το πληρώσω, μόνος μου.»
Τότε τον λόγο ξαναπήρε ο περιώνυμος χωλός θεός:
«Δεν γίνεται, μήτε και πρέπει, ν' απορρίψω την υπόσχεσή σου.»
Μ' αυτά τα λόγια, λύνει ο Ήφαιστος τα δίχτυα.
Κι όταν οι δυο τους βρέθηκαν λυμένοι απ' τα ακατάλυτα δεσμά τους,
πάνω πετάχτηκαν εκείνος πήρε τον δρόμο για τη Θράκη·
στην Κύπρο φτάνει η Αφροδίτη, με το απαράμιλλο μειδίαμα,
στην Πάφο καταφεύγοντας, όπου το τέμενος
κι ο μυριστός βωμός της. Εκεί την έλουσαν οι Χάριτες,
την άλειψαν με λάδι αθάνατο, αυτό που βάζουν οι θεοί
κι αιώνια λάμπουν την ντύνουν και με ρούχα εξαίσια,
πάγκαλο θέαμα και θαύμα.
Κι όπως τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός τούτο το ποίημα,
ο Οδυσσέας ακούγοντας γέμιζε αγαλλίαση· όπως
κι οι άλλοι Φαίακες, θαλασσινοί περίφημοι
με τα μακριά κουπιά τους.
Τότε ο Αλκίνοος παράγγειλε, ο Αλιος κι ο Λαοδάμας
μόνοι τους να χορέψουν,
αφού οι δυο τους στον χορό ήσαν ασυναγώνιστοι.
Πήραν λοιπόν στα χέρια τους μια σφαίρα ωραία, πορφυρή,
έργο της επιδέξιας τέχνης του Πολύβου·
όσο την έριχνε ψηλά στα σκούρα νέφη ο ένας,
λυγίζοντας συγχρόνως το κορμί του προς τα πίσω, ο άλλος,
υψωμένος στον αέρα, την έπιανε με μαεστρία και χάρη,
προτού τα πόδια του πατήσουνε το χώμα.
Κι όταν δοκίμασαν την τέχνη τους στη σφαίρα,
πετώντας την ψηλά και κατακόρυφα, άρχισαν τότε
οι δυο τους τον χορό,
τη γη πατώντας που μας τρέφει τους ανθρώπους,
αντικριστά και συναλλάσσοντας απανωτά λυγίσματα·
ενώ στο πλάι οι άλλοι, παλληκαράκια ακόμη,
μέσα στον ίδιο κυκλικό χορό στημένα, φώναζαν
και χτυπούσαν παλαμάκια. Κι αντιλαλούσε ο τόπος
απ' το μεγάλο βουητό.
Γύρισε τότε στον Αλκίνοο ο θείος Οδυσσέας μιλώντας:
«Αλκίνοε κραταιέ, περίβλεπτε σ' όλη τη χώρα,
καυχήθηκες πως είναι οι χορευτές σας άριστοι,
κι έχουμε τώρα την απόδειξη· τους βλέπω μπρος μου
και με πιάνει θάμβος.»
Τον άκουσε κι ευφράνθηκε του Αλκινόου η γενναία ψυχή,
κι αμέσως στράφηκε στους Φαίακες, που έχουν χαρά τους το κουπί:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι·
νομίζω ο ξένος αποδείχτηκε έξυπνος και στοχαστικός,
γι' αυτό προτείνω να προσφέρουμε δώρα φιλόξενα, καθώς
το θέλει κι η περίσταση.
Δώδεκα βασιλείς λαμπροί την εξουσία μοιράζονται
σ' αυτή τη χώρα, δέκατος τρίτος βρίσκομαι εγώ στην κορυφή.
Λοιπόν, καθένας σας ας φέρει πανωφόρι καθαρό,
χιτώνα, κι από ένα τάλαντο πολύτιμου χρυσού.
Και λέω όλα να συγκεντρωθούν αμέσως, ώστε κι ο ξένος
με τα δώρα του στο χέρι, εύθυμος και χαρούμενος
στο δείπνο να προσέλθει.
