Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Μελέτη της γλώσσας, γραμματική, συντακτικό, σχολιασμοί και διευκρινίσεις.

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 7 επισκέπτες

 

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 21st, 2017, 2:10 am

730. stim n: διεγερτικό, το οποίο μπορεί να αυξήσει την ενέργεια κάποιου, την ταχύτητα, την ευαισθητοποίηση κ.λ.π.: παμβελτιωτής
731. stun gun n = καθηλωτής (?) :smt017 ή αναισθητοποιητής ή ναρκωτής ή παραλυτής [υπάρχουν ήδη]
732. stunner n: βλ. 731
733. Sturgeon's Law: Νόμος του Sturgeon: το 99% των παντών είναι κουράδες.........................
734. sub-ether n = υποαιθέρας [υπάρχει ήδη]
735. sub-etheric adj = υποαιθέριος (Alchemist501)
736. subfandom n: κύκλος οπαδών ε.φ. που ενδιαφέρεται για συγκεκριμένο τομέα της ε.φ.......................................
737. subjunctivity n: βαθμός πραγματισμού (ρεαλισμού) ενός έργου ε.φ.: πραγματιστοσύνη, κατα το κομμουνιστοσύνη
738. sublight n: ταχύτητα μικρότερη εκείνης του φωτός.υπολυκωκύτητα
739. sublight adj: υπολυκωκύς
740. sublight adv: υπολυκωκέως
741. subspace n: υπόσυμπαν
742. suit n: στολή (διαστημική) [υπάρχει ήδη]
743. suit radio n: διαστημική στολή με ενσωματωμένο ράδιο (όρος του 43)...........................
744. supernormal n: υπερψυχισμός [υπάρχει ήδη]
745. super-science n = υπερεπιστήμη [υπάρχει ήδη]
746. super-scientific adj = υπερεπιστημονικό [υπάρχει ήδη]
747. super-scientist n = υπερεπιστήμονας [υπάρχει ήδη]
748. super-weapon n = υπερόπλο [υπάρχει ήδη]
749. system-wide adj = διασυστηματικος[υπάρχει ήδη με άλλη έννοια] αυτός ή το κάτι που απλώνεται σε όλο το ηλιακό σύστημα, πρέπει να λέγεται πανηλιοσφαιρικός
750. tanstaafl abbr: ακρωνύμιο του there ain't no such thing as a free lunch: ταυτίζεται εννοιολογικά με την παροιμία: κάποιον λάκο έχει η φάβα [υπάρχει ήδη]
751. tardis n = ΧΚΣΔΣΧ :smt033 :smt030 :smt033 ακρωνύμιο του Time And Relative Dimensions In Space: Χρόνος και σχετικές διαστάσεις στο διάστημα.............................
752. technothriller n: τεχνοθρίλερ [υπάρχει ήδη]
753. telempathic n: τηλενδοσυναίσθηση
754. teleport n: τηλεκίνηση [υπάρχει ήδη]
755. teleport v: τηλεκινώ [υπάρχει ήδη]
756. teleportation n: βλ. 754
757. teleporter n: τηλεκινητής ή διακτινιστής [υπάρχει ήδη]
758. telescreen n: βλ. 859 viewscreen
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 21st, 2017, 4:17 pm

759. Tellurian n: βλ. 760 > ο γήινος
760. Tellus n: ρωμαϊκή θεότητα της γης > η γη
761. temporal paradox n = χρονικο παραδοξο [υπάρχει ήδη]
762. temporal viewer n: βλ. 799
763. Terra n = Γαια [υπάρχει ήδη]

Εάν το πρώτο συνθετικό είναι το "γη" τότε μετατρέπεται κατα τη σύνθεση σε "γεω". Εάν είναι το "γαία" τότε μετατρέπεται κατα τη σύνθεση σε "γαίο". Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το "γαία" καθότι η λέξη terra μεταφράζεται σαν "γαία" και όχι σαν "γη", όπου θα έπρεπε οι αντίστοιχοι αγγλικοί όροι να έχουν σαν α' συνθετικό το geo.

764. terraform v = γαιομορφωνω > γαιοπλάθω (Alchemist501)
765. terraformed adj = γαιομορφωμενος > γαιοπλασμένος (Alchemist501)
766. terraformer n = γαιομορφωτης > γαιοπλάστης [υπάρχει ήδη]
767. terraforming n = γαιομορφωση > γαιοπλασία [υπάρχει ήδη]
768. terraforming adj: γαιοπλαστικός
769. Terran n = Γηινος [υπάρχει ήδη]
770. Terran adj = Γηινο [υπάρχει ήδη]
771. terrene adj: γαϊκός [υπάρχει ήδη]
772. Terrestrial n: βλ. 771
773. Terrestrian n: βλ. 771
774. Terrestrian adj: βλ. 771
775. thish n: αυτοϊκό......................
776. thoughtcrime n: έγκλημα σκέψης [υπάρχει ήδη]
777. three-D n: τρισδιάστατο [υπάρχει ήδη]
778. three-v n: τριδιάστατη τηλεόραση [υπάρχει ήδη]

779. tight-beam n: συσκευή που στέλνει επικοινωνίες σε μια πολύ λεπτή εστιασμένη δέσμη ενέργειας. Τεχνολογικά ήδη υπάρχει κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα υπάρχει και τίτλος διδακτορικής διατριβής Οπτικές πηγές λέϊζερ (έλεος!) για συστήματα επικοινωνιών τύπου OTDM/WDM, όπως υπάρχει και το Lunar Laser Communications Demonstration. Για να αποδοθεί μονολεκτικά ο όρος, θα πρέπει πρώτα να μεταφραστεί μονολεκτικά το λέιζερ. Η σκέψη μου είναι πως κάθε συσκευή σχετική με λέιζερ θα έπρεπε να έχει σαν δεύτερο συνθετικό το -στίκτης, εφόσον νωρίτερα έχει αποδοθεί το ίδιο το λέιζερ ως φωτοστίκτης. Επομένως: tight-beam: φωτοστικταγγέλτης

