Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Μελέτη της γλώσσας, γραμματική, συντακτικό, σχολιασμοί και διευκρινίσεις.

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 6 επισκέπτες

 

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 7th, 2017, 1:13 am


623. space alien n: εξωγήινος
624. space ark n: διαστημική κιβωτός
625. space armor n: διαστημική στολή
626. spaceboat n: μικρό διαστημόπλοιο (λέμβος), το οποίο χρησιμοποιείται για πραγματοποίηση σύντομων ταξιδιών από ένα μεγαλύτερο διαστημόπλοιο
627. spaceboot n: παπούτσια για χρήση στο διάστημα ή σε άλλους κόσμους
628. space-borne adj: ικανός να ταξιδεύει στο διάστημα
629. space-burned adj: σκούροχρωμο ή κατεστραμμένο δέρμα απο την διαστρική ακτινοβολία
630. space cadet n: εκπαιδευόμενος αστροναύτης
631. space can n: διαστημόπλοιο
632. space car n: διαστημόπλοιο
633. space colony n: αποικία διαστήματος
634. spacecraft n: διαστημόπλοιο
635. space cruiser n: διαστημόπλοιο
636. space dock n: διαστημικός νεωδόχος
637. space dog n: βλ. 656
638. space drive n: σύστημα προώθησης διαστημοπλοίου
639. Space Drives: βλ. 638
640. space elevator n: διαστημικός ανελκυστήρας
641. spacefarer n: διαστημάνθρωπος
642. spacefaring n: διαστημικό ταξίδι
643. spacefaring adj: βλ. 642
644. space fiction n: είδος ε.φ. που καταπιάνεται με διαστημικά ταξίδια
645. spacefield n: διαστημοδρόμιο
646. space fleet n: διαστημικός στόλος
647. space flier n: βλ. 642
648. space flight n: διαστημική πτήση
649. space flyer n: διαστημόπλοιο
650. space flying n: βλ. 648
651. space force n: διαστημική δύναμη (στρατός)
652. space freighter n: φορτηγό διαστημόπλοιο
653. space-going adj: ικανός για διαστημικό ταξίδι
654. spacehand n: χαμηλόβαθμο-έμπειρο μέλος πληρώματος
655. space helmet n: κράνος
656. spacehound n: έμπειρος αστροναύτης
657. space lane n: διαδρομή μέσα από το διάστημα μεταξύ δύο κόσμων
658. spaceline n: εταιρεία που πραγματοποιεί πτήσεις διαστημικών επιβατών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κόσμων
659. spaceliner n: διαστημικό κρουαζιερόπλοιο
660. spacelock n: διαστημικός θάλαμος αποσυμπίεσης
661. spaceman n: άτομο που εργάζεται ή ταξιδεύει στο διάστημα
662. spacemanship n: ικανότητα πλοήγησης διαστημοπλοίου
663. space marine n: πολεμιστής του διαστήματος
664. space navigator n: πλοηγός διαστήματος
665. space opera n: διαστημική όπερα
666. space operatic n: αναφορικά με τη διαστημική όπερα
667. space patrol n: διαστημική χωροφυλακή
668. space person n: εξωγήινος
669. space pirate n: διαστημικός πειρατής
670. spaceport n: βλ. 645
671. spacer n: βλ. 661
672. spaceship n: διαστημόπλοιο
673. space-sick adj: πάσχοντες απο διαστημική ασθένεια
674. space-sickness n: διαστημική ασθένεια, λόγω έλλειψης βαρύτητας
675. spacesuit n: σκάφανδρο
676. space tan n: βλ. 629
677. space-tanned adj: βλ. 629
678. space travel n: διαστημικό ταξίδι
679. space traveler n: διαστημικός ταξιδιώτης
680. space-traveling n: το να ταξιδεύεις στο διάστημα
681. space-traveling adj: βλ. 680
682. space tug n: μικρό διαστημόπλοιο που χρησιμοποιείται για εργασίες μικρής εμβέλειας, όπως έργα κατασκευής στο διάστημα κ.λπ.
683. space vehicle n: διαστημικό όχημα
684. space vessel n: διαστημόπλοιο
685. spaceward adj: προς τον διαστρικό χώρο
686. spaceward adv: βλ. 685
687. space warp n: χωροδίνη
688. spaceways pl. n: διαστρικές διαδρομές
689. spacewoman n: διαστημο-γυναίκα
690. spaceworthiness n: βλ. 691
691. spaceworthy n: η ετοιμότητα για διαστημικά ταξίδια
692. space yacht n: διαστημιό γιώτ
693. spaceyard n: μέρος όπου κατασκευάζονται ή επισκευάζονται διαστημόπλοια
694. spec fic abbr: ακρωνύμιο του speculative fiction βλ. 695
695. speculative fiction n: το φανταστικό
696. spinward adv: συμπεριστρεφόμενο
697. spy ray n: εξάρτημα που διαβάζει σκέψεις
698. Standard n: γλώσσα ομιλουμένη απο πολλά είδη
699. starbase n: αστροβάση
700. star-cruiser n: διαστημόπλοιο μεγάλου μεγέθους
701. star drive n: μηχανισμός υπερφωτώθησης
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 7th, 2017, 1:56 am

702. starfarer n = αστροταξιδιωτης
703. starfaring n = αστροταξιδο
705. starfleet n = αστροστολος
707. stargate n =αστροπυλη
708. starlanes pl. n = αστρολωριδες
712. starport n =αστροδρομιο
713. starship n = αστροπλοιο
720. stasis field n = στατικο πεδιο
731. stun gun n = καθηλωτης (?) :smt017
732. stunner n
734. sub-ether n = υποαιθερας
735. sub-etheric adj = υποαιθεριος
745. super-science n = υπερεπιστημη
746. super-scientific adj = υπερεπιστημονικο
747. super-scientist n = υπερεεπιστημονας
748. super-weapon n = υπεροπλο
749. system-wide adj = διασυστηματικος
751. tardis n = ΧΚΣΔΣΧ :smt033 :smt030 :smt033
761. temporal paradox n = χρονικο παραδοξο
763. Terra n = Γαια
764. terraform v = γαιομορφωνω
765. terraformed adj = γαιομορφωμενος
766. terraformer n = γαιομορφωτης
767. terraforming n = γαιομορφωση
769. Terran n = Γηινος
770. Terran adj = Γηινο
781. timecop n = χρονομπατσος (?)
782. time hopper n = χρονοταξιδιωτης
783. timeline n = χρονοδιαγραμμα
784. time machine n = χρονομηχανη
785. time paradox n = χρονικο παραδοξο
786. timepath n = χρονοπαθητικος
787. timescape n = χρονοδιαφυγη
788. timeslip n = χρονοσφαλμα
789. time storm n = χρονοκαταιγιδα
790. time stream n = χρονοροη
791. time-track n = χρονοσπασιμο/χρονορωγμη
800. time warp n = χρονικη παραμορφωση/στρελωση/διαστρεβλωση
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 8th, 2017, 12:48 am

Θνξ Αλχ.