Όσο για τον Ευρύαλο, μόνος ας βρει λόγο και δώρο
που θα φέρουν συμφιλίωση· γιατί τα λόγια που ξεστόμισε
δεν είχαν ασφαλώς κανένα μέτρο.»
Τον άκουσαν, κι οι πάντες συμφωνώντας συγκατένευσαν
τότε ο καθένας δίνει εντολή στον κήρυκά του
να πάει να φέρει τα φιλόξενά του δώρα.
Στο μεταξύ τον λόγο ζήτησε ο Ευρύαλος κι απολογήθηκε:
«Αλκίνοε κραταιέ, περίβλεπτε σ' όλη τη χώρα,
εγώ είμαι πρόθυμος, όπως το παραγγέλλεις, να δείξω
τη συγγνώμη μου στον ξένο·
θα του προσφέρω το σπαθί μου αυτό—χαλκός ατόφιος,
με λαβή ασημένια, η θήκη που το σφίγγει από καινούργιο
γυαλισμένο φίλντισι· μεγάλη η αξία του για κείνον που θα το κρατήσει.»
Τελειώνοντας, παρέδωσε στα χέρια του Οδυσσέα ξίφος
δεμένο με αργυρά καρφιά· ύστερα τον προσφώνησε,
και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:
«Χαίρε, πατέρα ξένε· κι αν απ' το στόμα τούτο βγήκε λόγος βαρύς,
ανεμοθύελλες ας τον αρπάξουν τώρα, να τον ρίξουν
κάπου αλλού, μακριά. Κι εύχομαι οι θεοί
να δώσουν κι εσύ να δεις γυναίκα και πατρίδα
φτάνοντας στο νησί σου, που τόσα χρόνια βασανίζεσαι
και πάσχεις.»
Ανταποκρίθηκε με την πολύστροφή του γνώση ο Οδυσσεύς:
«Διπλό το χαίρε, φίλε μου, για σένα· κι αντεύχομαι οι θεοί
πάντοτε να σου δίνουν πλούτη, για να μη φτάσει η ώρα
να ποθήσεις αυτό το ξίφος που μου χάρισες, σφραγίζοντας
τον λόγο της συμπάθειάς σου.»
Μιλώντας, πέρασε στους ώμους του το ξίφος, δεμένο
μ' αργυρά καρφιά. Κι έγερνε ο ήλιος προς τη δύση,
όταν κατέφθασαν και τ άλλα τιμημένα δώρα,
που τα μετέφεραν οι ξακουσμένοι κήρυκες στο σπίτι
του Αλκινόου, όπου τα υποδέχτηκαν οι γιοι του άψογου
Αλκινόου· τότε τα απίθωσαν, δώρα περίκαλλα,
στα πόδια της σεμνής τους μάνας.
Κι όπως πήγαινε πρώτος, με τους άλλους Φαίακες,
γενναία ψυχή ο Αλκίνοος, έφτασαν στο παλάτι κι έσπευσαν
να καθήσουν σε υψωμένους θρόνους.
Κι ευθύς γύρισε στην Αρήτη ο μεγαλόψυχος Αλκίνοος, της είπε:
«Γυναίκα, φέρε εδώ πολύτιμη κασέλα, την ωραιότερη που έχεις,
και βάλε μέσα πανωφόρι καθαρό κι ένα χιτώνα.
Ύστερα στήστε στη φωτιά λεβέτι χάλκινο, να ζεσταθεί νερό,
για να λουστεί ο ξένος· έτσι λουσμένος, βλέποντας
σε τάξη όλα τα δώρα που του πρόσφεραν οι τίμιοι Φαίακες,
το δείπνο θα χαρεί καλύτερα, ακούγοντας
και το υμνητικό τραγούδι.
Όσο για μένα, του χαρίζω αυτή την κούπα,
δική μου, ολόχρυση και πάγκαλη, να με θυμάται στην υπόλοιπη
ζωή του, όταν πια στο παλάτι του σπονδές στον Δία θα κάνει
ή και στους άλλους αθανάτους.»