780. tight-beam v: φωτοστικταγγέλλω
781. timecop n = χρονόμπατσος [υπάρχει ήδη], εναλλακτικά: χρο(νο)νόμος > χρονόμος (λολ)
782. time hopper n = χρονοταξιδιωτης [υπάρχει ήδη]
783. timeline n = χρονοδιαγραμμα: [υπάρχει ήδη με άλλη έννοια] και η σωστή απόδοση η "χρονογραμμή" [υπάρχει ήδη, επίσης]
784. time machine n = χρονομηχανη [υπάρχει ήδη]
785. time paradox n = χρονικο παραδοξο [υπάρχει ήδη]
786. timepath n = χρονοπαθητικος......................................................
787. timescape n = χρονοδιαφυγη [υπάρχει ήδη]
788. timeslip n = χρονοσφαλμα, το χρονόλαθος [υπάρχει ήδη]
789. time storm n = χρονοκαταιγιδα [υπάρχει ήδη]
790. time stream n = χρονοροη > χρονορροή [υπάρχει ήδη]
791. time-track n = χρονοσπασιμο/χρονορωγμη [υπάρχει ήδη]
792. Time Travel: ταξίδι στο χρόνο [υπάρχει ήδη]
793. time travel n: βλ. 792
794. time travel v: χρονοταξιδεύω [υπάρχει ήδη]
795. time traveler n: βλ. 782
796. time-traveling n: βλ. 792
797. time-traveling adj: βλ. 794
798. time-travel paradox n: βλ. 785
799. time viewer n: χρονοταξιδοσκόπιο, το "χρονοσκόπιο" είναι κάτι άλλο
800. time warp n = χρονικη παραμορφωση/στρελωση/διαστρεβλωση ή και χρονοδίνη [υπάρχει ήδη]
801. tin can n: κονσέρβα (διαστημόπλοιο ή διαστημικός σταθμός) [υπάρχει ήδη]
802. torch n: αντιδραστήρας σύντηξης που λειτουργεί ως κινητήρας διαστημοπλοίου: συντηκτωθητήρας
803. torch v: το να κινείται δισστημόπλοιο με αντιδραστήρα σύντηξης: συντηκτωθούμαι
804. torch drive n: διαστημική πτήση που επιτυγχάνεται με αντιδραστήρα σύντηξης: συντηκτωθητήρια
805. torchship n: διαστημόπλοιο που έχει κινητήρα σύντηξης: συντηκτωθούμενο
806. tractor n: ακτίνα ρυμούλκησης: ρυμουλκακτίνα
807. tractor beam n: βλ. 806
808. transdimensional adj: υπερδιαστατικό [υπάρχει ήδη]
809. transgalactic adj: υπεργαλαξιακό [υπάρχει ήδη]
810. transhuman n: μετασχηματισμένος άνθρωπος: αλλόσχημος (άνθρωπος)
811. transhuman adj: (επιθετο) βλ. 810: αλλοσχηματικός
812. transhumanity n: μετασχηματισμένη ανθρωπότητα: βλ. 811
813. Trekker n: οπαδός της σειράς Στάρ Τρεκ> Τρέκης [υπάρχει ήδη]
814. Trekkie n: βλ. 813
815. tri-D n: τρισδιάστατη εικόνα [υπάρχει ήδη]
816. tri-D adj: (επίθετο) βλ. 815 [υπάρχει ήδη]
817. trideo n: τρισδιάστατο βίντεο [υπάρχει ήδη]
818. tri-di n., adj: τρισδιάστατο [υπάρχει ήδη]
819. tri-dim n: συσκευή που προβάλλει τρισδιάστατες εικόνες: τρισδιάστατη οθόνη [υπάρχει ήδη]
820. triffid n: φυλή εξωγήινων (όρος απο το The Day of the Triffids)..................
821. tri-v n: βλ. 818
822. tri-vid n: βλ. 819
823. trufan n: φανατικός οπαδός ε.φ.: εφομπαδός (λολ)
824. Tuckerism n: η ονοματοδοσία χαρακτήρων με ονόματα ατόμων γνωστών του συγγραφέα: τουκερισμός..............................
825. Tuckerize v: βλ. 824
826. Twonk's disease n: φανταστική ασθένεια που λέγεται ότι πλήττει τους οπαδούς της επιστημονικής φαντασίας: φαντασιοπληξία [υπάρχει ήδη]
827. uchronia n: ουχρονία, έργο εναλλακτικής ιστορίας [υπάρχει ήδη]
828. ultradrive n: κινητήρας για ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός, έρχει αποδοθεί ήδη ως υπερφωτωθητήρας
829. ultraphone n: εξάρτημα για επικονωνίες ταχύτερες του φωτός: υπερφωτόφωνο
830. ultraviolence n: ακραία βία (όρος απο το Κουρδιστό Πορτοκάλι) [υπάρχει ήδη]
831. ultrawave n: βλ. 829
832. unhuman n: μη ανθρώπινο έλλογο ον: δαίμονας [υπάρχει ήδη]
833. universe n: σύνολο έργων ε.φ..............................
834. unperson n: άτομο που έχει εκτελεστεί και έχει εξαφανιστεί απ' όλα τα αρχεία: ακαταχώριστος [υπάρχει ήδη]
835. unsuit v: το να βγάζεις τη διαστημική στολή: διαστημογδύομαι
836. unsuited adj: χωρίς διαστημική στολή: διαστημόγδυτος
837. uplift n: μετατροπή ενός αλόγου όντος σε έλλογο: ελλογοποίηση [υπάρχει ήδη]
838. uplift v: το να μετατρέπεις ένα άλογο ον σε έλλογο: ελλογοποιώ [υπάρχει ήδη]
839. uplifting n: βλ. 838
840. uptime adj: απο το μέλλον μέλοθεν: αυριόθεν [υπάρχει ήδη]
841. uptime adv: βλ. 840
842. Uranian n: κάτοικος του πλανήτη Ουρανού: ουραναπός
843. utopia n: ουτοπία [υπάρχει ήδη]
844. vac suit n: στολή του κενού (διαστημική στολή) [υπάρχει ήδη]
845. vacuum suit n: βλ. 844
846. Venerian n: κάτοικος της Αφροδίτης: Αφροδιτάποικος
847. Venusian n: βλ. 846
848. -verse suffix: διά-στημα (συνθετικό)
849. vessel n: διαστημόπλοιο [υπάρχει ήδη]
850. vibroblade n: όπλο με λόγχη που πάλλεται πολύ γρήγορα: παλιλλόγχιο
851. vibroknife n: βλ. 850
852. vid n: βιντεοσκόπηση [υπάρχει ήδη]
853. videophone n: τηλέφωνο με εικόνα (κάποτε ήταν ε.φ.).......................
854. vidphone n: βλ. 853
855. vidscreen n: οθόνη ..................
856. viewphone n: βλ. 853
857. viewplate n: οθόνη του 853
858. viewport n: παραεικόνιση
859. viewscreen n: οθόνη διαστημοπλοίου που δείχνει ο,τι θα έδειχνε ένα παράθυρο: οθονοσκόπιο
860. virus n: υπολογιστής που παράγει ιούς υπολογιστών: ιογόνος (υπολογιστής) [υπάρχει ήδη]
861. vision plate n: βλ. 859
862. vision screen n: βλ. 859
863. visiphone n: βλ. 853
864. visiplate n: βλ. 853
865. visiscreen n: βλ. 859
866. waldo n: εξωσκελετός-διαστημική στολή: έχει αποδοθεί νωρίτερα ως βραχιονοπλία για το body waldo
867. wallscreen n: οθόνη που καλύπτει όλο ή το μεγαλύτερο μέρος ενός τοίχου (το 1936 ήταν ε.φ.): τοιχοθόνη
868. warp n: χωροχρονική δίνη [υπάρχει ήδη]
869. warp v: το να ταξιδεύεις μέσω χωροχρονικής δίνης: δινωθούμαι
870. warp drive n: κινητήρας που πλάθει χωροχρονική δίνη: δινωθητήρας
871. warp speed n: ταχύτητα δίνης [υπάρχει ήδη]
872. Weapons: όπλα ε.φ.
873. webcast n: εκπομπή αναμεταδιδομένη μέσω διαδικτύου: διαδικτυακή εκπομπή [υπάρχει ήδη]
874. Whovian n: οπαδός της σειράς Doctor Who....................
875. widescreen baroque n: υποείδος της ε.φ. που χαρακτηρίζεται απο βία, ίντριγκες, υπερβολικές ρυθμίσεις ή δράσεις και γρήγορο ρυθμό.............
876. wirehead n: κάποιος που διεγείρει άμεσα τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου τους με ηλεκτρικό ρεύμα, ειδικά κάποιος εθισμένος σε αυτή τη δραστηριότητα: καλωδιοκέφαλος [υπάρχει ήδη]
877. wireheading n: (ρήμα) βλ. 876
878. world-building n: κοσμοπλασία [υπάρχει ήδη]
879. worldlet n: πλανητοειδές [υπάρχει ήδη]
880. worm n: σκουλήκι υπολογιστών [υπάρχει ήδη]
881. xeno- prefix: ξένο- (συνθετικό) .................
882. xenoanthropology n: επιστήμη που μελετά εξωγήινους πολιτισμούς: ξεν(ο)ανθρωπολογία [υπάρχει ήδη]
883. xenobiological adj: επιστήμη που μελετά εξωγήινους οργανισμούς: ξενοβιολογία [υπάρχει ήδη]
884. xenobiologist n: επιστήμονας (βλ. 883): ξενοβιολόγος [υπάρχει ήδη]
885. xenobiology n: ξενοβιολογία [υπάρχει ήδη]
886. xenocide n: θανάτωση ή απόπειρα θανάτωσης ενός ολόκληρου ξένου είδους: ειδοκτονία
887. xenolinguist n: επιστήμη που μελετά εξωγήινες γλώσσες: ξενογλωσσολογία [υπάρχει ήδη]
888. xenological n: (επ[ιθετο) βλ. 890
889. xenologist n: επιστήμονας που μελετά εξωγήινους: ξενογλωσσολόγος [υπάρχει ήδη]
890. xenology n: επιστήμη που μελετά εξωγήινους (το ξενολογία υπάρχει ήδη): αλλελλογολογία
891. X-Phile n: οπαδός της σειράς X-Files...............
892. zero-g n: μηδενικό τζι [υπάρχει ήδη]
893. zero gravity n: μηδενική βαρύτητα [υπάρχει ήδη]
894. zine n: περιοδικό ε.φ.......................
895. -zine suffix: (συνθετικό) για έννοιες σχετικές με περιοδικά ε.φ..................
896. Zines: τα διάφορα ε.φ. περιοδικά................................