The Oxford Dictionary of Science Fiction


1. actifan n: Οπαδός ε.φ. που συμμετέχει σε εκδηλώσεις π.χ. σε μασκέ πάρτυ τρέκηδων
2. aerocar n: αιωρούμενο αυτοκίνητο > αεραυτοκίνητο
3. AI abbr: Τεχνητή νοημοσύνη, όρος απο το Νευρομάντη του Γκίμπσον
4. air-car n: βλ. 2
5. alien n: εξωγήινο ον
6. alien adj: (επίθετο) βλ. 5
7. alternate future n: υποκατάστατο μέλλον
8. alternate history n: υποκατάστατη ιστορία
9. alternate reality n: υποκατάστατη πραγματικότητα
10. alternate universe n: υποκατάστατο σύμπαν
11. alternate world n: υποκατάστατος κόσμος
12. alternative future n: εναλλακτικό μέλλον
13. alternative history n: εναλλακτική ιστορία
14. alternative reality n: εναλλακτική πραγματικότητα
15. alternative universe n: εναλλακτικό σύμπαν
16. alternative world n: εναλλακτικός κόσμος
17. android n: ανδροϊδές
18. Anglic n: τα Αγγλικά που θα ομιλούνται στο μακρινό μέλλον.
19. annish n: πανηγυρικό και συλλεκτικό τεύχος περιοδικού
20. ansible n: εξάρτημα ακαριαίας επικοινωνίας για οποιαδήποτε απόσταση
21. anti-agathic n: αντι-αγαθό
22. antigrav n: εξάρτημα που δημιουργεί αντιβαρύτητα
23. antigrav adj: επίθετο του 22
24. anti-gravitational adj: αντιβαρυτικό
25. anti-gravity n: αντιβαρύτητα
26. antispinward adv: αντιπεριστρεφόμενο, όχι το αντίστροφο που σημαίνει το αντίθετα στραμμένο.
27. anywhen adv: Oποτεδήποτε
28. APA abbr: ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος
29. apazine n: το περιοδικό που εκδίδει ο 28
30. artificial gravity n: τεχνητή βαρύτητα
31. artificial intelligence n: τεχνητή νοημοσύνη
32. astrogate v: αστροπύλη
33. astrogation n: πλοήγηση ανάμεσα στα άστρα, στο σύμπαν
34. astrogational n: επίθετο του 33
35. astrogator n: ο πλοηγός του 33
36. astronavigation n: βλ. 33
37. astronavigator n: βλ. 34
38. atomics n: μηχανή που χρησιμοποιεί ως καύσιμο την πυρηνική σχάση
39. avian n: πτηνοειδές εξωγήινο ον
40. avian adj: επίθετο του 39
41. bacover n: κάλυμμα του πίσω εξώφυλλου ενός βιβλίου (άσχετο)
42. BDO abbr: μεγάλο χαζό αντικείμενο, γκουμούτσα;
43. beam v: διακτινισμός
44. beam-me-up (Scotty) adj: Διακτίνισέ με Καληδονίσκε (Αντίοχος)
45. beanstalk n: Το O.D. αναφέρει πως είναι ένας ανελκυστήρας διαστήματος, σαν τη φασολιά απο το παραμύθι
46. becroggle v: το να παραλύεις στιγμιαία
47. belter n: κάτοικος ζώνης αστεροϊδών, εξορύκτης ζώνης αστεροϊδών
48. BEM n: εξωγήινο εντομοειδές τέρας
49. bheer n: μπυροειδές ποτό
50. Big Brother n: μεγάλος αδελφός
51. big dumb object n: βλ. 42
52. biopunk n: βιο(τεχνολογικό)πανκ, εδώ πρέπει να αποδοθεί το πανκ
53. blaster n: το είπαμε σε προηγούμενες σελίδες.
54. blast off n: το να πυροβολείς με blaster
55. blast off v: το να χρησιμοποιείς το blaster ως μέσο εκκίνησης διαστημοπλοίου
56. blowup n: πόλεμος που καταστρέφει έναν πολιτισμό
57. BNF abbr: μεγάλη μούρη της ε.φ.
58. boat n: διαστημόπλοιο
59. body-waldo n: Εξωσκελετός που είναι Remote manipulator
60. bot n: το μποτ
61. braintape n: κασέτα που έχει καταγράψει το μυαλό (νοημοσύνη) ενός ανθρώπου
62. brave new world n: (τίτλος μυθιστορήματος)
63. Buck Rogers adj: Ξεπερασμένο απο την πραγματικότητα στοιχείο της ε.φ.
64. bug-eyed monster n: βλ. 48
65. chrononaut n: χρονοναύτης
66. chronoscope n: χρονοσκόπιο
67. Clarke orbit n: τροχιά του Κλαρκ
68. Clarke's First Law: πρώτος νόμος του Κλαρκ (Όταν ένας διακεκριμένος και μεγάλος σε ηλικία επιστήμονας υποστηρίξει πως κάτι είναι δυνατόν, τότε έχει κατα προσέγγιση δίκαιο. Όταν υποστηρίξει πως κάτι είναι αδύνατο, τότε έχει άδικο), ο νόμος της ....
69. Clarke's Second Law: δεύτερος νόμος του Κλαρκ (για να χαρτογραφηθούν τα όρια του δυνατού, πρέπει, έστω και λίγο, να ξεπεραστούν), ο νόμος της .....
70. Clarke's Third Law: τρίτος νόμος του Κλαρκ (κάθε προηγμένη τεχνολογία είναι αγνώριστη απο τη μαγεία)
71. cloaking device n: μια συσκευή η οποία καθιστά κάτι αόρατο και μη ανιχνεύσιμο
72. clubzine n: fanzine δημοσιευμένο από ε.φ. fan club
73. COA abbr: αλλαγή διεύθυνσης (;)
74. cognitive estrangement n: γνωστική αποξένωση = η κατάσταση κατά την οποία σχηματίζονται στον νου του αντικρουόμενες πεποιθήσεις για την εξωτερική πραγματικότητα: από τη μία ο πραγματικός κόσμος, όπως εκλαμβάνεται από τις αισθήσεις και τα πολιτισμικά δεδομένα, από την άλλη ο εναλλακτικός και ανοίκειος κόσμος της αφήγησης
75. cold sleep n: ύπνος κρυογενετικής
76. cold sleep v: βλ. 75
77. cold sleeper n: βλ. 75
78. collapsium n: υλικό υψηλής πυκνότητας
79. comlink n: ασύρματος (περιορισμένης εμβέλειας) με τρισδιάστατη οθόνη
80. commset n: σετ του 79
81. Communications & Entertainment: (άσχετο)
82. completism n: η επιθυμία απόκτησης της πλήρους σειράς από κάτι, π.χ. κάθε βιβλίο που γράφτηκε από κάποιον συγγραφέα ή οτιδήποτε έχει γραφτεί για ένα συγκεκριμένο θέμα
83. completist n: ο έχων την ιδιότητα του 82
84. comset n: συσκευή επικοινωνίας (με το που υπάρχουν τα κινητά δεν είναι άλλο ε.φ.)
85. con n: συντόμευση της λέξης "σύμβαση"
86. -con suff: κατάληξη για διάφορες συμβάσεις βλ. 85
87. congoer n: άτομο παρευρισκόμενο σε 86
88. conreport n: γραπτή περιγραφή των εμπειριών ενός ατόμου σε ένα con
89. continuum n: συνεχές (χωροχρονικό)
90. contraterrene adj: οτιδήποτε φτιαγμένο απο αντιύλη
91. corflu n: υγρό που επιτρέπει τη διόρθωση τυπογραφικών σφαλμάτων (κάποτε ήταν ε.φ. κάτι τέτοιο)
92. corpsesicle n: άτομο ευρισκόμενο σε κρυογενετικό ύπνο
93. cosy catastrophe n: μεταποκαλυπτική ιστορία που επικεντρώνεται στον κεντρικό χαρακτήρα
94. counter-gravity n: αντιβαρύτητα
95. craft n: διαστημόπλοιο
96. credit n: νόμισμα
97. croggle v: συναίσθημα κατα τη διάρκεια της παράλυσης
98. crudzine n: ποιοτικό fanzine, περιοδικό που εκδίδεται απο σύλλογο φανατικών της ε.φ.
99. cruiser n: διαστημόπλοιο
100. cryostasis n: κρυογενετικός ύπνος
101. cyberpunk n: κυβερνοπανκ (είδος ε.φ. π.χ. Γκίμπσον)
102. cyberpunkish adj βλ. 101
103. cyberspace n: κυβερνοχώρος
104. cyborg n: έχει συζητηθεί σε κάποιες σελίδες πιο πίσω
105. cyborg v: ρήμα του 104
106. cyborged adj: μετατροπή σε cyborg
107. cyborging n: βλ. 106
108. cyborgisation n: βλ. 106
109. cyborgised adj: βλ. 106
110. dalek n: κακόβουλα εξωγήινα ρομπότ
111. dark side n: σκοτεινή πλευρά
112. dayside n: πλευρά πλανήτη μόνιμα στραμμένη προς τον ήλιο
113. death ray n: θανατηφόρα ακτίνα
114. deep space n: διαστρικός χώρος
115. deflector n: προστατευτικό δυναμικό πεδίο
116. different story n: ε.φ. αφήγηση (όρος απο το έτος 1928)
117. dimension n: διάσταση
118. dimensional adj: διαστατικό
119. dirtside adv: επι της επιπφάνειας ενός άλλου πλανήτη
120. dirtsider n: αυτός που ζει σε άλλον πλανήτη (εξωγήινος γήινης καταγωγής;)
121. disaster novel n: νουβέλα με θέμα μια παγκόσμια καταστροφή
122. disintegrator n: όπλο που διαλύει τους στόχους του στα εξ ων συνετέθησαν, απολοκληρωτής(;)
123. disruptor n: είδος ενεργειακού όπλου, ο διαταράσσων(;)
124. doomwatch n: όνομα οικολογικής εκπομπής του BBC
125. doomwatcher n: αυτός που προβλέπει ή αναζητά σημάδια οικολογικών καταστροφών
126. doubleplusungood adj: πανυπερθετικός βαθμός του κακού
127. doublethink n: η πίστη στην αλήθεια δύο αντιφατικών μεταξύ τους ιδεών (όρος του Όργουελ)
128. downtime adv: το να βρίσκεσαι στο παρελθόν
129. droid n: ανδροϊδές
130. dropshaft n: σωλήνας μετακίνησης π.χ. η διώρυγα μεταξύ Αγγλίας και Αυστραλίας απο το Ολική Επαναφορά με τον Κ. Φαρέλ
131. Dyson sphere n: συζητήθηκε σε προηγούμενες σελίδες
132. dystopia n: δυστοπία (η ευκολία του αντιδανείου)
133. dystopian adj: δυστοπικός
134. dystopic adj: βλ. 133
135. Earthborn n: άνθρωπος γεννημένος στη γη
136. Earthborn adj: βλ. 135
137. Earther n: γήινος
138. Earthfall n: προσγείωση
139. Earthfolk pl. n: ο λαός της γης
140. Earthgirl n: γυναίκα απο τη γη
141. Earthian n: γήινος
142. Earthian adj: γήινος
143. Earthie n: γήινος
144. Earthlike adj: γηϊνοειδές (;)
145. Earthling n: γήινος
146. Earthlings: τόπος καταγωγής (γη)
147. Earthman n: γήινος που δεν έχει ξεφύγει απο τη γη
148. Earthnorm n: κατάσταση όπως στη γη
149. Earthnorm adj: βλ. 148
150. Earth-normal n: βλ. 148
151. Earth-normal adj: βλ. 148
152. Earthperson n: άνθρωπος που κατοικεί στη γη
153. Earthside adv: γήινα
154. Earthside adj: γήινα
155. Earthsider n: γήινος
156. Earth-type adj: βλ. 148
157. Earthwoman n: βλ. 140
158. ecotopia n: οικοτοπία
159. edisonade n: Εντισονιάδα
160. eetee n: ο Ε.Τ.
161. egoboo n: τόνωση του εγώ
162. egoscan n: αναζήτηση κάποιου για αναφορά του ονόματος του
163. elsewhen n: κάποιο χρονικό σημείο
164. elsewhen adv: βλ. 163
165. empath n: ενσυναισθητικός
166. empathic adj: βλ. 165
167. empathy n: βλ. 165
168. energy screen n: ενεργειακό πεδίο
169. energy weapon n: ενεργειακό όπλο
170. escape pod n: σωσίβια λέμβος για διαστημόπλοια
171. esp v: η ικανότητα να διαβάζεις τα μυαλά των άλλων, τηλεπάθεια
172. esper n: ο έχων το 171
173. ET abbr: εξωγήινος
174. everywhen n: σε κάθε σημείο του χρόνου
175. everywhen adv: βλ. 174
176. exoskeleton n: εξωσκελετός
177. Expletives & Profanity: ύβρεις και βωμολοχίες (λογοκρισία στην ε.φ.)
178. expository lump n: επεξηγηματικό μακρυνάρι για τεχνολογία
179. extra-dimensional adj: εξωδιαστατικό
180. extra-planetary adj: εξωκοσμικό
181. extraterrestrial n: εξωγήινο
182. eyetracks pl. n: φανταστικός σελιδοδείκτης
183. faan n: οπαδός ε.φ. που ενδιαφέρεται περισσότερο για το fandom (εκκρεμεί απόδοση) παρά για το περιεχόμενο της ε.φ.
184. faanish adj: ιδιότητα του 183
185. fafia n: ακρωνύμιο του Forced Away From It All, το να εγκαταλείπει δλδ κάποιος το fandom λόγω ανωτέρας βίας π.χ. να βρίσκει γκόμενα.
186. fafiate v: ρήμα του 185
187. fakefan n: ψευτοπαδός της ε.φ.
188. fanac n: δραστηριότητες του fandom
189. faned n: συγγραφέας ενός fanzine, περιοδικού εκδιδομένου απο οπαδούς
190. fanfic n: γραμμένο απο οπαδούς κάποιου συγκεκριμένου έργου σχετικά με αυτό
191. fan fiction n: βλ. 190
192. fanmag n: βλ. 203
193. fanne n: θηλυκή οπαδός ε.φ.
194. fanning n: το να είσαι οπαδός της ε.φ.
195. fannish adj: επίθετο του 194
196. fannishness n: ε.φ. οπαδοσύνη
197. Fanspeak: ιδίωμα οπαδών ε.φ.
198. fanspeak n: βλ. 197
199. fantascience n: επιστημονικοφάνεια οπαδών ε.φ.
200. fantastic n: έχον ιδιότητες φάνταζυ
201. fantastic adj: φανταστικό
202. fantasy n: φάνταζυ
203. fanzine n: περιοδικό εκδιδόμενο απο οπαδούς