Ακούγοντας τον λόγο του, δίνει η Αρήτη εντολή στις δούλες της
να στήσουν, δίχως καθυστέρηση, μεγάλο τρίποδα επάνω στη φωτιά.
Κι αυτές στήνουν στη λάμπουσα φωτιά τρίποδο λέβητα, τον γέμισαν
νερό για το λουτρό, βάζοντας από κάτω ξύλα να καούν.
Κι ευθύς η φλόγα τύλιξε την κοιλιά ολόγυρα στο τρίποδο λεβέτι,
και το νερό ζεστάθηκε.
Στο μεταξύ η Αρήτη μεταφέρει από την κάμαρή της μια πανέμορφη
κασέλα για τον ξένο, έβαλε μέσα τα λαμπρά του δώρα,
χρυσό και ρούχα, που του χάρισαν οι Φαίακες,
πρόσθεσε δικό της πανωφόρι κι όμορφο χιτώνα.
Ύστερα στράφηκε στον ξένο, κι όπως επήγε να μιλήσει,
τα λόγια της πετούσαν σαν πουλιά:
«Μόνός σου τώρα φρόντισε το σκέπασμα και κοίταξε
καλά πώς θα το δέσεις
μήπως και κάποιος στο ταξίδι το πειράξει, αν βυθιστείς εσύ
σ' ύπνο γλυκό, καθώς θα ταξιδεύεις
με το μαύρο τους καράβι.»
Ακούγοντας τον λόγο της, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ευθύς συνάρμοσε το σκέπασμα, το σύνδεσε σφιχτά μ' άλυτο
κόμπο, όπως τον δίδαξε η Κίρκη κάποτε,
με την πανέξυπνη της γνώμη.
Κι αμέσως η κελάρισσα τον κάλεσε ν' ανέβει στον λουτρό,
για να λουστεί· εκείνος βλέποντας θερμά λουτρά,
γέμισε αγαλλίαση—δεν είχε βρει τέτοια φροντίδα,
αφότου άφησε για πάντα τα δώματα της Καλυψώς
της καλλιπλόκαμης· εκεί τον φρόντιζαν πολύ
και συνεχώς, σάμπως να ήτανε κι αυτός θεός.
Κι αφού τον έλουσαν οι δούλες και τον άλειψαν με λάδι,
του φόρεσαν ωραία χλαμύδα και χιτώνα. Κι έτσι λαμπρός
βγήκε από τον λουτρό και προχωρούσε προς τους άλλους
που έπιναν κρασί. Τότε κι η Ναυσικά, με τα θεόσταλτά της κάλλη,
στάθηκε πλάι στον παραστάτη της καλοδεμένης στέγης
κι έμεινε εκεί να τον θαυμάζει, το βλέμμα προσηλώνοντας
στον Οδυσσέα. Ύστερα μίλησε, κι όπως τον προσφωνούσε,
τα λόγια της πετούσαν σαν πουλιά:
«Χαίρε, ω ξένε. Όταν μια μέρα φτάσεις στην πατρίδα σου,
να με θυμάσαι* γιατί σ' εμένα πρώτη οφείλεις τη ζωή σου.»
Ευθύς της αποκρίθηκε με την πολύτροπή του γνώση ο Οδυσσεύς:
«Ω Ναυσικά, κόρη του μεγαλόκαρδου Αλκινόου!
Αμποτε ο Δίας να ενδώσει, κεραυνοβόλος σύζυγος της Ήρας,
κι εγώ να φτάσω στην πατρίδα, να δω του νόστου μου τη μέρα·
τότε, το υπόσχομαι, σ' εσένα, σαν θεά, εκεί τις προσευχές μου
θα αναπέμπω, μέχρι το τέλος της ζωής μου,
γιατί σ' εσένα, κόρη μου, χρωστώ που ακόμη ζω.»