Εικόνα
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 22nd, 2017, 12:57 am

The Oxford Dictionary of Science Fiction

Παραθέτω λοιπόν τη λίστα με τους νεολογισμούς, με τις λέξεις απο το παραπάνω λεξικό, για τις οποίες δεν υπάρχει ελληνική απόδοση, για παρατηρήσεις και επιπρόσθετους νεολογισμούς

1. actifan n: φαντασιακόλουθος
2. aerocar n: τροχοπτέρυγο
5. alien n: τεραλλόχθονο
7. alternate future n: παράμελλον
10. alternate universe n: υπόσυμπαν
19. annish n: αξιοσύλλεκτο
20. ansible n: απερανθάλτης
22. antigrav n: βαρυτάρσιο
23. antigrav adj: βαρυταρσικό
39. avian n: αλλοχθονοπτέρυγας
45. beanstalk n: εξανελυστήρας
46. becroggle v: βραχεοπαράλυση
47. belter n: αστεροειδαπός, μετεωρύχος
48. BEM n: δρακακρίδα
54. blast off n: παλμοιστροβολώ, πλασμοπιστολίζω
55. blast off v: παλμοιστρωθώ
56. blowup n: παναφανιστής
59. body-waldo n: βραχιονοπλία
61. braintape n: νουμοιότυπο
68. Clarke's First Law: ο νόμος της αναδυνατότητας
69. Clarke's Second Law: ο νόμος της δυνατοδιάτασης
70. Clarke's Third Law: νόμος της τεχνολογητείας
71. cloaking device n: αμφισυνευθειαστής, αορατοποιός
75. cold sleep n: αζωθυπνία
77. cold sleeper n: αζωθύπνιος
78. collapsium n: συμπάγιο, ατεγκτάτηκτο
79. comlink n: ολογράφωνο
80. commset n: ολογραφωνικό
82. completism n: συμπληρωτισμός
83. completist n: συμπληρωτιστής
90. contraterrene adj: ανθυλόκτιστο
106. cyborged adj: μηχανδροποιημένος
107. cyborging n: μηχανδροποίηση
115. deflector n: ασπίδαυρο
120. dirtsider n: ομοχθόνιος
122. disintegrator n: απολοκληρωτής
123. disruptor n: φωτοσφαιροβόλο
125. doomwatcher n: οικοκασσάνδρα
126. doubleplusungood adj: πανυπερκάκιστος
128. downtime adv: αλλοτινότητα
130. dropshaft n: αιωροσωλήνας
135. Earthborn n: γήγνητος
136. Earthborn adj: γηγνητικός
139. Earthfolk pl. n: γεώλαος
144. Earthlike adj: γηϊνοειδές
147. Earthman n: πλανητοδέσμιος
152. Earthperson n: χθονιώτης
162. egoscan n: ιδιαναζήτηση
170. escape pod n: κοσμόλεμβος
(smartphone: ευστρόφωνο)
171. esp v: αλλονάγνωση
172. esper n: αλλοναγνώστης
178. expository lump n: τεχνοσέντονο
183. faan n: φαντασιοκουστωδικός
187. fakefan n: φαντασιακολουθίσκος
193. fanne n: ψωλοκαμποαλωνάρισσα
194. fanning n: εφοπαδός
195. fannish adj: εφοπαδικός
196. fannishness n: εφοπαδοσύνη
197. Fanspeak: εφοπαδική
199. fantascience n: εφεπιστημονικοφάνεια
200. fantastic n: μυθοπλαστικοειδές
207. feelie n: μελό ε.φ.: έφμελο
224. flitter n: βραχύπλοο
225. floater n: ανθελκωθούμενο
227. food pill n: δισκιεδώδιμα
241. gadget a: εφευροκεντρικό
247. galactography n: γαλαξιογραφία
251. gateway n: συμπαντοπύλη
253. generation adj: χασματόπλωρο
262. glassite n: μεταλλύελος
265. go nova v: νεολαμφοδεύω
267. go supernova v: υπερνεολαμφοδεύω
268. graser n: ηλιαστίκτης
277. gravity well n: βαρυτορόσημο
279. grok v: διενδοσυναίσθηση
285. group mind n: συμμύαλο
290. helicab n: ταριφόπτερο
291. helicar n: ελικοπτεράμαξo
292. hive mind n: μακροσυναπτικό
300. holotank n: ολογραφοδέκτης
302. home galaxy n: τετραβραχιόνιος
312. hyperdrive n: υπερωστικός
315. hyperspeed n: υπερωκύτητα
319. impervium n: αυθιστάτης
321. infodump n: πληροφοριοκοίλι
325. in-system adj: ενδοαστροσφαιρικό
329. intersystem adj: διαστροσφαιρικό
334. jack in v: μυαλογισμικομβιώνω, κυβερνοπιρώνω (Spiros252)
336. jump n: μέθαλμα
337. jump v: μεθάλλομαι
338. jump drive n: μεθαλματωθητήρας
340. jump gate n: μεθαλματόθυρο
341. jump point n: μεθαλμάτοπος
342. jump ship n: μεθαλματωθούμενο
343. jump space n: διαμεθαλτήριο (σύμπαν)
347. landing cradle n: προσκομβιωτήρας
348. laser gun n: φωτοστικτοβόλο
353. levitator n: βαρυταρνητής
357. light n: λυκωκύτητα
359. light-speed n: φωτομονάδα / φωτομοναδιαία (μέτρηση)
363. Luna City n: σεληνούπολη
364. Lunarian n: σεληνάποικος
378. megayear n: χιλιοήμερο
379. Mercurian n: εφιέρμαιος
381. military science fiction n: στρατεφική
383. mind-meld n: πνευματοσύγκραση
385. mind shield n: αλουμινόκρανος
388. moonsuit n: σεληνένδυμα
389. morph n: σωματομοιότυπο
393. multigeneration ship n: γενεόσκαφος
396. mundane n: ανεφοπαδός
399. mutant n: μεταλλαγμενούργημα
400. mutation n: μεταλλαγμενουργία
406. needle v: πυρακτινίζω
407. needle beam n: πυρακτίνα
408. needle gun n: πυρακτινικό
413. Neptunian n: ποσειδωνάποικος
414. neural adj: μυαλογισμικό
415. neuronic adj: νευραλλοιωτής
423. normal space n: ομοιαπέραντο
424. nova v: καινοφανηγώ
425. nova bomb n: ανθυλοβίδα
430. off-earth adj: αλλοχθονογενές
431. off-earth adv: μηκισθήλια
432. off-planet n: αποπύρηνος
433. off-planet adj: απαφετήριος
439. offworlder n: αφηλιοσφαίριος
441. on-planet adj: επιπλανήτιος
448. outplanet n: διαγαλαξιάκοσμος
450. outsystem adj: ετερήλιο
455. overdrive n: υπερφωτωθητήρας
456. overmind n: πολυνοημοσύνη
464. passifan n: αντιφαντασιακόλουθος
470. planetary romance n: αστρομάντζο
471. planet-bound adj: πλανητοπάγιος
472. planet-buster n: γεωλετήρας
486. plastiskin n: αντιδόριο
487. Plutonian n: αδηούχος
489. pod person n: εξωγηινισμένος
495. post-holocaust adj: μεθολοκαυτωματικό
505. pressor n: ωθησαχτιδοβόλο
506. pressor beam n: ωθησαχτίδα
525. ramscoop n: συλλέχθυδρο
526. ray v: ακτινορίπτω
527. ray gun n: ακτινορίπτης
528. ray projector n: ακτινοπροβολέας
529. reaction drive n: αντιδρωθητήρας
532. replicant n: επωδιστής
533. rim world n: παρυφόκοσμος
546. Saturnian n: κρονονάστης
575. sercon n: σοβαροδομή
576. sercon adj: σοβαροδομική
585. shared world n: ομόσυμπαν
594. skimmer n: αιωρόδιφρος
595. skinsuit n: αερολισθηρίδα
599. sleeper ship n: αζωτόκλινο
601. slideway n: μεθελκυστήρας
602. slipstream n: φαντασιακοφανής
603. slower-than-light adj: υπολυκωκύτητα
614. Solarian n: ηλιοσφαιραπός
618. Sol-type n: ηλιομοιότυπο
622. space v: κοσμοδρομώ
628. space-borne adj: διαστημεύσιμος
629. space-burned adj: αστεροκαμένος
636. space dock n: κοσμονεωδόχος
638. space drive n: διαστημωθητήρας
651. space force n: αχανομαχητικό
654. spacehand n: αχανόμπαρκος
657. space lane n: διυφήλιος (οδός)
658. spaceline n: διυφηλιακή
661. spaceman n: διαστηματίας
663. space marine n: διαστημαχητής
666. space operatic n: διαστημοπερικό
667. space patrol n: διαστημονομία
672. spaceship n: αχανοπλεούμενο
673. space-sick adj: διαστημάσθενος
685. spaceward adj: διαστημώθεν
688. spaceways pl. n: διαστροδός
691. spaceworthy n: διαστημευσιμότητα
692. space yacht n: κοσμοθαλαμηγός
693. spaceyard n: κοσμοναυπηγείο
697. spy ray n: αλλοναγνωστικό
720. stasis field n: υπεραδρανειακό (πεδίο)
730. stim n: παμβελτιωτής
735. sub-etheric adj: υποαιθέριος (Alchemist501)
737. subjunctivity n: πραγματιστοσύνη
738. sublight n: υπολυκωκύτητα
739. sublight adj: υπολυκωκύς
740. sublight adv: υπολυκωκέως
741. subspace n: υπόσυμπαν
749. system-wide adj: πανηλιοσφαιρικός
753. telempathic n: τηλενδοσυναίσθηση
764. terraform v: γαιοπλάθω (Alchemist501)
765. terraformed adj: γαιοπλασμένος (Alchemist501)
768. terraforming adj: γαιοπλαστικός
779. tight-beam n: φωτοστικταγγέλτης
780. tight-beam v: φωτοστικταγγέλλω
786. timepath n: χρονοπαθητικος (Alchemist501), χρονατραπός, χρονόρευμα (Spiros252)
799. time viewer n: χρονοταξιδοσκόπιο
802. torch n: συντηκτωθητήρας
803. torch v: συντηκτωθούμαι
804. torch drive n: συντηκτωθητήρια
805. torchship n: συντηκτωθούμενο
806. tractor n: ρυμουλκακτίνα
810. transhuman n: αλλόσχημος (άνθρωπος)
811. transhuman adj: αλλοσχηματικός
823. trufan n: εφομπαδός
835. unsuit v: διαστημογδύομαι
836. unsuited adj: διαστημόγδυτος
842. Uranian n: ουραναπός
846. Venerian n: αφροδιτάποικος
850. vibroblade n: παλιλλόγχιο
858. viewport n: παρεικόνιση
859. viewscreen n: οθονοσκόπιο
869. warp v: δινωθούμαι
870. warp drive n: δινωθητήρας
886. xenocide n: ειδοκτονία
890. xenology n: αλλελλογολογία
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 22nd, 2017, 11:58 am