204. farside n: η πλευρά που δεν βλέπει στη γη π.χ. της Σελήνης
205. faster-than-light adj: το έχουμε αναφέρει
206. faster than light adv: βλ. 205
207. feelie n: μελό
208. Feghoot n: χαρακτήρας μυθιστορήματος
209. femfan n: βλ.193
210. fen pl. n: πληθυντικός του οπαδού
211. Ferdinand Feghoot n: βλ. 208
212. FIAWOL abbr: ακρωνύμιο του fandom is a way of life
213. FIJAGH abbr: ακρωνύμιο του fandom is just a god(d)amn hobby
214. filk n: τυπογραφικό λάθος του folk, αναφέρεται στο λαό-οπαδών ε.φ.
215. filk v: τραγουδοποιός του 214
216. filker n: βλ. 215
217. filking n: βλ. 216
218. filksing n: συγκέντρωση οπαδών για άκουσμα τραγουδιών ε.φ.
219. fillo n: μικρή εικόνα που χρησιμοποιείται για να γεμίσει επιπλέον χώρο, π.χ. σε ένα fanzine
220. first contact n: πρώτη επαφή με εξωγήινους, δύο πολιτισμών απο διαφορετικούς πλανήτες
221. fix-up n: μυθιστόρημα που αποτελείται από προηγούμενα γραπτά σύντομα έργα, συχνά με πρόσθετο υλικό για να εξομαλύνει τις μεταβάσεις μεταξύ ιστοριών
222. flame pistol n: φλογοβόλο πιστόλι
223. flash crowd n: κατα το μυθιστόρημα του Larry Niven, "Flash Crowd", τα πλήθη συγκεντρώνονται μέσω ακαριαίας τηλεμεταφοράς
224. flitter n: διαστημόπλοιο για μικρές αποστάσεις
225. floater n: όχημα ωθούμενο απο μηχανισμό αντιβαρύτητας
226. fmz abbr: βλ. 203
227. food pill n: χαπάκια τροφής
228. force field n: πεδίο δύναμης
229. Frankenstein complex n: δημιούργημα του Φράνκενστάιν
230. free fall n: ελεύθερη πτώση
231. frell v: στο Farscape αντί του "fuck"
232. frell interj: βλ. 231
233. frelling adj: βλ. 231
234. fresher n: refresher
235. fringefan n: οπαδός επιστημονικής φαντασίας, του οποίου τα ενδιαφέροντα στρέφονται γύρω απο το σώμα του (;)
236. FTL abbr: βλ. 206
237. fugghead n: παράφραση του fuckhead
238. fuggheadedness n: ιδιότητα του 237
239. future history n: χρονολογία του μέλλοντος
240. future war n: είδος ε.φ. ασχολούμενο με μελλοντικούς πολέμους
241. gadget a: έργο ε.φ. του οποίου η υπόθεση στρέφεται γύρω απο μια εφεύρεση
242. gafia n: ακρωνύμιο του get(ting) away from it all, βλ. 185
243. gafiate n: βλ. 186
244. gafiate v: ρήμα του 243
245. gafiation n: βλ. 186
246. galactic n: (παν)γαλαξιακός (πολιτισμός)
247. galactography n: χαρτογραφία του γαλαξία
248. galaxy-wide adj: πανγαλαξιακό
249. gas giant n: αέριος γίγαντας
250. gate n: πύλη (χωροχρονική)
251. gateway n: πύλη (μεταξύ διαφορετικών διαστάσεων, συμπάντων)
252. gee n: τζι (επιτάχυνση βαρύτητας)
253. generation adj: διαστημόπλοιο για ταξίδια πολλών γενεών
254. generation ship n: βλ. 253
255. genetic engineer n: γενετικός μηχανικός
256. genetic engineering n: γενετική μηχανική
257. genre n: είδος (ε.φ.)
258. genre adj: βλ. 257
259. genre science fiction n: βλ. 257
260. genzine n: fanzine που καταπιάνεται με πολλά υποείδη ε.φ.
261. ghod n: ιδίωμα οπαδών ε.φ. για το God
262. glassite n: σκληρό, διάφανο υλικό
263. GOH abbr: ακρ. του "τιμητικός προσκεκλημένος"
264. golden age n: χρυσή εποχή (της επιστήμης)
265. go nova v: το να πορεύεται άστρο προς το να μετατραπεί σε νεολαμπές
266. goshwow adj: απομίμηση επιστολής (φέρεται να δημοσιεύθηκε στην Thrilling Wonder Stories) που αναφέρεται σε ένα άρθρο σχετικά με τους οπαδούς ε.φ.
267. go supernova v: το να πορεύεται άστρο προς το να μετατραπεί σε υπερνεολαμπές
268. graser n: λέιζερ ακτίνων γάμμα
269. grav n: βαρύτητα
270. gravitic adj: βαρυτικό
271. gravitics n: επιστήμη ασχολούμενη με την αλλοίωση της βαρύτητας
272. gravity drive n: όχημα κινούμενο με αντιβαρύτητα
273. gravity-free adj: χωρίς βαρύτητα
274. gravityless adj: βλ. 273
275. gravity plate n: συσκευή που εξουδετερώνει την βαρύτητα ή δημιουργεί
276. gravity screen n: βλ. 275
277. gravity well n: βαρυτική σφαίρα που περιβάλλει ουράνια σώματα (αναφέρεται σε χώρο όπου δεν μπορεί να γίνει χρήση μηχανισμών ώθησης για ταχύτητητες μεγαλύτερες του φωτός)
278. gravs pl. n. Obs.: βλ. 275
279. grok v: βαθιά ή διαισθητική κατανόηση (όρος του R. A. Heinlein)
280. groundcar n: όχημα εδάφους
281. groundhog n: άτομο που δεν έχει βρεθεί ποτέ στο διάστημα
282. groundside n: επιφάνεια πλανήτη
283. groundside adj: βλ. 282
284. groundside adv: βλ. 282
285. group mind n: ενιαία νοημοσύνη πολλών ατόμων
286. -h- infix: προστίθεται ανάμεσα απο τις λέξεις ώστε να αλλοιωθεί η έννοια τους προς το πιο απόκοσμο
287. hard‐core science n: σκληροπυρηνική ε.φ. (βασιζόμενη σε επιστημονικά δεδομένα)
288. hard science fiction n: βλ. 287
289. heat ray n: ακτίνα θερμότητας
290. helicab n: ελικόπτερο + ταξί
291. helicar n: ελικόπτερο + αυτοκίνητο
292. hive mind n: συλλογική νοημοσύνη εντόμων (ή εντομοειδών εξωγήινων)
293. holo n: ολόγραμμα
294. holo- prefix: α΄συνθετικό για έννοιες συσχετιζόμενες με ολογράμματα
295. holocam n: ολογραφική κάμερα
296. holocamera n: βλ. 295
297. holodeck n: ολογραφικό κατάστρωμα
298. hologram n: ολόγραμμα
299. holoscreen n: ολογραφική οθόνη
300. holotank n: χώρος όπου μπορεί να εμφανιστεί έαν ολόγραμμα
301. holovision n: ολογραφική τηλεόραση
302. home galaxy n: ο δικός μας γαλαξίας
303. home planet n: ο πλανήτης καταγωγής
304. home star n: το άστρο καταγωγής
305. home system n: το (ηλιακό) σύστημα καταγωγής
306. homeworld n: ο κόσμος καταγωγής
307. Homo superior n: μετεξέλιξη του Σάπιενς
308. horror n: είδος ε.φ.
309. Hugo n: βραβείο ε.φ. (κατα τον Hugo Gernsback, που δημοσίευσε το πρώτο περιοδικό αφιερωμένο αποκλειστικά στην ε.φ.)
310. humanoid n: ανθρωποειδές
311. humanoid adj: βλ. 310
312. hyperdrive n: μηχανισμός για κίνηση ταχύτερη του φωτός
313. hyperspace n: υπερσύμπαν, στο οποίο επιτυγχάνεται η FTL
314. hyperspatial adj: υπερχώρος
315. hyperspeed n: ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός
316. hypnopaedia n: υπνοπαιδεία
317. illo n: ακρωνύμιο του illustration an illustration, αναφερόμενο σε περιοδικά ε.φ.
318. imaginative fiction n: λογοτεχνία που επιδιώκει την γνωστική αποξένωση
319. impervium n: άφθαρτη ή αδιαπέραστη ουσία
320. impossible story n: έργο της 318
321. infodump n: υπερβολική ποσότητα πληροφοριών που εμβολίζεται σε μια ιστορία ε.φ.
322. inner space n: το υποσυνείδητο
323. insectoid n: εντομοειδές εξωγήινο ον
324. insectoid adj: βλ. 323
325. in-system adj: κάτι που λειτουργεί εντός ηλιακού συστήματος
326. in-system adv: βλ. 325
327. inter-dimensional adj: διαδιαστατικό
328. interplanetary n: διαπλανητικό
329. intersystem adj: διασυστημικό (για ηλιακά συστήματα)
330. interworld adj: διακοσμικό
331. intra-system adj: ενδοσυστημικό (για ηλιακά συστήματα)
332. ion drive n: ιοντικός κινητήρας
333. ish n: τεύχος περιοδικού
334. jack in v: το να συνδέεις εγκέφαλο με υπολογιστή
335. Jovian n: κάτοικος του Δία
336. jump n: μεταπήδηση απο ένα σημείο του σύμπαντος σε κάποιο άλλο
337. jump v: ρήμα του 336
338. jump drive n: κινητήρας ή διαστημόπλοιο μεταπήδησης β. 336
339. jump engine n: βλ. 338
340. jump gate n: πύλη μεταπήδησης
341. jump point n: σημείο μεταπήδησης
342. jump ship n: διαστημόπλοιο κινούμενο με μεταπήσηση
343. jump space n: ο χώρος (υπερσύμπαν) στο οποίο βρίσκεται το διαστημόπλοιο όταν μεταπηδά
344. Jupiterian n: βλ. 335
345. Klingon n: Κλινγκόνιος
346. K/S abbr: Kirk/Spock
347. landing cradle n: σημείο πρόσδεσης διαστημοπλοίου
348. laser gun n: όπλο λέιζερ
349. lay story n: ιστορία γραμμένη απο οπαδούς ε.φ. στην οποία ένας χαρακτήρας από ένα υπάρχον φανταστικό σύμπαν έχει σεξουαλική επαφή.
350. lettercol n: στήλη περιοδικού με γράμματα αναγνωστών
351. letterhack n: αναγνώστης που γράφει συνήθως σε περιοδικά ε.φ.
352. letterzine n: fanzine στο οποίο το περιεχόμενο αποτελείται κυρίως ή εξ ολοκλήρου από τις επιστολές που υποβάλλουν οι αναγνώστες
353. levitator n: συσκευή που εξουδετερώνει τη βαρύτητα
354. lifeboat n: σωσίβια λέμβος διαστημοπλοίων
355. lifepod n: βλ. 354
356. lifeship n: βλ. 354
357. light n: ταχύτητα φωτός
358. light sail n: ίστιο φωτός
359. light-speed n: μέτρηση ταχύτητας με μονάδα την ταχύτητα του φωτός
360. little green man n: πράσινο ανθρωπάκι (εξωγήινος)
361. loc abbr: letter of comment
362. Luna n: Σελήνη
363. Luna City n: σεληνούπολη
364. Lunarian n: κάτοικος Σελήνης
365. mad scientist n: τρελοεπιστήμονας
366. mag- prefix: πρώτο συνθετικό με έννοιες σχετικές με μαγνητισμό
367. mainstream n: κυρίαρχο ρεύμα
368. mainstream n: βλ. 367
369. mainstream adj: βλ. 367
370. Martian n: κάτοικος του Άρη
371. Mary Sue n: είδος ιστορίας με θηλυκή πρωταγωνίστρια (παρωδία)
372. matrix n: εικονική πραγματικότητα
373. matter transmission n: τηλεμεταφορά ύλης
374. matter transmitter n: τηλεμεταφορέας ύλης
375. matter transmitting adj: βλ. 373
376. meat puppet n: το ανθρώπινο σώμα σε αντιδιαστολή με το άβαταρ της εικονικής πραγματικότητας
377. mech n: ρομπότ
378. megayear n: ένα εκατομμύριο χρόνια
379. Mercurian n: κάτοικος του Ερμή
380. microbook n: μικροσκοπικό βιβλίο (όρος του 1943)
381. military science fiction n: είδος ε.φ.
382. mindlink n: τηλεπαθητική επικοινωνία
383. mind-meld n: συνένωση πνευμάτων (όρος του Σταρ Τρεκ)
384. mind-meld v: βλ. 383
385. mind shield n: ασπίδα κατά της τηλεπαθητικής επέμβασης στο μυαλό
386. monster movie n: ταινία με τέρατα
387. moon base n: βάση στη Σελήνη
388. moonsuit n: σκάφανδρο για τη Σελήνη
389. morph n: σώμα-φωτοτυπία
390. morph v: το να μεταμορφώνεις σώμα σε άλλη μορφή
391. mosaic novel n: νουβέλα μωσαϊκό
392. motherworld n: πλανήτης καταγωγής
393. multigeneration ship n: διαστημόπλοιο πολλών γενεών
394. multiversal adj: πολυσυμπαντικό
395. multiverse n: πολυσύμπαν
396. mundane n: μη οπαδός ε.φ.
397. mundane adj: βλ. 396
398. mundania n: οι εκτός του fandom άνθρωποι
399. mutant n: δημιούργημα πολλαπλών γενετικών μεταλλάξεων
400. mutation n: βλ. 399
401. mutie n: βλ. 399
402. nanite n: νανίτης
403. nanobot n: βλ. 402
404. Naval Terms: (αστρο-) ναυτικοί όροι
405. Nebula n: βραβείο συγγραφέων ε.φ.
406. needle v: το να πυροβολείς με ακτινοβόλο
407. needle beam n: λεπτή ακτίνα εκτοξευομένη απο ακτινοβόλο
408. needle gun n: όπλο που εκτοξεύει μικρά μεταλλικά αντικείμενα
409. needler n: βλ. 408
410. needle ray n: βολή ακτινοβόλου
411. neo n: οπαδός της νέας ε.φ.
412. neofan n: βλ. 411
413. Neptunian n: κάτοικος του Ποσειδώνα
414. neural adj: εξάρτημα συνδεδεμένο άμεσα με τον εγκέφαλο