Μιλώντας, κάθησε σε θρόνο, στο πλάι του βασιλιά Αλκινόου,
κι ήταν η ώρα που το κρέας μοίραζαν και συγκερνούσαν το κρασί.
Τότε φτάνει κι ο κήρυκας φέρνοντας μέσα τον Δημόδοκο,
τον αοιδό που ο κόσμος αγαπούσε και τιμούσε·
τον κάθισε στο μέσο των συνδαιτυμόνων, κοντά σε μια ψηλή
κολόνα, να στηρίζεται.
Κι αμέσως τον κήρυκα προσφώνησε πολύγνωμος ο Οδυσσεύς,
κόβοντας απ' την πλάτη ένα κομμάτι (το πιο πολύ τ' άφησε ανέπαφο)
από ένα χοίρο μ' άσπρα δόντια, γυάλιζε το λίπος πάνω του:
«Ορίστε, κήρυκα, πρόσφερε τούτο το κρέας στον Δημόδοκο,
να το γευτεί· θέλω να δείξω την εκτίμησή μου,
κι ας με βαραίνει η τόση θλίψη.
Γιατί πάνω στη γη όλοι οι θνητοί οφείλουν σέβας και τιμή
στους αοιδούς, που η Μούσα τούς εδίδαξε τον δρόμο
στα τραγούδια τους κι αγάπησε πολύ των αοιδών το γένος.»
Μίλησε, κι ευθύς ο κήρυκας πήρε και δίνει στου μυθικού Δημόδοκου
τα χέρια το κομμάτι· αυτός το δέχτηκε κι ευφράνθηκε η ψυχή του.
Τότε κι οι άλλοι απλώνουν στο έτοιμο φαγητό τα χέρια τους,
κι όταν ο πόθος τους κορέστηκε με το φαΐ, με το πιοτό,
γύρισε στον Δημόδοκο με την πολύτροπή του γνώση
ο Οδυσσεύς και τον προσφώνησε:
«Δημόδοκε, εσένα ξεχωρίζω από όλους τους θνητούς στον έπαινό μου·
σε δίδαξε ασφαλώς η Μούσα, η κόρη του Διός, ή κι ο Απόλλων,
έτσι που τραγουδάς με τάξη εξαίρετη των Αχαιών τη μοίρα,
τι έπραξαν οι Αχαιοί, τι έπαθαν, τι έχουν υποφέρει·
σάμπως να βρέθηκες παρών ο ίδιος ή σου τα είπε κάποιος που τα είδε.
Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών—
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο.
Ανίσως κατορθώσεις με τη σωστή σειρά κι αυτά ν' ανιστορήσεις,
τότε κι εγώ θα ομολογήσω σ' όλους τους ανθρώπους ότι
ένας θεός καλόγνωμος σου χάρισε το θείο τραγούδι.»
Έτσι του μίλησε, κι αυτός θεόπνευστος φανέρωσε
του τραγουδιού του την αρχή. Απ' το σημείο κινώντας, όταν
οι άλλοι, ανεβαίνοντας στα πλοία με τη γερή κουβέρτα,
πήραν να φεύγουν, βάζοντας στις σκηνές φωτιά.
Ενώ οι υπόλοιποι, γύρω στον περιβόητο Οδυσσέα,
στην αγορά των Τρώων βρέθηκαν, κρυμμένοι στην κοιλιά του αλόγου,
που μόνοι τους οι Τρώες το φεραν στην ακρόπολή τους.
Ο δούρειος ίππος ήταν εκεί στημένος, κι εκείνοι, τριγύρω
καθισμένοι, αγόρευαν πολλά κι ανόητα. Τότε μοιράστηκε
στα τρία η γνώμη τους:
ή να κεντήσουν το κούφιο ξύλο με τον άσπλαχνο χαλκό τους·
ή να τον σύρουν στην κορφή, να γκρεμιστεί πάνω στους βράχους·
ή άθικτο να τον αφήσουν, για τους θεούς εξιλαστήριο
αφιέρωμα. Κι έμελλε να συντελεστεί η τρίτη γνώμη·
γιατί ήταν το γραφτό της μοίρας τους να αφανιστούν, αν τον προστάτευε
η πόλη αυτόν τον μέγα δούρειο ίππο, όπου
ήσαν κρυμμένοι οι άριστοι των Αχαιών, στους Τρώες απειλώντας
θάνατο και φόνο.