.

Συνοπτικός κατάλογος νεολογισμών

1. actifan n: φαντασιακόλουθος

2. aerocar n: τροχοπτέρυγο

3. after shave: μετάξυ (© LOUROS), μεταθρίχιο, τσουχτρευωδιά, τσουχτρεύωδο, μετάξυρο

4. Alderson disk: δισκουμένη (του Alderson)

5. alien n: τεραλλόχθονο

6. alternate future n: παράμελλον

7. alternate universe n: υπόσυμπαν

8. annish n: αξιοσύλλεκτο

9. ansible n: απερανθάλτης

10. antigrav adj: βαρυταρσικό

11. antigrav n: βαρυτάρσιο

12. attention whore: παγκαλάκος / -κι (© clot), ομφαλεφιστών / -ώσα, προσοχοκράχτης / -ισσα, αυτοκράχτης / -ισσα, προσοχοπορνίδιο (© Εσχατόγερος), προσοχολιμάρα (© fagano3), προσοχολινάτσα

13. avian n: αλλοχθονοπτέρυγας

14. beanstalk n: εξανελυστήρας

15. becroggle v: βραχεοπαράλυση

16. belter n: αστεροειδαπός, μετεωρύχος

17. BEM n: δρακακρίδα

18. Bernal sphere / Stanford torus: βαρυτόκρικος

19. Bioship: βιόπλοιο / βιοπλοίο (© Alchemist501), βιοαστρόπλοιο (© killerbee), εμβιόφρακτο

20. blast off n: παλμοιστροβολώ, πλασμοπιστολίζω

21. blast off v: παλμοιστρωθώ

22. Blaster: πλασμοπίστολο (© killerbee), πάλμοιστρο

23. blowup n: παναφανιστής

24. body-waldo n: βραχιονοπλία

25. braintape n: νουμοιότυπο

26. broadcast: διεκπομπή (© Sophistes), υπερεκπομπή (© Sophistes), πανεκπομπή (© Spiros252)

27. bukkake: σπερματοκάλυψη (© Dwarven Blacksmith)

28. bullying: ταυρισμός (© Εσχατόγερος), διεκφοβισμός (© fagano3)

29. Burkini: περισωματίδα

30. Bussard ramjet: υλαδράχτης (του Bussard)

31. Byte 10^00: δυφιόλεξη (© Spiros252), δυφιόγραμμα (© Spiros252), οκταδύφιο (© Spiros252), ογδήκιστο (οκτώ + ήκιστο: Bit)