415. neuronic adj: όπλο που επηρεάζει τον εγκέφαλο ή το νευρικό σύστημα
416. newspeak n: νέα γλώσσα (όρος του Όργουελ)
417. newszine n: περιοδικό (fanzine) που εκτυπώνει κυρίως νέα.
418. New Wave n: νέα τάση ε.φ. με όχι σκληροπυρηνικό επιστημονικό υπόβαθρο
419. non-genre adj: mainstream.
420. nonhumanoid n: μη ανθρωποειδής (εξωγήινος)
421. nontelepath n: μη τηλεπαθητικός
422. non-terrestrial adj: μη γήινος
423. normal space n: σύμπαν με φυσικούς νόμους σχεδόν όμοιους με εκείνους του δικού μας
424. nova v: το να προκαλείς έκρηξη νεολαμπούς
425. nova bomb n: όπλο με εξαιρετικά ισχυρό εκρηκτικό
426. novum n: πρωτοφανές στοιχείο σε έργο ε.φ.
427. null-g n: μηδενική βαρυτική επιτάχυνση
428. null-grav n: μηδενική βαρύτητα
429. ob prefix: ακρ. της υποχρέωσης
430. off-earth adj: μη καταγόμενο απο τη γη
431. off-earth adv: πολύ μακριά απο τη γη
432. off-planet n: πολύ απομακρυσμένος πλανήτης
433. off-planet adj: πολύ μακριά απο τον πλανήτη καταγωγής ή αφετηρίας
434. off-planet adv: βλ. 433
435. off-trail adj: μη εύκολα κατηγοριοποιήσιμη ιστορία ε.φ.
436. off-world n: βλ. 432
437. off-world adj: βλ. 432
438. off-world adv: βλ. 432
439. offworlder n: καταγόμενος ή ερχόμενος απο άλλον πλανήτη
440. oldspeak n: παλαιά ομιλία (όρος του Όργουελ)
441. on-planet adj: πάνω στον πλανήτη
442. on-planet adv: βλ. 441
443. on-world adj: βλ. 441
444. on-world adv: βλ. 441
445. orbital n: διαστημικός σταθμός σε τροχιά γύρω από έναν πλανήτη ή ένα αστέρι
446. organlegger n: κλέφτης οργάνων
447. other-dimensional adj: απο άλλη διάσταση
448. outplanet n: απομακρυσμένος κόσμος (πλανήτης στις παρυφές του γαλαξία ή εκτός του)
449. outplanet adj: βλ. 448
450. outsystem adj: άλλο ηλιακό σύστημα
451. outsystem adv: βλ. 450
452. outworld n: βλ. 441
453. outworld adj: βλ. 441
454. outworlder n: βλ. 439
455. overdrive n: κινητήρας που επιτρέπει σε διαστημόπλοια να ταξιδεύουν ταχύτερα του φωτός
456. overmind n: υπερνοημοσύνη που συγκροτείται απο πλήθος εγκεφάλων
457. pangalactic adj: πανγαλακτικό
458. pantropy n: παντροπία (ο όρος έχει αποδοθεί ξερά σε μόνο 6 σελίδες του Γκουγκλη), αναφέρεται στη γενετική μετατροπή του ανθρωπινού σώματος για να καθίσταται δυνατή η κατοικηση στο διάστημα
459. parahuman n: παράνθρωπος, αναφέρεται σε cyborgs και όχι σε ευρώστους αυστραλοπιθήκους
460. parahuman adj: βλ. 459
461. parallel universe n: παράλληλο σύμπαν
462. parallel world n: βλ. 461
463. parking orbit n: τροχιά στάθμευσης διαστημοπλοίων
464. passifan n: μη δραστηριοποιούμενος οπαδός ε.φ.
465. personalzine n: fanzine που γράφεται απο ένα άτομο
466. perzine n: βλ. 465
467. phaser n: ενεργειακό όπλο που πυροδοτεί μια ακτίνα που μπορεί να ρυθμιστεί σε διαφορετικούς βαθμούς έντασης
468. plane n: επίπεδο πνευματικού είναι ή ύπαρξης
469. planetary engineering n: μεγάλης κλίμακας τροποποίηση του περιβάλλοντος ή της γεωγραφίας ενός πλανήτη
470. planetary romance n: υποείδος ε.φ. στο οποίο το κύριο μέρος της δράσης διαδραματίζεται σε έναν ή περισσότερους εξωτικούς πλανήτες, που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερο φυσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο
471. planet-bound adj: αυτός που δεν μπορεί ή δεν θέλει να βγει έξω απο τον πλανήτη όπου κατοικεί
472. planet-buster n: όπλο ικανό να καταστρέψει έναν ολόκληρο πλανήτη
473. planeteer n: κάποιος που ταξιδεύει ή εξερευνά άλλους πλανήτες
474. planetfall n: προσεδάφιση σε πλανήτη
475. planet-killer n: βλ. 472
476. planetographer n: πλανητογράφος (;)
477. planetography n: πλανητογραφία
478. planetscape n: πλανητική τοπογραφία
479. planetside n: επιφάνεια πλανήτη
480. planetside adj: βλ. 479
481. planetside adv: βλ. 479
482. planet-smasher n: βλ. 472
483. planet-wide adj: παν-πλανητικό
484. planet-wrecker n: βλ. 472
485. plasteel n: υλικό που συνδυάζει ιδιότητες πλαστικού και ατσαλιού
486. plastiskin n: ταχνητό δέρμα
487. Plutonian n: κάτοικος του Πλούτωνα
488. pocket universe n: τεχνητό σύμπαν μικρού σχετικά μεγέθους
489. pod person n: ανθρωπόμορφος εξωγήινος ή ξενιστής εξωγήινου
490. positronic adj: ποζιτρονικό
491. post-apocalypse adj: μεταποκαλυπτικό
492. post-apocalyptic adj: βλ. 491
493. post-catastrophe adj: βλ. 491
494. post-cyberpunk adj: μετακυβερνοπάνκ, είδος ε.φ.
495. post-holocaust adj: βλ. 491
496. posthuman n: μετά-άνθρωπος
497. posthuman adj: μετά-ανθρώπινος
498. posthumanism n: μετά-ανθρωπισμός
499. posthumanist adj: βλ. 498
500. posthumanity n: μετά-ανθρωπότητα
501. precog n: κάποιος που μπορεί να δει το μέλλον με την (τηλεπαθητική) ικανότητα της προγνώρισης
502. precog v: το να βλέπεις το μέλλον β.λ. 501
503. pre-space adj: προδιαστημική εποχή
504. prespaceflight adj: βλ. 503
505. pressor n: εξάρτημα που στέλνει ακτίνα σπρωξίματος
506. pressor beam n: ακτίνα του 505
507. pressure suit n: προστατευτικό ένδυμα, για χρήση σε χώρους με χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση ή εξωτερικό χώρο
508. prime directive n: πρωταρχική Οδηγία που αφορά τη μη παρέμβαση στην εξέλιξη άλλων πολιτισμών (Σταρ Τρεκ)
509. probability world n: πιθανό σύμπαν ή γραμμή χρόνου
510. prodom n: ο κόσμος των επαγγελματιών συγγραφέων
511. promag n; επαγγελματικά δημοσιευμένο περιοδικό, που δημοσιεύει επιστημονική φαντασία ή φαντασία
512. proto-cyberpunk adj: πρωτο-κυβερνοπάνκ
513. proto-science fiction n: λογοτεχνία που γράφτηκε πριν από την εμφάνιση της επιστημονικής φαντασίας ως ξεχωριστό είδος
514. prozine n: βλ. 511
515. pseudo-grav n: τεχνητή βαρύτητα
516. pseudo-gravity n: βλ. 515
517. pseudo-science n: ψευδοεπιστήμη
518. pseudo-scientific adj: ψευδοεπιστημονικό
519. psionic adj: παραψυχολογικές ικανότητες
520. psionically adv: βλ. 519
521. psionics n: βλ. 519
522. pub v : δημοσίευση
523. pulp science fiction n: φτηνιάρικη ε.φ.
524. raise v: απογείωση, αποπλανήτωση (;)
525. ramscoop n: ηλεκτρομανγητικό πεδίο στην πλώρη του διαστημοπλοίου που εξουδετερώνει ή παγιδεύει την διαστρική ύλη, το Υδρογόνο
526. ray v: το να πυροβολείς με ακτινοβόλο
527. ray gun n: ακτινοβόλο
528. ray projector n: συσκευή που προβάλλει μια δέσμη ενέργειας
529. reaction drive n: αρχύτερη του φωτός μέθοδος διαστημικής πλεύσης, όπου παράγεται ώθηση με εκτίναξη της ύλης σε κατεύθυνση αντίθετη εκείνης της πορείας
530. redshirt n: χαρακτήρας που σκοτώνεται γρήγορα, κατα τα κόκκινα μπλουζάκια που φορούσαν τα μέλη του πληρώματος στο Star Trek, τα οποία σκοτώθηκαν αμέσως μετά την άφιξή τους σε έναν ξένο πλανήτη (κοκκινογέλεκοι :lol: )
531. relaxacon relaxicon n: χαλαρή οργάνωση οπαδών ε.φ.
532. replicant n: τεχνητός βιολογικός οργανισμός που μοιάζει με άνθρωπο
533. rim world n: πλανήτης στις παρυφές του γαλαξία
534. robo- prefix: ρομποτικό (συνθετικό)
535. robot n: ρομπότ
536. robotic adj: ρομποτικό
537. roboticist n: κατασκευαστής ρομπότ
538. robotics n: ρομποτική
539. Robots: βλ. 535
540. rocketeer n: άνθρωπος που κινείται με πυραύλους
541. rocketman n: βλ. 540
542. round robin n: ιστορία γραμμένη από διάφορους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους προσθέτει ένα τμήμα με τη σειρά του
543. sapience n: σοφία
544. sapient n: σοφός
545. sapient adj: βλ. 545
546. Saturnian n: κάτοικος του Κρόνου
547. science fantasy n: το σύνολο ε.φ. και φαντασίας
548. science fiction n: ε.φ.
549. science-fictional adj: βλ. 548
550. science-fictionality n: βλ. 548
551. science-fictionally adv: βλ. 548
552. science fictioneer n: ε.φ. -ιστής
553. science fictioner n: ταινία ε.φ.
554. science fictionist n: βλ. 552
555. science-fictiony adj: ε.φ. -ικό
556. science story n: ιστορία ε.φ.
557. scienti- pref: επιστημο- (συνθετικό για έννοιες της ε.φ.)
558. scientifantasy n: φανταστική μυθοπλασία.
559. scientific fantasy n: επιστημονική μυθοπλασία (;)
560. scientific fiction n: ε.φ.
561. scientific romance n: όρος του 19ου για φανταστικές ή απίθανες επιστημονικές υποθέσεις
562. scientifiction n: ε.φ.
563. scientifictional n: ε.φ. -ικό
564. scientifictionist n: οπαδός ή συγγραφέας ε.φ.
565. scientifilm n: ταινία ε.φ.
566. sci-fi abbr: ε.φ.
567. sci-fic abbr: ε.φ.
568. seetee adj: CT < contraterrene: αντιγήινο
569. Selenite n: ιθαγενής της Σελήνης
570. semi-prozine n: ημιεπαγγελματικό περιοδικό ε.φ.
571. sense of wonder n: αίσθημα αφύπνισης
572. sentience n: έλλογο όν
573. sentient n: βλ. 572
574. sentient adj: βλ. 573
575. sercon n: σοβαρή + εποικοδομητική
576. sercon adj: βλ. 575
577. SF abbr: ε.φ.
578. SF/F/H abbr: ε.φ / φ / τρόμου
579. SF-ish adj: ε.φ. -ικό
580. SFnal abbr: βλ. 579
581. sharecrop n: βλ. 584
582. sharecrop v: βλ. 584
583. sharecropper n: βλ. 584
584. sharecropping n: (επίμορτη αγροληψία) αφορά τα πνευματικά δικαιώματα του συγγραφέα
585. shared world n: φανταστικό σύμπαν στο οποίο πολλοί συγγραφείς έβαλαν τις ιστορίες τους
586. shield n: πεδίο δύναμης
587. ship n: διαστημόπλοιο
588. shipper n: οπαδός ε.φ. που παρακολουθεί στενά τις διαπροσωπικές σχέσεις χαρακτήρων
589. shuttle n: διαστημικό λεωφορείο
590. shuttlecraft n: βλ. 589
591. shuttleport n: χώρος που προορίζεται για χρήση διαστημικών λεωφορείων
592. singularity n: μοναδικότητα
593. skiffy n: ε.φ.
594. skimmer n: μικρό αεροσκάφος σχεδιασμένο για πτήση χαμηλού υψομέτρου
595. skinsuit n: εφαρμοστή διαστημική στολή για σύντομη χρήση
596. slan n: μέλος φυλής υπερανθρώπων
597. slan shack n: κάποιο όνομα μέλους φυλής υπερανθρώπων
598. slash n: φωτοσοπιά οπαδού ε.φ. που απεικονίζει μια σεξουαλική σχέση μεταξύ δύο χαρακτήρων
599. sleeper ship n: διαστημόπλοιο κινούμενο αρχύτερα της ταχύτητας τους φωτός στο οποίο οι επιβάτες του βρίσκονται σε νάρκη
600. slidewalk n: βλ. 601
601. slideway n: κίνηση σε ράγες (οριζόντιος ανελκυστήρας)
602. slipstream n: ε.φ. -φανής λογοτεχνία
603. slower-than-light adj: αρχύτερα του φωτός
604. slugthrower n: όπλο που εκτοξεύει βαριά αντικείμενα, π.χ. σφαίρες
605. smeg v: επιφώνημα που εκφράζει θυμό, αηδία, απογοήτευση ή περιφρόνηση
606. smegging adj: βλ. 605
607. smeggy adj: αντικείμενο που προκαλεί το 605
608. smeghead n: άνθρωπος που προκαλεί το 605
609. smof v: συζήτηση για την εσωτερική λειτουργία ενός κύκλου οπαδών ε.φ.
610. SMOF n: secret master of fandom: Μυστικός άρχοντας του κύκλου οπαδών ε.φ. (ειρωνικά)
611. soft science fiction n: ε.φ. όπου το "επιστημονική" αφορά τις πνευματικές και όχι τις θετικές επιστήμες