Και τραγουδούσε πώς των Αχαιών τα παλληκάρια πάτησαν
το κάστρο, όταν ξεχύθηκαν από τον δούρειο ίππο, αφήνοντας
την κούφια δολερή κοιλιά του.
Και τραγουδούσε πώς σκορπίστηκαν, ένας εδώ άλλος αλλού,
ρημάζοντας την πάνω πόλη· ο Οδυσσέας όμως, σαν τον Αρη,
με τον ισόθεο μαζί Μενέλαο, πώς τράβηξαν ορμώντας
στο παλάτι του Διηφόβου· κι εκεί, διηγήθηκε, το πώς εκείνος
τόλμησε πόλεμο ανελέητο, και τέλος νίκησε
με τη βοήθεια της αντρειωμένης Αθηνάς.
Αυτά τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός· ωστόσο ο Οδυσσέας
έλιωνε, το δάκρυ του έτρεχε ασταμάτητο μουσκεύοντας τα μάγουλά του.
Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της πεσμένη πάνω του,
που εκεί, μπροστά στην πόλη του και στον λαό του, πέφτει
για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του, να τα γλιτώσει
από τη μαύρη μέρα·
κι εκείνη, όπως τον βλέπει τώρα να σπαρταρά και να τελειώνει,
γύρω του σωριασμένη, σπαράζει από το κλάμα· ενώ οι εχθροί
με τα κοντάρια τους πισωχτυπούν αλύπητα στην πλάτη και στους ώμους,
τη σέρνουν να την πάρουν σκλάβα τους, για να βουλιάξει
στης δυστυχίας τον πόνο.
Πώς το πικρότατό της πάθος μαραίνει πρόσωπο και παρειές,
έτσι κι ο Οδυσσέας θρηνώντας έχυνε τότε το πικρό του δάκρυ.
Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος,
μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε, όπως καθόταν πλάι του,
άκουσε εκείνος και κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του.
Μπήκε τότε στη μέση και στους Φαίακες μίλησε,
που έχουν χαρά τους το κουπί:
«Ακούστε, των Φαιάκων αρχηγοί και σύμβουλοι·
ας σταματήσει τη γλυκόφωνη κιθάρα του ο Δημόδοκος,
γιατί θαρρώ δεν προξενεί σ' όλους χαρά με τα τραγούδια του.
Αφότου ο θείος τραγουδιστής σ' αυτό το δείπνο ανασηκώθηκε
να τραγουδήσει, ούτε στιγμή δεν έπαψε τον δύστυχό του θρήνο
ο ξένος· ίσως τον βασανίζει κάποιος κρυφός καημός.
Λέω λοιπόν να σταματήσει, κι εμείς να βρούμε τρόπο
να χαρούμε όλοι μαζί, ο ξένος κι οι φιλόξενοι·
αυτό νομίζω είναι το καλύτερο.
Αφού προς χάριν του όλα γίνονται του τιμημένου ξένου·
το κατευόδιο και τα φιλόξενά μας δώρα, όσα
μ αγάπη του προσφέρουμε.
Ο κάθε ξένος που ικετεύει αξίζει όσο κι ο αδελφός,
αν έχει κι ο φιλόξενος λιγάκι στέρεο νου.
Αλλά κι εσύ μην κρύβεσαι σε σκέψεις υστερόβουλες,
απάντησε σ' ό,τι κι αν σε ρωτήσω—ομολογώντας, κάνεις το καλύτερο.