32. Byte 10^03 (Kilobyte): χιλιογδήκιστο, χιλιοδυφιόγραμμα (© Spiros252)

33. Byte 10^06 (Megabyte): μεγαλογδήκιστο, μεγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)

34. Byte 10^09 (Gigabyte): γιγαντογδήκιστο, γιγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)

35. Byte 10^12 (Terabyte): τερατογδήκιστο, τεραδυφιόγραμμα (© Spiros252)

36. Byte 10^15 (Petabyte): πετανογδήκιστο, πεταδυφιόγραμμα (© Spiros252)

37. Byte 10^18 (Exabyte): εξογδήκιστο

38. Byte 10^21 (Zettabyte): επτογδήκιστο

39. Byte 10^24 (Yottabyte): δισογδήκιστο (οκτω + οκτώ + ήκιστο: Bit)

40. Byte 10^27 (Brontobyte): τρισογδήκιστο

41. Byte 10^30 (Geopbyte): τετρακισογδήκιστο

42. Byte 10^33 (?-byte): πεντακισογδήκιστο

43. capital ship (spaceship): διαστημοθωρηκτό (© killerbee), αχανόκροτο

44. carbon nanotube skyscraper: μεγανθρακίονας

45. caster (wave) board: ελικοσανίδα

46. Chat slang: ισθομιλουμένη, ιστιδίωμα

47. chat: μπλαμπλα (© LOUROS), ισθομιλία / -ώ

48. Clarke's First Law: ο νόμος της αναδυνατότητας

49. Clarke's Second Law: ο νόμος της δυνατοδιάτασης

50. Clarke's Third Law: νόμος της τεχνολογητείας

51. Clip-on: σκιοπρόσθετο, προδεθήλιο (προ + δένω + ήλιος)

52. cloaking device n: αμφισυνευθειαστής, αορατοποιός

53. cold sleep n: αζωθυπνία

54. cold sleeper n: αζωθύπνιος

55. collapsium n: συμπάγιο, ατεγκτάτηκτο

56. comlink n: ολογράφωνο

57. commset n: ολογραφωνικό

58. completism n: συμπληρωτισμός

59. completist n: συμπληρωτιστής

60. computronium: υλογιστρόνιο / υλογιστόνιο (ύλη + υπολογιστής) (© Spiros252)

61. contraterrene adj: ανθυλόκτιστο

62. crack software: ιστωλεθρικό

63. Cracker: ιστωλετήρας / ιστωλλύω

64. crystal sword: αδαμαντάορας

65. Cyber warrior: ιστωπλίτης

66. Cyberpathy: κυβερνοπάθεια (© Spiros252)

67. Cyborg: μηχανδρείκελο (© Alchemist501), μηχάνδρωπο, ανδρομήχανο

68. cyborged adj: μηχανδροποιημένος

69. cyborging n: μηχανδροποίηση

70. dayside: φωτοσφαίριο (© Spiros252), η μεταξύ τους οριακή περιοχή λέγεται ζώνη του λυκόφωτος

71. Debt repayment: ωρχισμός (© Yochanan)

72. deflector n: ασπίδαυρο

73. Depaysement: αποτοπισμός

74. dirtsider n: ομοχθόνιος

75. disintegrator n: απολοκληρωτής

76. disruptor n: φωτοσφαιροβόλο

77. Docking (devices): πίρωση / -ώνω (© Spiros252) (για τα μικρά αντικείμενα - συσκευές - υλικολογισμικό) Π.χ. Πίρωση ακουστικών, bluetooth σε κινητό

78. Docking (space): προσπίρωση / -ώνω (© Spiros252), προσβλήτρωση / -όνομαι (© Spiros252), προσκομβίωση / -όνομαι (© Dwarven Blacksmith), προσεισφράγιση /-ίζομαι

79. doomwatcher n: οικοκασσάνδρα

80. Double penetration: διπλοεισχώρηση (© Dwarven Blacksmith)

81. doubleplusungood adj: πανυπερκάκιστος

82. downtime adv: αλλοτινότητα

83. drone (observation): τηλεωρίτης, μπανιστροζούζουνο

84. drone (tank copter): αερομποτάνκ (© Hellegennes), ερπαεριθύνωπο

85. drone (tri-, quad-, hexacopter): τρι-, τετρα-, εξαβεμβικό

86. drone (UAV): αερομπότ (© Hellegennes), βομβίσκος (© Sophistes), θροΐσκος (© Sophistes), ζίγγος (© Sophistes), τενθρήνιο (© Sophistes), αυτοπλάνο (© TheoPhrm), αερομβώτιο, αεριθύνωπο, κηφηνόπλανο (© κάποιος_Νίκος), κηφηνόπτερο (© κάποιος_Νίκος), πτερήλατο, θρον (© Spiros252), πτεροβέμβικας (για όλα τα παραπάνω, το UCAV: μαχητικό...)

87. drone (UGV): ρομποτάνκ (© Hellegennes), ερπιθύνωπο

88. drone (UUV): υδρομπότ (© Hellegennes), υδροβομβίσκος (© Sophistes), υδροθροΐσκος (© Sophistes), υδροζίγγος (© Sophistes), υδροτενθρήνιο (© Sophistes), υδρομβώτιο, υδροϊθύνωπο

89. dropshaft n: αιωροσωλήνας

90. Duende: καλλεμψύχαψη, ψυχόριγος (© Spiros252), εγκηροθωπεία = εν + κηρ (ψυχή) + θωπεία, εάν φυσικά ισχύει πως νεκρός = νη (αρνητικό) + κηρ (ψυχή) = άψυχος

91. Dyson sphere: κελυφοτίτανας, τιτανοκέλυφος (© κάποιος_Νίκος), αστροκέλυφος (© Spiros252), ηλιοβράνη (© Spiros252), αστρένδυμα (© Spiros252) (...του Dyson)

92. e-Board: αμφίτροχο (όχι “-σανίδα” γιατί είναι ηλεκτροκίνητο όχημα). Υπάρχει φυσικά και ο όρος αυτοϊσορροπούμενο ηλεκτροκίνητο πατίνι, αλλά αναφέρεται σε πατίνια, δηλαδή τροχοσανίδα με χειρολαβές.

93. e-mail: φωτάγγελμα, λυχνόγραμμα, λυχνόπεμπτο, λυχοδικό (γράμμα), λυχόδιο

94. Earthborn adj: γηγνητικός

95. Earthborn n: γήγνητος

96. Earthfolk pl. n: γεώλαος

97. Earthlike adj: γηϊνοειδές

98. Earthman n: πλανητοδέσμιος

99. Earthperson n: χθονιώτης

100. egoscan n: ιδιαναζήτηση

101. escape pod n: κοσμόλεμβος

102. esp v: αλλονάγνωση

103. esper n: αλλοναγνώστης

104. expository lump n: τεχνοσέντονο

105. faan n: φαντασιοκουστωδικός

106. facial: χυσοβάτισμα

107. fakefan n: φαντασιακολουθίσκος

108. fanning n: εφοπαδός

109. fannish adj: εφοπαδικός

110. fannishness n: εφοπαδοσύνη

111. Fanspeak: εφοπαδική

112. fantascience n: εφεπιστημονικοφάνεια

113. fantastic n: μυθοπλαστικοειδές

114. faster than light: υπερλυκωκύτητα, υπερφωτώθηση

115. feelie n: μελό ε.φ.: έφμελο

116. Fernweh: ξεναλγία (© Sophistes), αλαργολαχτάρα, περαντόποθος, οδυσσεϊσμός (© fagano3), αλαργόποθος

117. fffm: τριδοριάλοιφος / -ία, θθθα (© clot)