612. Sol n: ο ήλιος
613. Sol III n: η γη
614. Solarian n: κάτοικος του ηλιακού συστήματος της γης
615. Solarian adj: βλ. 614
616. solido n: βλ. 617
617. solidograph n: solid + photograph: τρισδιάστατη απεικόνιση
618. Sol-type n: αστέρι όμοιο με τον ήλιο
619. soma n: ναρκωτικό ποτό (όρος απο το Brave New World)
620. somewhen adv: σε κάποιον άλλον χρόνο
621. sophont n: σοφός
622. space v: το να ταξιδεύεις στο διάστημα
623. space alien n: εξωγήινος
624. space ark n: διαστημική κιβωτός
625. space armor n: διαστημική στολή
626. spaceboat n: μικρό διαστημόπλοιο (λέμβος), το οποίο χρησιμοποιείται για πραγματοποίηση σύντομων ταξιδιών από ένα μεγαλύτερο διαστημόπλοιο
627. spaceboot n: παπούτσια για χρήση στο διάστημα ή σε άλλους κόσμους
628. space-borne adj: ικανός να ταξιδεύει στο διάστημα
629. space-burned adj: σκούροχρωμο ή κατεστραμμένο δέρμα απο την διαστρική ακτινοβολία
630. space cadet n: εκπαιδευόμενος αστροναύτης
631. space can n: διαστημόπλοιο
632. space car n: διαστημόπλοιο
633. space colony n: αποικία διαστήματος
634. spacecraft n: διαστημόπλοιο
635. space cruiser n: διαστημόπλοιο
636. space dock n: διαστημικός νεωδόχος
637. space dog n: βλ. 656
638. space drive n: σύστημα προώθησης διαστημοπλοίου
639. Space Drives: βλ. 638
640. space elevator n: διαστημικός ανελκυστήρας
641. spacefarer n: διαστημάνθρωπος
642. spacefaring n: διαστημικό ταξίδι
643. spacefaring adj: βλ. 642
644. space fiction n: είδος ε.φ. που καταπιάνεται με διαστημικά ταξίδια
645. spacefield n: διαστημοδρόμιο
646. space fleet n: διαστημικός στόλος
647. space flier n: βλ. 642
648. space flight n: διαστημική πτήση
649. space flyer n: διαστημόπλοιο
650. space flying n: βλ. 648
651. space force n: διαστημική δύναμη (στρατός)
652. space freighter n: φορτηγό διαστημόπλοιο
653. space-going adj: ικανός για διαστημικό ταξίδι
654. spacehand n: χαμηλόβαθμο-έμπειρο μέλος πληρώματος
655. space helmet n: κράνος
656. spacehound n: έμπειρος αστροναύτης
657. space lane n: διαδρομή μέσα από το διάστημα μεταξύ δύο κόσμων
658. spaceline n: εταιρεία που πραγματοποιεί πτήσεις διαστημικών επιβατών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κόσμων
659. spaceliner n: διαστημικό κρουαζιερόπλοιο
660. spacelock n: διαστημικός θάλαμος αποσυμπίεσης
661. spaceman n: άτομο που εργάζεται ή ταξιδεύει στο διάστημα
662. spacemanship n: ικανότητα πλοήγησης διαστημοπλοίου
663. space marine n: πολεμιστής του διαστήματος
664. space navigator n: πλοηγός διαστήματος
665. space opera n: διαστημική όπερα
666. space operatic n: αναφορικά με τη διαστημική όπερα
667. space patrol n: διαστημική χωροφυλακή
668. space person n: εξωγήινος
669. space pirate n: διαστημικός πειρατής
670. spaceport n: βλ. 645
671. spacer n: βλ. 661
672. spaceship n: διαστημόπλοιο
673. space-sick adj: πάσχοντες απο διαστημική ασθένεια
674. space-sickness n: διαστημική ασθένεια, λόγω έλλειψης βαρύτητας
675. spacesuit n: σκάφανδρο
676. space tan n: βλ. 629
677. space-tanned adj: βλ. 629
678. space travel n: διαστημικό ταξίδι
679. space traveler n: διαστημικός ταξιδιώτης
680. space-traveling n: το να ταξιδεύεις στο διάστημα
681. space-traveling adj: βλ. 680
682. space tug n: μικρό διαστημόπλοιο που χρησιμοποιείται για εργασίες μικρής εμβέλειας, όπως έργα κατασκευής στο διάστημα κ.λπ.
683. space vehicle n: διαστημικό όχημα
684. space vessel n: διαστημόπλοιο
685. spaceward adj: προς τον διαστρικό χώρο
686. spaceward adv: βλ. 685
687. space warp n: χωροδίνη
688. spaceways pl. n: διαστρικές διαδρομές
689. spacewoman n: διαστημο-γυναίκα
690. spaceworthiness n: βλ. 691
691. spaceworthy n: η ετοιμότητα για διαστημικά ταξίδια
692. space yacht n: διαστημιό γιώτ
693. spaceyard n: μέρος όπου κατασκευάζονται ή επισκευάζονται διαστημόπλοια
694. spec fic abbr: ακρωνύμιο του speculative fiction βλ. 695
695. speculative fiction n: το φανταστικό
696. spinward adv: συμπεριστρεφόμενο
697. spy ray n: εξάρτημα που διαβάζει σκέψεις
698. Standard n: γλώσσα ομιλουμένη απο πολλά είδη
699. starbase n: αστροβάση
700. star-cruiser n: διαστημόπλοιο μεγάλου μεγέθους
701. star drive n: μηχανισμός υπερφωτώθησης
702. starfarer n = αστροταξιδιωτης
703. starfaring n = αστροταξιδο
705. starfleet n = αστροστολος
707. stargate n =αστροπυλη
708. starlanes pl. n = αστρολωριδες
712. starport n =αστροδρομιο
713. starship n = αστροπλοιο
720. stasis field n = στατικο πεδιο
731. stun gun n = καθηλωτης (?) :smt017
732. stunner n
734. sub-ether n = υποαιθερας
735. sub-etheric adj = υποαιθεριος
745. super-science n = υπερεπιστημη
746. super-scientific adj = υπερεπιστημονικο
747. super-scientist n = υπερεεπιστημονας
748. super-weapon n = υπεροπλο
749. system-wide adj = διασυστηματικος
751. tardis n = ΧΚΣΔΣΧ :smt033 :smt030 :smt033
761. temporal paradox n = χρονικο παραδοξο
763. Terra n = Γαια
764. terraform v = γαιομορφωνω
765. terraformed adj = γαιομορφωμενος
766. terraformer n = γαιομορφωτης
767. terraforming n = γαιομορφωση
769. Terran n = Γηινος
770. Terran adj = Γηινο
781. timecop n = χρονομπατσος (?)
782. time hopper n = χρονοταξιδιωτης
783. timeline n = χρονοδιαγραμμα
784. time machine n = χρονομηχανη
785. time paradox n = χρονικο παραδοξο
786. timepath n = χρονοπαθητικος
787. timescape n = χρονοδιαφυγη
788. timeslip n = χρονοσφαλμα
789. time storm n = χρονοκαταιγιδα
790. time stream n = χρονοροη
791. time-track n = χρονοσπασιμο/χρονορωγμη
800. time warp n = χρονικη παραμορφωση/στρεβλωση/διαστρεβλωση
801. tin can n: κονσέρβα (διαστημόπλοιο ή διαστημικός σταθμός)
802. torch n: αντιδραστήρας σύντηξης που λειτουργεί ως κινητήρας διαστημοπλοίου
803. torch v: το να κινείται δισστημόπλοιο με αντιδραστήρα σύντηξης
804. torch drive n: διαστημική πτήση που επιτυγχάνεται με αντιδραστήρα σύντηξης
805. torchship n: διαστημόπλοιο που έχει κινητήρα σύντηξης
806. tractor n: ακτίνα ρυμούλκησης
807. tractor beam n: βλ. 806
808. transdimensional adj: υπερδιαστατικό
809. transgalactic adj: υπεργαλαξιακό
810. transhuman n: μετασχηματισμένος άνθρωπος
811. transhuman adj: (επιθετο) βλ. 810
812. transhumanity n: μετασχηματισμένη ανθρωπότητα
813. Trekker n: οπαδός της σειράς Στάρ Τρεκ
814. Trekkie n: βλ. 813
815. tri-D n: τρισδιάστατη εικόνα
816. tri-D adj: (επίθετο) βλ. 815
817. trideo n: τρισδιάστατο βίντεο
818. tri-di n., adj: τρισδιάστατο
819. tri-dim n: συσκευή που προβάλλει τρισδιάστατες εικόνες
820. triffid n: φυλή εξωγήινων (όρος απο το The Day of the Triffids)
821. tri-v n: βλ. 818
822. tri-vid n: βλ. 819
823. trufan n: φανατικός οπαδός ε.φ.
824. Tuckerism n: η ονοματοδοσία χαρακτήρων με ονόματα ατόμων γνωστών του συγγραφέα
825. Tuckerize v: βλ. 824
826. Twonk's disease n: φανταστική ασθένεια που λέγεται ότι πλήττει τους οπαδούς της επιστημονικής φαντασίας
827. uchronia n: ουχρονία, έργο εναλλακτικής ιστορίας
828. ultradrive n: κινητήρας για ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός
829. ultraphone n: εξάρτημα για επικονωνίες ταχύτερες του φωτός
830. ultraviolence n: ακραία βία (όρος απο το Κουρδιστό Πορτοκάλι)
831. ultrawave n: βλ. 829
832. unhuman n: μη ανθρώπινο έλλογο ον
833. universe n: σύνολο έργων ε.φ.
834. unperson n: άτομο που έχει εκτελεστεί και έχει εξαφανιστεί απ' όλα τα αρχεία
835. unsuit v: το να βγάζεις τη διαστημική στολή
836. unsuited adj: χωρίς διαστημική στολή
837. uplift n: μετατροπή ενός αλόγου όντος σε έλλογο
838. uplift v: το να μετατρέπεις ένα άλογο ον σε έλλογο
839. uplifting n: βλ. 838
840. uptime adj: απο το μέλλον
841. uptime adv: βλ. 840
842. Uranian n: κάτοικος του πλανήτη Ουρανού
843. utopia n: ουτοπία
844. vac suit n: στολή του κενού (διαστημική στολή)
845. vacuum suit n: βλ. 844
846. Venerian n: κάτοικος της Αφροδίτης
847. Venusian n: βλ. 846
848. -verse suffix: διά-στημα (συνθετικό)
849. vessel n: διαστημόπλοιο
850. vibroblade n: όπλο με λόγχη που πάλλεται πολύ γρήγορα
851. vibroknife n: βλ. 850
852. vid n: βιντεοσκόπηση
853. videophone n: τηλέφωνο με εικόνα (κάποτε ήταν ε.φ.)
854. vidphone n: βλ. 853
855. vidscreen n: οθόνη
856. viewphone n: βλ. 853
857. viewplate n: οθόνη του 853
858. viewport n: οθόνη διαστημοπλοίου που δείχνει ο,τι θα έδειχνε ένα παράθυρο
859. viewscreen n: οθόνη διαστημοπλοίου που δείχνει αμφίδρομα ο,τι θα έδειχνε ένα παράθυρο
860. virus n: υπολογιστής που παράγει ιούς υπολογιστών
861. vision plate n: βλ. 859
862. vision screen n: βλ. 859
863. visiphone n: βλ. 853
864. visiplate n: βλ. 853
865. visiscreen n: βλ. 859
866. waldo n: εξωσκελετός-διαστημική στολή
867. wallscreen n: οθόνη που καλύπτει όλο ή το μεγαλύτερο μέρος ενός τοίχου (το 1936 ήταν ε.φ.)
868. warp n: χωροχρονική δίνη
869. warp v: το να ταξιδεύεις μέσω χωροχρονικής δίνης
870. warp drive n: κινητήρας που πλάθει χωροχρονική δίνη
871. warp speed n: ταχύτητα δίνης
872. Weapons: όπλα ε.φ.
873. webcast n: εκπομπή αναμεταδιδομένη μέσω διαδικτύου
874. Whovian n: οπαδός της σειράς Doctor Who
875. widescreen baroque n: υποείδος της ε.φ. που χαρακτηρίζεται απο βία, ίντριγκες, υπερβολικές ρυθμίσεις ή δράσεις και γρήγορο ρυθμό
876. wirehead n: κάποιος που διεγείρει άμεσα τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου τους με ηλεκτρικό ρεύμα, ειδικά κάποιον εθισμένο σε αυτή τη δραστηριότητα.
877. wireheading n: (ρήμα) βλ. 876
878. world-building n: κοσοπλασία
879. worldlet n: πλανετοειδές
880. worm n: σκουλήκι υπολογιστών
881. xeno- prefix: ξένο- (συνθετικό)
882. xenoanthropology n: επιστήμη που μελετά εξωγήινους πολιτισμούς
883. xenobiological adj: επιστήμη που μελετά εξωγήινους οργανισμούς
884. xenobiologist n: επιστήμονας (βλ. 883)
885. xenobiology n: ξενοβιολογία
886. xenocide n: θανάτωση ή απόπειρα θανάτωσης ενός ολόκληρου ξένου είδους
887. xenolinguist n: επιστήμη που μελετά εξωγήινες γλώσσες
888. xenological n: (επ[ιθετο) βλ. 890
889. xenologist n: επιστήμονας που μελετά εξωγήινους
890. xenology n: επιστήμη που μελετά εξωγήινους (το ξενολογία υπάρχει ήδη)
891. X-Phile n: οπαδός της σειράς X-Files
892. zero-g n: μηδενικό τζι
893. zero gravity n: μηδενική βαρύτητα
894. zine n: περιοδικό ε.φ.
895. -zine suffix: (συνθετικό) για έννοιες σχετικές με περιοδικά ε.φ.
896. Zines: τα διάφορα ε.φ. περιοδικά
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 9th, 2017, 2:03 am