Πες πρώτα το όνομά σου, μ' όποιο κι αν σε καλούν στα μέρη σου
η μάνα κι ο πατέρας σου κι οι άλλοι,
όσοι σε γειτονεύουν μες στην πόλη. Γιατί το ξέρουμε,
σ' αυτόν τον κόσμο κανείς δεν μένει ανώνυμος,
το ίδιο ο άσημος όπως κι ο ευγενής,
από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε· δίνουνε στον καθένα που γεννούν
όνομα οι γονείς του.
Κι ακόμη, φανέρωσε τη χώρα σου, λαό και πόλη,
για να σε ταξιδέψουν προς τα εκεί τα πλοία, με τους δικούς τους
λογισμούς. Γιατί σ' εμάς τους Φαίακες οι καπετάνιοι περισσεύουν,
δεν μας χρειάζονται καν τα πηδάλια, όπως συμβαίνει με των άλλων
τα καράβια. Μόνα τους τα πλεούμενά μας ξέρουν τι λογαριάζουν
και τι σκέφτονται οι άνθρωποι που ταξιδεύουν γνωρίζουν
πόλεις και χωράφια καρπερά· κι έτσι, ταχύτατα περνούν
το άγριο κύμα της θαλάσσης μες στην ομίχλη,
σκεπασμένα με νεφέλη.
Κι ούτε ποτέ κινδύνεψαν να πάθουν κάποια βλάβη ή να βουλιάξουν.
Μόνο που μια φορά άκουσα τον πατέρα μου Ναυσίθοο να λέει—
αυτός μας είπε πως ο Ποσειδών μπορεί και να εξοργιστεί,
που εμείς όλους τούς ταξιδεύουμε με δίχως βλάβη·
πρόσθεσε μάλιστα πως κάποια μέρα το καλοτάξιδο καράβι, καθώς
εκείνο θα γυρνά από ταξίδι γυρισμού, θα το συντρίψει ο θεός
καταμεσής στο μαύρο πέλαγο, και πως την πόλη
θα σκεπάσει μέγα βουνό.
Τέτοια μιλούσε ο γέροντας· όμως αυτά είναι στο χέρι του θεού
να τα εκτελέσει ή να τ* αφήσει ατέλεστα, όπως
το κρίνει εκείνος και το προτιμήσει.
Εμπρός λοιπόν, πες μου κι αυτό, μην αποφεύγεις την αλήθεια·
σαν πού περιπλανήθηκες; ποιες χώρες έφτασες
και ποιους ανθρώπους; αυτούς που είδες
και τις μεγάλες πολιτείες τους·
ποιοι ήσαν βάναυσοι, άδικοι κι απολίτιστοι;
και ποιοι φιλόξενοι, με νου και σέβας στους θεούς;
Κι ακόμη εξήγησε, γιατί θρηνείς κι οδύρεται η ψυχή σου,
όταν ακούς τα πάθη των Αργείων,
των Δαναών τη μοίρα και της Τροίας;
Ό,τι κι αν έγινε, έργο θεού· τον όλεθρο τόσων ανθρώπων
έκλωσαν οι θεοί, να γίνει στους μελλούμενους τραγούδι.
Ή μήπως σου σκοτώθηκε κάποιος δικός, εκεί στο Ίλιο,
μπροστά στα τείχη; κι ήταν γενναίος, γαμπρός ή
πεθερός; Είναι κι αυτοί πιο κοντινοί μας, μετά από κείνους
που μαζί τους μας ενώνει αίμα και γένος.
Ή μη σου χάθηκε κάποιος εταίρος, επιστήθιος φίλος,
ένας ανδρείος; Καλύτερος κι από αδελφός ο φίλος,
φτάνει μονάχα να σε νιώθει.»
Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο
Μη λες πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως
Πως θα' ναι το λυκόπουλο καλύτερο απ’ τον λύκο
Τότε μονάχα να χαρείς: αν θα' ναι ο τελευταίος
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2645
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr


Επιστροφή στην Λογοτεχνία

Μετάβαση στην αρχή της σελίδας

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: olentis και 7 επισκέπτες