118. ffm: δικύσθοιφος /-ία

119. Fidget Spinner: σβουροδάκτυλος, νυχοβέμβικας, τριφυλλέλικας, ζαβολιαρόσβιγα, νευροστρόφιγγας, σπαρτα(ρο)ρόδανο > σπαρταρόδανο, νυχόσβουρα, νυχέλικας, νυχόσβιγα, νυχοστρόφιγγας, ροδανόνυχο, δακτυλοβέμβιξ, δακτυλέλικας, δακτυλόσβιγα, δακτυλοστρόφιγγας, δακτυλορόδανο, τριφυλλοβέμβικας, τριφυλλόσβουρα, τριφυλλόσβιγα, τριφυλλοστρόφιγγας, τριφυλλορόδανο, ζαβολιαροβέμβικας, ζαβολιαρόσβουρα, ζαβολιαρέλικας, ζαβολιαροστρόφιγγας, ζαβολιαρόδανο, νευροβέμβικας, νευρόσβουρα, νευρέλικας, νευρόσβιγα, νευρόδανο, σπαρταροβέμβικας, σπαρταρόσβουρα, σπαρταρέλικας, σπαρταρόσβιγα, σπαρταροστρόφιγγας, σβουρέλικας (© sys3x) πλακωθέλικας < πλακωτό + έλικας, τριβαρόσβουρο

120. flitter n: βραχύπλοο

121. floater n: ανθελκωθούμενο

122. fmm (dap): συνεδρότρηση

123. fmm (dvp): συμμυρτώρυξη

124. fmm (sandwich): αμφίψωλο

125. fmm (Spit Roast): πεοβελισμός

126. fmmm (airtight): πανοπ(οπ)ληστία > πανοπληστία

127. fmmm (da + vp): φαλλοτριβείο

128. fmmm (dv + ap): τραμιδάλεση

129. food pill n: δισκιεδώδιμα

130. Force field: σκέπαυρο

131. foursome: τετροχεία, τεσσεροπάρτουζο (© clot)

132. Frankenfood: διαγονιδίεσμα (διαγονίδιο-εισαγόμενο γονίδιο + έδεσμα), τερατοφάι

133. Fremdschämen: συνεντροπή (© Sophistes), πάραιδως (© άραξον), συναισχύνομαι, συναιδούμαι, συναίδομαι

134. gadget a: εφευροκεντρικό

135. galactography n: γαλαξιογραφία

136. gangbang: συμμοριτοπάταγος (© Τζακ Πάλανς), συμμοριογαμήσι (© Alchemist501 ), οχλοβάτεμα, συγγάμβρισμα / συγγαμβρίζω / συγγαμβρίστρια

137. Gated community: γιαποικία (© Yochanan)

138. gateway n: συμπαντοπύλη

139. generation adj: χασματόπλωρο

140. Glamping: χλιδοσκήνωση

141. glassite n: μεταλλύελος

142. go nova v: νεολαμφοδεύω

143. go supernova v: υπερνεολαμφοδεύω

144. graser n: ηλιαστίκτης

145. Graviton laser: βαρυτοστίκτης

146. gravity well n: βαρυτορόσημο

147. grok v: διενδοσυναίσθηση

148. group mind n: συμμύαλο

149. hacker: κενοφάντης, ιστωρύχος, δικτυοτρήτης

150. hacking: κενοφαντία, ιστώρυξη, δικτυότρηση

151. hands-free: ωτέμφυτο, χώρχερο (© LOUROS), λυτρόχειρο, νήχειρο, νηχείραπτο

152. helicab n: ταριφόπτερο

153. helicar n: ελικοπτεράμαξo

154. hipster: ασυρμικός, (υπερσυρμικός, μετασυρμικός)

155. hive mind n: μακροσυναπτικό

156. holotank n: ολογραφοδέκτης

157. home boy: οικόπαιδο (© Σπυρος1), οικοδιάκονος (© κάποιος_Νίκος)

158. home galaxy n: τετραβραχιόνιος

159. hot dog: θερμοκύνιον (© stavmanr), περιαρτοχοίριο (© stavmanr)

160. hyperdrive n: υπερωστικός

161. hypersonic missile: πανήχαυλος, πανυπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος), πενθυπερηχόβλημα (>Mach 5)

162. hyperspeed n: υπερωκύτητα

163. impervium n: αυθιστάτης

164. in-system adj: ενδοαστροσφαιρικό

165. inertia damper: αλεξέλξιο, αδραν(ει)οαπορροφητής/αδραν(ει)οεκμηδενιστής/αδρανειοαδρανοποιητής (© clot)

166. infodump n: πληροφοριοκοίλι

167. infrared absorption metamaterial: Υπερυθραπορροφητήρας / φωτονιοφάγος / φωτερυθροφάγος / αλυχνόφιλτρο (© Spiros252), φωνονηδεστής / υπερυθροδεστής

168. intersystem adj: διαστροσφαιρικό

169. jack in v: μυαλογισμικομβιώνω, κυβερνοπιρώνω (© Spiros252)

170. Jogging: βραχύδρομος / βράξιμο (© LOUROS), βραδυδρομώ / -ία

171. jump drive n: μεθαλματωθητήρας

172. jump gate n: μεθαλματόθυρο

173. jump n: μέθαλμα

174. jump point n: μεθαλμάτοπος

175. jump ship n: μεθαλματωθούμενο

176. jump space n: διαμεθαλτήριο (σύμπαν)

177. jump v: μεθάλλομαι

178. Kummerspeck: λυπόλιπος, θλιψομασαμπούκες (© fagano3)

179. L’esprit de l’escalier: παραπαύδηση

180. landing cradle n: προσκομβιωτήρας

181. laser gun n: φωτοστικτοβόλο

182. levitator n: βαρυταρνητής

183. light n: λυκωκύτητα

184. light-speed n: φωτομονάδα / φωτομοναδιαία (μέτρηση)

185. Lofstrom loop: κοσμοπυλώνας (του Lofstrom)

186. Luna City n: σεληνούπολη

187. Lunarian n: σεληνάποικος

188. Mankini: ωμωρχεοσυνδέτης, καυλιμάντειο

189. medical nanites: βιονίτες

190. megayear n: χιλιοήμερο

191. Mercurian n: εφιέρμαιος

192. metamodernism: υστερονεωτερισμός

193. military science fiction n: στρατεφική

194. mind shield n: αλουμινόκρανος

195. mind-meld n: πνευματοσύγκραση

196. moonsuit n: σεληνένδυμα

197. morph n: σωματομοιότυπο

198. multigeneration ship n: γενεόσκαφος

199. mundane n: ανεφοπαδός

200. mutant n: μεταλλαγμενούργημα

201. mutation n: μεταλλαγμενουργία

202. needle beam n: πυρακτίνα

203. needle gun n: πυρακτινικό

204. needle v: πυρακτινίζω

205. Neptunian n: ποσειδωνάποικος

206. Network collapse: πανιστωλεθρία

207. neural adj: μυαλογισμικό

208. neuronic adj: νευραλλοιωτής

209. neutronium sword: ουδετερονίδα

210. neutronium: ουδετερονιακό (υλικό)

211. nightside: ερεβοσφαίριο (© Spiros252)