1. after shave: μετάξυ (© LOUROS), μεταθρίχιο, τσουχτρευωδιά, τσουχτρεύωδο, μετάξυρο

2. Alderson disk: δισκουμένη (του Alderson)

3. attention whore: παγκαλάκος / -κι (© clot), ομφαλεφιστών / -ώσα, προσοχοκράχτης / -ισσα, αυτοκράχτης / -ισσα, προσοχοπορνίδιο (© Εσχατόγερος), προσοχολιμάρα (© fagano3), προσοχολινάτσα

4. Bernal sphere / Stanford torus: βαρυτόκρικος

5. Bioship: βιόπλοιο / βιοπλοίο (© Alchemist501), βιοαστρόπλοιο (© killerbee), εμβιόφρακτο

6. Blaster: πλασμοπίστολο (© killerbee), πάλμοιστρο

7. broadcast: διεκπομπή (© Sophistes), υπερεκπομπή (© Sophistes), πανεκπομπή (© Spiros252)

8. bukkake: σπερματοκάλυψη (© Dwarven Blacksmith)

9. bullying: ταυρισμός (© Εσχατόγερος), διεκφοβισμός (© fagano3)

10. Burkini: περισωματίδα

11. Bussard ramjet: υλαδράχτης (του Bussard)

12. Byte 10^00: δυφιόλεξη (© Spiros252), δυφιόγραμμα (© Spiros252), οκταδύφιο (© Spiros252), ογδήκιστο (οκτώ + ήκιστο: Bit)

13. Byte 10^03 (Kilobyte): χιλιογδήκιστο, χιλιοδυφιόγραμμα (© Spiros252)

14. Byte 10^06 (Megabyte): μεγαλογδήκιστο, μεγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)

15. Byte 10^09 (Gigabyte): γιγαντογδήκιστο, γιγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)

16. Byte 10^12 (Terabyte): τερατογδήκιστο, τεραδυφιόγραμμα (© Spiros252)

17. Byte 10^15 (Petabyte): πετανογδήκιστο, πεταδυφιόγραμμα (© Spiros252)

18. Byte 10^18 (Exabyte): εξογδήκιστο

19. Byte 10^21 (Zettabyte): επτογδήκιστο

20. Byte 10^24 (Yottabyte): δισογδήκιστο (οκτω + οκτώ + ήκιστο: Bit)

21. Byte 10^27 (Brontobyte): τρισογδήκιστο

22. Byte 10^31 (Geopbyte): τετρακισογδήκιστο

23. Byte 10^33 (?-byte): πεντακισογδήκιστο

24. capital ship (spaceship): διαστημοθωρηκτό (© killerbee), αχανόκροτο

25. carbon nanotube skyscraper: μεγανθρακίονας

26. caster (wave) board: ελικοσανίδα

27. Chat slang: ισθομιλουμένη, ιστιδίωμα

28. chat: μπλαμπλα (© LOUROS), ισθομιλία / -ώ

29. Clip-on: σκιοπρόσθετο, προδεθήλιο (προ + δένω + ήλιος)

30. computronium: υλογιστρόνιο / υλογιστόνιο (ύλη + υπολογιστής) (© Spiros252)

31. crack software: ιστωλεθρικό

32. Cracker: ιστωλετήρας / ιστωλλύω

33. crystal sword: αδαμαντάορας

34. Cyber warrior: ιστωπλίτης

35. Cyberpathy: κυβερνοπάθεια (© Spiros252)

36. Cyborg: μηχανδρείκελο (© Alchemist501), μηχάνδρωπο, ανδρομήχανο

37. dayside: φωτοσφαίριο (© Spiros252), η μεταξύ τους οριακή περιοχή λέγεται ζώνη του λυκόφωτος

38. Debt repayment: ωρχισμός (© Yochanan)

39. Depaysement: αποτοπισμός

40. Docking (devices): πίρωση / -ώνω (© Spiros252) (για τα μικρά αντικείμενα - συσκευές - υλικολογισμικό) Π.χ. Πίρωση ακουστικών, bluetooth σε κινητό

41. Docking (space): προσπίρωση / -ώνω (© Spiros252), προσβλήτρωση / -όνομαι (© Spiros252), προσκομβίωση / -όνομαι (© Dwarven Blacksmith), προσεισφράγιση /-ίζομαι

42. Double penetration: διπλοεισχώρηση (© Dwarven Blacksmith)

43. drone (observation): τηλεωρίτης, μπανιστροζούζουνο

44. drone (tank copter): αερομποτάνκ (© Hellegennes), ερπαεριθύνωπο

45. drone (tri-, quad-, hexacopter): τρι-, τετρα-, εξαβεμβικό

46. drone (UAV): αερομπότ (© Hellegennes), βομβίσκος (© Sophistes), θροΐσκος (© Sophistes), ζίγγος (© Sophistes), τενθρήνιο (© Sophistes), αυτοπλάνο (© TheoPhrm), αερομβώτιο, αεριθύνωπο, κηφηνόπλανο (© κάποιος_Νίκος), κηφηνόπτερο (© κάποιος_Νίκος), πτερήλατο, θρον (© Spiros252), πτεροβέμβικας (για όλα τα παραπάνω, το UCAV: μαχητικό...)

47. drone (UGV): ρομποτάνκ (© Hellegennes), ερπιθύνωπο

48. drone (UUV): υδρομπότ (© Hellegennes), υδροβομβίσκος (© Sophistes), υδροθροΐσκος (© Sophistes), υδροζίγγος (© Sophistes), υδροτενθρήνιο (© Sophistes), υδρομβώτιο, υδροϊθύνωπο

49. Duende: καλλεμψύχαψη, ψυχόριγος (© Spiros252), εγκηροθωπεία = εν + κηρ (ψυχή) + θωπεία, εάν φυσικά ισχύει πως νεκρός = νη (αρνητικό) + κηρ (ψυχή) = άψυχος

50. Dyson sphere: κελυφοτίτανας, τιτανοκέλυφος (© κάποιος_Νίκος), αστροκέλυφος (© Spiros252), ηλιοβράνη (© Spiros252), αστρένδυμα (© Spiros252) (...του Dyson)

51. e-Board: αμφίτροχο (όχι “-σανίδα” γιατί είναι ηλεκτροκίνητο όχημα). Υπάρχει φυσικά και ο όρος αυτοϊσορροπούμενο ηλεκτροκίνητο πατίνι, αλλά αναφέρεται σε πατίνια, δηλαδή τροχοσανίδα με χειρολαβές.

52. e-mail: φωτάγγελμα, λυχνόγραμμα, λυχνόπεμπτο, λυχοδικό (γράμμα), λυχόδιο

53. facial: χυσοβάτισμα

54. faster than light: υπερλυκωκύτητα, υπερφωτώθηση

55. Fernweh: ξεναλγία (© Sophistes), αλαργολαχτάρα, περαντόποθος, οδυσσεϊσμός (© fagano3), αλαργόποθος

56. fffm: τριδοριάλοιφος / -ία, θθθα (© clot)

57. ffm: δικύσθοιφος /-ία

58. Fidget Spinner: σβουροδάκτυλος, νυχοβέμβικας, τριφυλλέλικας, ζαβολιαρόσβιγα, νευροστρόφιγγας, σπαρτα(ρο)ρόδανο > σπαρταρόδανο, νυχόσβουρα, νυχέλικας, νυχόσβιγα, νυχοστρόφιγγας, ροδανόνυχο, δακτυλοβέμβιξ, δακτυλέλικας, δακτυλόσβιγα, δακτυλοστρόφιγγας, δακτυλορόδανο, τριφυλλοβέμβικας, τριφυλλόσβουρα, τριφυλλόσβιγα, τριφυλλοστρόφιγγας, τριφυλλορόδανο, ζαβολιαροβέμβικας, ζαβολιαρόσβουρα, ζαβολιαρέλικας, ζαβολιαροστρόφιγγας, ζαβολιαρόδανο, νευροβέμβικας, νευρόσβουρα, νευρέλικας, νευρόσβιγα, νευρόδανο, σπαρταροβέμβικας, σπαρταρόσβουρα, σπαρταρέλικας, σπαρταρόσβιγα, σπαρταροστρόφιγγας, σβουρέλικας (© sys3x), πλακωθέλικας < πλακωτό + έλικας, τριβαρόσβουρο