212. normal space n: ομοιαπέραντο

213. nova bomb n: ανθυλοβίδα

214. nova v: καινοφανηγώ

215. Oculus Rift & HoloLens: μαγόφακος (© LOUROS), ευτόπτρα, ευτοπίοπτρο

216. off-earth adj: αλλοχθονογενές

217. off-earth adv: μηκισθήλια

218. off-planet adj: απαφετήριος

219. off-planet n: αποπύρηνος

220. offworlder n: αφηλιοσφαίριος

221. on-planet adj: επιπλανήτιος

222. outplanet n: διαγαλαξιάκοσμος

223. outsystem adj: ετερήλιο

224. overdrive n: υπερφωτωθητήρας

225. overmind n: πολυνοημοσύνη

226. passifan n: αντιφαντασιακόλουθος

227. patchwork family: κασιγνηταδελφική (οικογένεια)

228. phaser: ενεργοπομπός (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)

229. Photo bomber: φοντοχαλάστρας, υποβαθροπτωτιστής, υποβαθρεπιβάτης, ανθυποβαθρεπιβάτης (συνοδεία του πρώτου), βαθρεπιβάτης (ο απόλυτος βομβιστής), υποβαθρώσκων

230. Planck (ενέργεια) : ενεργόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)

231. Planck (θερμοκρασία): μεταθερμοκρασία / υπερκρασία / εξωθερμοκρασία / εξωκρασία (του Πλανκ) (© Spiros252)

232. Planck (μάζα): ψυλλώνιο / ψυλλόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)

233. Planck (μήκος): οδόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)

234. Planck (φορτίο): δωδεκατρόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)

235. Planck (χρόνος): χρονόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)

236. planet-bound adj: πλανητοπάγιος

237. planet-buster n: γεωλετήρας

238. planetary romance n: αστερομάντζο

239. plastiskin n: αντιδόριο

240. Plutonian n: αδηούχος

241. pod person n: εξωγηινισμένος

242. portmanteau word: λεξαποσκευή

243. post-holocaust adj: μεθολοκαυτωματικό

244. Post-scarcity economy: μετανεμπληστική (κοινωνία)

245. pressor beam n: ωθησαχτίδα

246. pressor n: ωθησαχτιδοβόλο

247. Projection keyboard: πληκτρολόγραμμα

248. Quantum mechanics: διακριτονική μηχανική

249. Quantum: διακριτόνιο

250. qubit: διακριτήκιστο

251. qubyte: διακριτογδήκιστο

252. Railgun: Επιραβδοτοξευτής (© κάποιος_Νίκος), μαγνητοβαλλίστρα, αμφιραγορίπτης, μαγνητοπυροβόλο (© killerbee), μαγνητοβόλο (© Spiros252), επιτροχιοβόλο (© Spiros252), εξοβελιστής (© κάποιος_Νίκος)

253. ramscoop n: συλλέχθυδρο 

254. ray gun n: ακτινορίπτης

255. ray projector n: ακτινοπροβολέας

256. ray v: ακτινορίπτω

257. reaction drive n: αντιδρωθητήρας

258. replicant n: επωδιστής

259. reverse gangbang: συννυφάδιασμα / συννυφαδιάζω / συννυφαδιαστής. Σκέφτηκα το γκουσγκουνίζω, αλλά στο αρκαδικό ιδίωμα σημαίνει το να κουνειέσαι χωρίς αποτελεσματικότητα, απο το κουσκούνι = υπουρίδα, οπισθένη

260. rim world n: παρυφόκοσμος

261. Ringworld: ηλιαντλάλως, κοσμοκρίκελος, κρικελόκοσμος

262. robot (Arms & Grippers): πολυγίγγλιμα

263. robot (one legged): αυθάλτης

264. robot: ρομπότης (© κάποιος_Νίκος), εμφρονοειδές, ρομβώτιο, δουλοειδές (© κάποιος_Νίκος), σκλαβοειδές (© κάποιος_Νίκος), μέτεργο, εργατοειδές (© Εσχατόγερος), ιθύνωπο, αζωαύτεργο (© stavmanr)

265. Rogue planet: αλυχνόχθονας, ορφανίτης (© clot), πλανέμιος (© Spiros252)

266. sandwich: περιάρτιο (© stavmanr), αμφίαρτο (© stavmanr)

267. Santa Claus machine: ινιδιοποιός

268. Saturnian n: κρονονάστης

269. Schlimazel: δισεκτισμός, γκαντεμισμός, πηγαδοκατουρητισμός, φρεατουρισμός

270. Schnapsidee: οινοφάνεια / οινοφανής (ιδέα) (© άραξον), μεθυσοβουλή (© κάποιος_Νίκος), ξιδέα (© LOUROS), αμπελοϊδέα (© fagano3)

271. Screenager: οθόνηβος, ευωνυμοσφίχτης (ευώνυμος (αριστερά) + σφίχτης (μυώδης))

272. self-driving car: αυθοδήγητο

273. Self-replicating spacekraft: αυτοπηγούμενο / βιοπηγούμενο (σκάφος)

274. Selfie stick: αυταπεικονηρίδα (αυταπεικονίζω + έρεισμα), αυτειδωλαβή, ειδωλόμοχλος

275. sercon adj: σοβαροδομική

276. sercon n: σοβαροδομή

277. sexting: ειδωλοιφώ, αλαργοχαμούρεμα / -εύομαι, τηλεμπαλαμούτιασμα / -τιάζομαι, ιστερωτοτροπία / -ώ, διασυνδεψία / διασυνδέφομαι

278. shared world n: ομόσυμπαν

279. Skatecycle (ονομασία προϊόντος): αμφελικοσανίδα (επειδή έχει την δυνατότητα να ελίσσεται σε δύο σημεία του άξονά του)

280. skimmer n: αιωρόδιφρος

281. skinsuit n: αερολισθηρίδα

282. Skort: περιγοφίδα (έντομη)

283. skyhook: ριψόγαντζος

284. Skywritting: αιθερογραφία

285. sleeper ship n: αζωτόκλινο

286. slideway n: μεθελκυστήρας

287. slipstream n: φαντασιακοφανής

288. slower-than-light adj: υπολυκωκύτητα

289. Smart Clothe: μεταλώπιο

290. smartphone: ευστρόφωνο

291. Sol-type n: ηλιομοιότυπο

292. Solar sail: ηλιάρμενο, ηλίστιο (© Spiros252)

293. Solarian n: ηλιοσφαιραπός

294. space dock n: κοσμονεωδόχος

295. space drive n: διαστημωθητήρας

296. space force n: αχανομαχητικό

297. space fountain: εξανελκυστήρας

298. space lane n: διυφήλιος (οδός)

299. space marine n: διαστημαχητής

300. space operatic n: διαστημοπερικό

301. space patrol n: διαστημονομία

302. space v: κοσμοδρομώ

303. space yacht n: κοσμοθαλαμηγός

304. space-borne adj: διαστημεύσιμος

305. space-burned adj: αστεροκαμένος

306. space-sick adj: διαστημάσθενος

307. spacehand n: αχανόμπαρκος

308. spaceline n: διυφηλιακή

309. spaceman n: διαστηματίας

310. spaceship n: αχανοπλεούμενο

311. spaceward adj: διαστημώθεν 

312. spaceways pl. n: διαστροδός

313. spaceworthy n: διαστημευσιμότητα

314. spaceyard n: κοσμοναυπηγείο

315. spam: παμφωτάγγελμα, συμφορημάγγελμα (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνόγραμμα, παλλυχνόπεμπτο, παλλυχόδιο, διασυμφόρημα (© κάποιος_Νίκος), αγγελιόχληση (© stavmanr)

316. spammer: παριζάνος (© clot), παμφωταγγέλτης, συμφορηματαγγέλτης (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνογράφος, παλλυχνοπομπός, παλλυχοδίτης, διασυμφορηματίας (© κάποιος_Νίκος), αγγελιοχλεύς (© stavmanr)