59. fmm (dap): συνεδρότρηση

60. fmm (dvp): συμμυρτώρυξη

61. fmm (sandwich): αμφίψωλο

62. fmm (Spit Roast): πεοβελισμός

63. fmmm (airtight): πανοπ(οπ)ληστία > πανοπληστία

64. fmmm (da + vp): φαλλοτριβείο

65. fmmm (dv + ap): τραμιδάλεση

66. Force field: σκέπαυρο

67. foursome: τετροχεία, τεσσεροπάρτουζο (© clot)

68. Frankenfood: διαγονιδίεσμα (διαγονίδιο-εισαγόμενο γονίδιο + έδεσμα), τερατοφάι

69. Fremdschämen: συνεντροπή (© Sophistes), πάραιδως (© άραξον), συναισχύνομαι, συναιδούμαι, συναίδομαι

70. gangbang: συμμοριτοπάταγος (© Τζακ Πάλανς), συμμοριογαμήσι (© Alchemist501 ), οχλοβάτεμα, συγγάμβρισμα / συγγαμβρίζω / συγγαμβρίστρια

71. Gated community: γιαποικία (© Yochanan)

72. Glamping: χλιδοσκήνωση

73. Graviton laser: βαρυτοστίκτης

74. hacker: κενοφάντης, ιστωρύχος, δικτυοτρήτης

75. hacking: κενοφαντία, ιστώρυξη, δικτυότρηση

76. hands-free: ωτέμφυτο, χώρχερο (© LOUROS), λυτρόχειρο, νήχειρο, νηχείραπτο

77. hipster: ασυρμικός, (υπερσυρμικός, μετασυρμικός)

78. home boy: οικόπαιδο (© Σπυρος1), οικοδιάκονος (© κάποιος_Νίκος)

79. hot dog: θερμοκύνιον (© stavmanr), περιαρτοχοίριο (© stavmanr)

80. hypersonic missile: πανήχαυλος, πανυπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος), πενθυπερηχόβλημα (>Mach 5)

81. inertia damper: αλεξέλξιο, αδραν(ει)οαπορροφητής/αδραν(ει)οεκμηδενιστής/αδρανειοαδρανοποιητής (© clot)

82. infrared absorption metamaterial: Υπερυθραπορροφητήρας / φωτονιοφάγος / φωτερυθροφάγος / αλυχνόφιλτρο (© Spiros252), φωνονηδεστής / υπερυθροδεστής

83. Jogging: βραχύδρομος / βράξιμο (© LOUROS), βραδυδρομώ / -ία

84. Kummerspeck: λυπόλιπος, θλιψομασαμπούκες (© fagano3)

85. L’esprit de l’escalier: παραπαύδηση

86. Lofstrom loop: κοσμοπυλώνας (του Lofstrom)

87. Mankini: ωμωρχεοσυνδέτης, καυλιμάντειο

88. medical nanites: βιονίτες

89. Network collapse: πανιστωλεθρία

90. neutronium sword: ουδετερονίδα

91. neutronium: ουδετερονιακό (υλικό)

92. nightside: ερεβοσφαίριο (© Spiros252), η μεταξύ τους οριακή περιοχή λέγεται ζώνη του λυκόφωτος

93. Oculus Rift & HoloLens: μαγόφακος (© LOUROS), ευτόπτρα, ευτοπίοπτρο

94. patchwork family: κασιγνηταδελφική (οικογένεια)

95. phaser: ηλεκτρόβολο (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)

96. Photo bomber: φοντοχαλάστρας, υποβαθροπτωτιστής, υποβαθρεπιβάτης, ανθυποβαθρεπιβάτης (συνοδεία του πρώτου), βαθρεπιβάτης (ο απόλυτος βομβιστής), υποβαθρώσκων

97. Planck (ενέργεια) : ενεργόνιο (© Spiros252)

98. Planck (θερμοκρασία): μεταθερμοκρασία / υπερκρασία / εξωθερμοκρασία / εξωκρασία (© Spiros252)

99. Planck (μάζα): ψυλλώνιο / ψυλλόνιο (© Spiros252)

100. Planck (μήκος): οδόνιο (© Spiros252)

101. Planck (φορτίο): δωδεκατρόνιο (© Spiros252)

102. Planck (χρόνος): χρονόνιο (© Spiros252)

103. portmanteau word: λεξαποσκευή

104. Post-scarcity economy: μετανεμπληστική (κοινωνία)

105. Projection keyboard: πληκτρολόγραμμα

106. Quantum mechanics: διακριτονική μηχανική

107. Quantum: διακριτόνιο

108. qubit: διακριτήκιστο

109. qubyte: διακριτογδήκιστο

110. Railgun: Επιραβδοτοξευτής (© κάποιος_Νίκος), μαγνητοβαλλίστρα, αμφιραγορίπτης, μαγνητοπυροβόλο (© killerbee), μαγνητοβόλο (© Spiros252), επιτροχιοβόλο (© Spiros252), εξοβελιστής (© κάποιος_Νίκος)

111. reverse gangbang: συννυφάδιασμα / συννυφαδιάζω / συννυφαδιαστής. Σκέφτηκα το γκουσγκουνίζω, αλλά είναι αρκαδικό ιδίωμα και σημαίνει το να κουνειέσαι χωρίς αποτελεσματικότητα, απο το κουσκούνι = υπουρίδα, οπισθένη

112. Ringworld: ηλιαντλάλως, κοσμοκρίκελος, κρικελόκοσμος

113. robot (Arms & Grippers): πολυγίγγλιμα

114. robot (one legged): αυθάλτης

115. robot: ρομπότης (© κάποιος_Νίκος), εμφρονοειδές, ρομβώτιο, δουλοειδές (© κάποιος_Νίκος), σκλαβοειδές (© κάποιος_Νίκος), μέτεργο, εργατοειδές (© Εσχατόγερος), ιθύνωπο, αζωαύτεργο (© stavmanr)

116. Rogue planet: αλυχνόχθονας, ορφανίτης (© clot), πλανέμιος (© Spiros252)

117. sandwich: περιάρτιο (© stavmanr), αμφίαρτο (© stavmanr)

118. Santa Claus machine: ινιδιοποιός

119. Schlimazel: δισεκτισμός, γκαντεμισμός, πηγαδοκατουρητισμός, φρεατουρισμός

120. Schnapsidee: οινοφάνεια / οινοφανής (ιδέα) (© άραξον), μεθυσοβουλή (© κάποιος_Νίκος), ξιδέα (© LOUROS), αμπελοϊδέα (© fagano3)

121. Screenager: οθόνηβος, ευωνυμοσφίχτης (ευώνυμος (αριστερά) + σφίχτης (μυώδης))

122. self-driving car: αυθοδήγητο

123. Self-replicating spacekraft: αυτοπηγούμενο / βιοπηγούμενο (σκάφος)

124. Selfie stick: αυταπεικονηρίδα (αυταπεικονίζω + έρεισμα), αυτειδωλαβή, ειδωλόμοχλος

125. sexting: ειδωλοιφώ, αλαργοχαμούρεμα / -εύομαι, τηλεμπαλαμούτιασμα / -τιάζομαι, ιστερωτοτροπία / -ώ, διασυνδεψία / διασυνδέφομαι

126. Skatecycle (ονομασία προϊόντος): αμφελικοσανίδα (επειδή έχει την δυνατότητα να ελίσσεται σε δύο σημεία του άξονά του)

127. Skort: περιγοφίδα (έντομη)

128. skyhook: ριψόγαντζος

129. Skywritting: αιθερογραφία

130. Smart Clothe: μεταλώπιο

131. Solar sail: ηλιάρμενο, ηλίστιο (© Spiros252)

132. space fountain: εξανελκυστήρας

133. spam: παμφωτάγγελμα, συμφορημάγγελμα (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνόγραμμα, παλλυχνόπεμπτο, παλλυχόδιο, διασυμφόρημα (© κάποιος_Νίκος), αγγελιόχληση (© stavmanr)

134. spammer: παριζάνος (© clot), παμφωταγγέλτης, συμφορηματαγγέλτης (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνογράφος, παλλυχνοπομπός, παλλυχοδίτης, διασυμφορηματίας (© κάποιος_Νίκος), αγγελιοχλεύς (© stavmanr)

135. sprint: σπριντάρω: κραιφνάλλομαι< κραιπνός (σβέλτος) + άλλομαι (πηδώ), σπριντάρισμα: κραίφναλμα

136. starwisp: παραβολοφόρο (σκάφος)

137. stellar engine: φωταντλητές

138. Supersonic missile: υπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος)

139. synthetic telepathy: φρηναυδία / -ώ, τεχνοπάθεια (© Spiros252)

140. tablet: χαπάκι (© LOUROS), πινακοθόνη

141. Technopathy: τηλεκτροπάθεια (© Spiros252), ψυχοτροπάθεια (© Spiros252), τηλετεχνολογοπάθεια (© killerbee)

142. terminator (solar): ευημερινός (© Spiros252)

143. thermal throttling: θερμαυτορρύθμιση / θερμαυτοταλάντωση / θερμαυτοχρονισμός / ιδιοθερμοχρονισμός (© Spiros252), θερμαγχονισμός

144. threesome: τριοχεία (© Yochanan)

145. Torschlusspanik: αποδειπνοφοβία

146. tractor beam pulling: ακτινουλκώ

147. troll: σωκρατίσκος (© clot), συρθαλιέας, εμφιλόνεικος (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιοχλεύς (© stavmanr)

148. trolling: καλικαντζάρισμα (© Τζακ Πάλανς), συρθαλιεία, εμφιλονικεία (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιόχληση (© stavmanr)

149. Upcycling (λεξιλογικό): λεξανωκύκλωση, λεξονεκρανάσταση (© Alchemist501) (επαναχρησιμοποίηση απαρχαιωμένων λέξεων για νεοεμφανισθείσες έννοιες ή εξαρτήματα)

150. Vaporwave: ατμοκύμα / αχνόκυμα (© Ηephestus)

151. Verabreden: ανταμοθετώ

152. verschlimmbessern: χειροτεροβελτίωση, -ώνω

153. Virtual reality sickness: μεθαδρότητα

154. Vorfreude: προχαίρομαι (© Sοphistes), προσευμένεια (© άραξον)

155. Waldeinsamkeit: ιδιαλσολασιλαρότητα, μοναχοδρυμεντρέχεια, δασοκατάνυξη

156. walkthrough: υπέρλυση

157. yuppie: αστειδημονιός, αστεπαγγελματονεανίας (© κάποιος_Νίκος)



Υ.Γ. Απο την προηγούμενη λίστα του ODOSF, απο την οποία αφού νεολογιστούν αρκετές λέξεις θα τις προσθέσω στον κατάλογο:

786. timepath n = χρονοπαθητικος


τo path σημαίνει "μονοπάτι", άρα πρέπει να νεολογιστεί με κάτι σαν "χρονατραπός".

878. world-building n: κοσοπλασία


κοσμοπλασία.
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 9th, 2017, 2:51 am

"τo path σημαίνει "μονοπάτι", άρα πρέπει να νεολογιστεί με κάτι σαν "χρονατραπός"."


Telepath = τηλεπαθητικος

Path δεν ειναι παντα μονοπατι


Επισης τις παρακατω :

Summon ( με την πιο φαντασικη ενννοια, "summon a spirit")
Polearm
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 10th, 2017, 12:37 am

Alchemist501 έγραψε: "τo path σημαίνει "μονοπάτι", άρα πρέπει να νεολογιστεί με κάτι σαν "χρονατραπός"."


Telepath = τηλεπαθητικος

Path δεν ειναι παντα μονοπατι


Μπορεί να σημαίνει και αυτό. Δεν ξέρω. Πρώτη φορά την άκουσα τη λέξη. Απλά σου λέω τι γράφει εδώ

Επισης τις παρακατω :

Summon ( με την πιο φαντασικη ενννοια, "summon a spirit")


"Επίκληση πνεύματος". Σε κάτι τέτοια μεταφυσικά δεν νομίζω ότι στερείται η ελληνική.

Polearm


Υπάρχει η λέξη, είναι η αλαβάρδα.
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό stavmanr » Ιούνιος 10th, 2017, 12:02 pm


95. phaser: ηλεκτρόβολο (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)

Μάλλον προς τον "εστιακό ενεργοπομπό" έκλινα τελικά :smt001
Τρολομαγνήτης! Γιατί κάποιος πρέπει να κάνει τη "βρώμικη" δουλειά...
stavmanr
Fast poster
 
Δημοσ.: 1841
Εγγραφη: Ιούνιος 3rd, 2017, 9:18 am
Το μέλος stavmanr, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό killerbee » Ιούνιος 10th, 2017, 1:32 pm

stavmanr έγραψε:

95. phaser: ηλεκτρόβολο (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)

Μάλλον προς τον "εστιακό ενεργοπομπό" έκλινα τελικά :smt001


Χωρίς παρεξήγηση,το φέηζερ δεν εκπέμπει αλλά βάλλει...
killerbee
Fast poster
 
Δημοσ.: 1449
Εγγραφη: Φεβρουάριος 3rd, 2015, 3:29 am
Το μέλος killerbee, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 10th, 2017, 1:33 pm

Ζενίθεδρος έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: "τo path σημαίνει "μονοπάτι", άρα πρέπει να νεολογιστεί με κάτι σαν "χρονατραπός"."


Telepath = τηλεπαθητικος

Path δεν ειναι παντα μονοπατι


Μπορεί να σημαίνει και αυτό. Δεν ξέρω. Πρώτη φορά την άκουσα τη λέξη. Απλά σου λέω τι γράφει εδώ

Επισης τις παρακατω :

Summon ( με την πιο φαντασικη ενννοια, "summon a spirit")


"Επίκληση πνεύματος". Σε κάτι τέτοια μεταφυσικά δεν νομίζω ότι στερείται η ελληνική.

Polearm


Υπάρχει η λέξη, είναι η αλαβάρδα.



"Αλεβαρδα" εχει πιο συγκεκριμενη εννοια,ειναι το παλουκι με τσεκουρωτο τελος.
Το polearm εχει πιο ευρυ εννοια του "οπλου με το κυριως επιθετικο κομματι στην ακρη ενος παλουκιου"
Περιλμβανει τις αλεβαρδες,δορατα, naginata, και τα glaives (αλλη μια λεξη πρως μεταφραση :P )
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 11th, 2017, 12:01 am

stavmanr έγραψε:

95. phaser: ηλεκτρόβολο (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)

Μάλλον προς τον "εστιακό ενεργοπομπό" έκλινα τελικά :smt001


Οκ. Στην επόμενη ανανέωση του καταλόγου, θα το διορθώσω.

Alchemist501 έγραψε:
Ζενίθεδρος έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: "τo path σημαίνει "μονοπάτι", άρα πρέπει να νεολογιστεί με κάτι σαν "χρονατραπός"."


Telepath = τηλεπαθητικος

Path δεν ειναι παντα μονοπατι


Μπορεί να σημαίνει και αυτό. Δεν ξέρω. Πρώτη φορά την άκουσα τη λέξη. Απλά σου λέω τι γράφει εδώ

Επισης τις παρακατω :

Summon ( με την πιο φαντασικη ενννοια, "summon a spirit")


"Επίκληση πνεύματος". Σε κάτι τέτοια μεταφυσικά δεν νομίζω ότι στερείται η ελληνική.

Polearm


Υπάρχει η λέξη, είναι η αλαβάρδα.



"Αλεβαρδα" εχει πιο συγκεκριμενη εννοια,ειναι το παλουκι με τσεκουρωτο τελος.
Το polearm εχει πιο ευρυ εννοια του "οπλου με το κυριως επιθετικο κομματι στην ακρη ενος παλουκιου"
Περιλμβανει τις αλεβαρδες,δορατα, naginata, και τα glaives (αλλη μια λεξη πρως μεταφραση :P )


Εκτός απο την naginata, που είναι απωανατολίτικο όπλο, όλα τα άλλα, τα είχαν αντιμετωπίσει ή τα είχαν χρησιμοποιήσει οι Βυζαντινοί. Οπότε μέσα σε 1000 χρόνια, δεν νομίζω να τα είχαν αφήσει αυτά τα όπλα ανώνυμα.
Για αυτό, προτού νεολογίσουμε για ήδη υπάρχουσες λέξεις, ρίξε μια ματιά στις παρακάτω σελίδες (το μπλογκ το γράφει ο Brainstorm), ή απευθύνσου στον ίδιο. Νομίζω ότι μπορεί να σε κατατοπίσει.
http://protostrator.blogspot.de/search/ ... E%B9%CE%B1
http://protostrator.blogspot.de/2010/12 ... st_19.html
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 11th, 2017, 1:57 am



The Oxford Dictionary of Science Fiction

1. actifan n: Οπαδός ε.φ. που συμμετέχει σε εκδηλώσεις π.χ. σε μασκέ πάρτυ τρέκηδων: φαντασία(κο)+ ακόλουθος = φαντασιακόλουθος
2. aerocar n: αιωρούμενο αυτοκίνητο > αεραυτοκίνητο [υπάρχει ήδη], εναλλακτικά: τροχοπτέρυγο
3. AI abbr: Τεχνητή νοημοσύνη, όρος απο το Νευρομάντη του Γκίμπσον [υπάρχει ήδη]
4. air-car n: βλ. 2 [υπάρχει ήδη]
5. alien n: εξωγήινο ον. [υπάρχει ήδη]. Επειδή όμως λόγω της ομώνυμης ταινίας με τη λέξη άλιεν εννοούμε το εξωγήινο τέρας, θα μπορούσε να γίνει: τεραλλόχθονο
6. alien adj: (επίθετο) βλ. 5 [υπάρχει ήδη]
7. alternate future n: υποκατάστατο μέλλον: παράμελλον
8. alternate history n: υποκατάστατη ιστορία [υπάρχει ήδη: παραϊστορία]:
9. alternate reality n: υποκατάστατη πραγματικότητα [υπάρχει ήδη: υποπραγματικότητα]
10. alternate universe n: υποκατάστατο σύμπαν [υπάρχει ήδη], εναλλακτικά: υπόσυμπαν
11. alternate world n: υποκατάστατος κόσμος [υπάρχει ήδη: υπόκοσμος (lol)]
12. alternative future n: εναλλακτικό μέλλον[υπάρχει ήδη]
13. alternative history n: εναλλακτική ιστορία[υπάρχει ήδη]
14. alternative reality n: εναλλακτική πραγματικότητα[υπάρχει ήδη]
15. alternative universe n: εναλλακτικό σύμπαν[υπάρχει ήδη]
16. alternative world n: εναλλακτικός κόσμος[υπάρχει ήδη]
17. android n: ανδροϊδές [υπάρχει ήδη]
18. Anglic n: τα Αγγλικά που θα ομιλούνται στο μακρινό μέλλον. [υπάρχει ήδη: Αγγλικικά]. Ετήσια απομακρυσμένα προπαρασκευαστικά Αγγλικικά μαθήματα
19. annish n: πανηγυρικό και συλλεκτικό τεύχος περιοδικού: αξιοσύλλεκτο
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Γραφικός » Ιούνιος 11th, 2017, 1:59 am

Εγώ θα το προτείνω κι ας το διαγράψουν:
Motherfucker: Μαμογαμιάς
Άβαταρ μέλους
Γραφικός
Fast poster
 
Δημοσ.: 2936
Εγγραφη: Δεκέμβριος 17th, 2012, 3:39 pm
Τοποθεσια: Το καλύτερο μέρος στον κόσμο.
Το μέλος Γραφικός, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 11th, 2017, 5:12 am


20. ansible n: εξάρτημα ακαριαίας επικοινωνίας για οποιαδήποτε απόσταση: απερανθάλτης
21. anti-agathic n: αντι-αγαθό [υπάρχει ήδη]
22. antigrav n: εξάρτημα που δημιουργεί αντιβαρύτητα: βαρυτάρσιο
23. antigrav adj: επίθετο του 22: βαρυταρσικό
24. anti-gravitational adj: αντιβαρυτικό [υπάρχει ήδη]
25. anti-gravity n: αντιβαρύτητα [υπάρχει ήδη]
26. antispinward adv: αντιπεριστρεφόμενο, όχι το αντίστροφο που σημαίνει το αντίθετα στραμμένο. [υπάρχει ήδη]
27. anywhen adv: Oποτεδήποτε [υπάρχει ήδη]
28. APA abbr: ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος [υπάρχει ήδη]
29. apazine n: το περιοδικό που εκδίδει ο 28 [υπάρχει ήδη]
30. artificial gravity n: τεχνητή βαρύτητα [υπάρχει ήδη]
31. artificial intelligence n: τεχνητή νοημοσύνη [υπάρχει ήδη]
32. astrogate v: αστροπύλη [υπάρχει ήδη]
33. astrogation n: πλοήγηση ανάμεσα στα άστρα, στο σύμπαν, αστροπλοήγηση [υπάρχει ήδη]
34. astrogational n: επίθετο του 33 [υπάρχει ήδη]
35. astrogator n: ο πλοηγός του 33 [υπάρχει ήδη]
36. astronavigation n: βλ. 33 [υπάρχει ήδη]
37. astronavigator n: βλ. 34 [υπάρχει ήδη]
38. atomics n: μηχανή που χρησιμοποιεί ως καύσιμο την πυρηνική σχάση: ατομοκίνητο [υπάρχει ήδη]
39. avian n: πτηνοειδές εξωγήινο ον: αλλοχθονοπτέρυγας
40. avian adj: επίθετο του 39
41. bacover n: κάλυμμα του πίσω εξώφυλλου ενός βιβλίου (άσχετο) [υπάρχει ήδη]
42. BDO abbr: μεγάλο χαζό αντικείμενο, γκουμούτσα; [υπάρχει ήδη]
43. beam v: διακτινισμός [υπάρχει ήδη]
44. beam-me-up (Scotty) adj: Διακτίνισέ με Καληδονίσκε (Αντίοχος) [υπάρχει ήδη]
45. beanstalk n: Το O.D. αναφέρει πως είναι ένας ανελκυστήρας διαστήματος, σαν τη φασολιά απο το παραμύθι: εξανελυστήρας
46. becroggle v: το να παραλύεις στιγμιαία: βραχεοπαράλυση
47. belter n: κάτοικος ζώνης αστεροϊδών, εξορύκτης ζώνης αστεροϊδών: αστεροειδαπός, μετεωρύχος
48. BEM n: εξωγήινο εντομοειδές τέρας: δρακακρίδα
49. bheer n: μπυροειδές ποτό: ζυθοειδές [υπάρχει ήδη]
50. Big Brother n: μεγάλος αδελφός [υπάρχει ήδη]
51. big dumb object n: βλ. 42 [υπάρχει ήδη]
Τελευταία επεξεργασία απο Ζενίθεδρος την Ιούνιος 11th, 2017, 11:05 am, επεξεργάστηκε 3 φορές συνολικά.
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 11th, 2017, 5:33 am

Γραφικός έγραψε: Εγώ θα το προτείνω κι ας το διαγράψουν:
Motherfucker: Μαμογαμιάς


Δεν υπάρχει το "μητροβάτης";

Εκτός αυτού, είχαμε και μιά σειρά απο Πτολεμαίους "φιλομήτορες". ...όταν εμείς είχαμε μαδερφάκερς βασιλείς, αυτοί ζούσαν στα δέντρα. :lol:
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15237
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό killerbee » Ιούνιος 11th, 2017, 3:58 pm

Ζενίθεδρος έγραψε:
Γραφικός έγραψε: Εγώ θα το προτείνω κι ας το διαγράψουν:
Motherfucker: Μαμογαμιάς


Δεν υπάρχει το "μητροβάτης";

Εκτός αυτού, είχαμε και μιά σειρά απο Πτολεμαίους "φιλομήτορες". ...όταν εμείς είχαμε μαδερφάκερς βασιλείς, αυτοί ζούσαν στα δέντρα. :lol:



Σωστός ο Ζενίθεδρος!
killerbee
Fast poster
 
Δημοσ.: 1449
Εγγραφη: Φεβρουάριος 3rd, 2015, 3:29 am
Το μέλος killerbee, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

ΠροηγούμενηΕπόμενη

Επιστροφή στην Γλωσσολογία

Μετάβαση στην αρχή της σελίδας

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 6 επισκέπτες