317. sprint: σπριντάρω: κραιφνάλλομαι< κραιπνός (σβέλτος) + άλλομαι (πηδώ), σπριντάρισμα: κραίφναλμα

318. spy ray n: αλλοναγνωστικό

319. starwisp: παραβολοφόρο (σκάφος)

320. stasis field n: υπεραδρανειακό (πεδίο)

321. stellar engine: φωταντλητές

322. stim n: παμβελτιωτής

323. sub-etheric adj: υποαιθέριος (© Alchemist501)

324. subjunctivity n: πραγματιστοσύνη

325. sublight adj: υπολυκωκύς

326. sublight adv: υπολυκωκέως

327. sublight n: υπολυκωκύτητα

328. subspace n: υπόσυμπαν

329. Supersonic missile: υπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος)

330. synthetic telepathy: φρηναυδία / -ώ, τεχνοπάθεια (© Spiros252)

331. system-wide adj: πανηλιοσφαιρικός

332. tablet: χαπάκι (© LOUROS), πινακοθόνη

333. Technopathy: τηλεκτροπάθεια (© Spiros252), ψυχοτροπάθεια (© Spiros252), τηλετεχνολογοπάθεια (© killerbee)

334. telempathic n: τηλενδοσυναίσθηση

335. terminator (solar): ευημερινός (© Spiros252)

336. terraform v: γαιοπλάθω (© Alchemist501)

337. terraformed adj: γαιοπλασμένος (© Alchemist501)

338. terraforming adj: γαιοπλαστικός

339. thermal throttling: θερμαυτορρύθμιση / θερμαυτοταλάντωση / θερμαυτοχρονισμός / ιδιοθερμοχρονισμός (© Spiros252), θερμαγχονισμός

340. threesome: τριοχεία (© Yochanan)

341. tight-beam n: φωτοστικταγγέλτης

342. tight-beam v: φωτοστικταγγέλλω

343. time viewer n: χρονοταξιδοσκόπιο

344. timepath n: χρονοπαθητικος (© Alchemist501), χρονατραπός, χρονόρευμα (© Spiros252)

345. torch drive n: συντηκτωθητήρια

346. torch n: συντηκτωθητήρας

347. torch v: συντηκτωθούμαι

348. torchship n: συντηκτωθούμενο

349. Torschlusspanik: αποδειπνοφοβία

350. tractor beam pulling: ακτινουλκώ

351. tractor n: ρυμουλκακτίνα

352. transhuman adj: αλλοσχηματικός

353. transhuman n: αλλόσχημος (άνθρωπος)

354. troll: σωκρατίσκος (© clot), συρθαλιέας, εμφιλόνεικος (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιοχλεύς (© stavmanr)

355. trolling: καλικαντζάρισμα (© Τζακ Πάλανς), συρθαλιεία, εμφιλονικεία (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιόχληση (© stavmanr)

356. trufan n: εφομπαδός

357. unsuit v: διαστημογδύομαι

358. unsuited adj: διαστημόγδυτος

359. Upcycling (λεξιλογικό): λεξανωκύκλωση, λεξονεκρανάσταση (© Alchemist501) (επαναχρησιμοποίηση απαρχαιωμένων λέξεων για νεοεμφανισθείσες έννοιες ή εξαρτήματα)

360. Uranian n: ουραναπός

361. Vaporwave: ατμοκύμα / αχνόκυμα (© Ηephestus)

362. Venerian n: αφροδιτάποικος

363. Verabreden: ανταμοθετώ

364. verschlimmbessern: χειροτεροβελτίωση, -ώνω

365. vibroblade n: παλιλλόγχιο

366. viewport n: παρεικόνιση

367. viewscreen n: οθονοσκόπιο

368. Virtual reality sickness: μεθαδρότητα

369. Vorfreude: προχαίρομαι (© Sοphistes), προσευμένεια (© άραξον)

370. Waldeinsamkeit: ιδιαλσολασιλαρότητα, μοναχοδρυμεντρέχεια, δασοκατάνυξη

371. walkthrough: υπέρλυση

372. warp drive n: δινωθητήρας

373. warp v: δινωθούμαι

374. xenocide n: ειδοκτονία

375. xenology n: αλλελλογολογία
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 24th, 2017, 9:32 pm

Grunts = ?
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό LOUROS » Ιούνιος 24th, 2017, 10:40 pm

Alchemist501 έγραψε: Grunts = ?


Υπάρχει ήδη.. γρῦ, γρυλίζω, νέος, ψάρι
We're on a mission from God.
Άβαταρ μέλους
LOUROS
Fast poster
 
Δημοσ.: 1869
Εγγραφη: Μάιος 22nd, 2012, 4:34 pm
Το μέλος LOUROS, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 25th, 2017, 12:57 am

LOUROS έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: Grunts = ?


Υπάρχει ήδη.. γρῦ, γρυλίζω, νέος, ψάρι


Μιλαω για τον στρατιωτικο ορο.
Κατι σαν "φανταροι" αλλα πιο γενικο. Τo "φανταροι" ταιριαζει μονο για μοντερνο στρατο..
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Dwarven Blacksmith » Ιούνιος 25th, 2017, 1:14 am

Alchemist501 έγραψε:
LOUROS έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: Grunts = ?


Υπάρχει ήδη.. γρῦ, γρυλίζω, νέος, ψάρι


Μιλαω για τον στρατιωτικο ορο.
Κατι σαν "φανταροι" αλλα πιο γενικο. Τo "φανταροι" ταιριαζει μονο για μοντερνο στρατο..

Πιστεύω μια καλή απόδοση είναι "γορίλες" όταν αναφέρεται σε μικρή ιδιωτική δύναμη προστασίας, και "κρέατα" όταν αναφέρεται σε κανονικό στρατό.
*Ode to Joy intensifies*
Άβαταρ μέλους
Dwarven Blacksmith
Extreme poster
 
Δημοσ.: 31860
Εγγραφη: Σεπτέμβριος 3rd, 2011, 12:00 am
Τοποθεσια: Maiore Patria
Το μέλος Dwarven Blacksmith, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό LOUROS » Ιούνιος 25th, 2017, 1:27 am

Alchemist501 έγραψε:
LOUROS έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: Grunts = ?


Υπάρχει ήδη.. γρῦ, γρυλίζω, νέος, ψάρι


Μιλαω για τον στρατιωτικο ορο.
Κατι σαν "φανταροι" αλλα πιο γενικο. Τo "φανταροι" ταιριαζει μονο για μοντερνο στρατο..


μαρίδες
We're on a mission from God.
Άβαταρ μέλους
LOUROS
Fast poster
 
Δημοσ.: 1869
Εγγραφη: Μάιος 22nd, 2012, 4:34 pm
Το μέλος LOUROS, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Alchemist501 » Ιούνιος 26th, 2017, 12:06 am

cult = ?

Υπαρχει το "αιρεση" αλλα δεν ειναι πολυ ακριβης αποδοση, λκαθως αναφερεται σε σχισμα μεγαλυτερης θρησκειας ενω το cult μπορει να ειναι πιο "ανεξαρτητο".
Άβαταρ μέλους
Alchemist501
New poster
 
Δημοσ.: 372
Εγγραφη: Οκτώβριος 13th, 2014, 6:48 pm
Το μέλος Alchemist501, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 26th, 2017, 11:19 pm

Alchemist501 έγραψε: cult = ?

Υπαρχει το "αιρεση" αλλα δεν ειναι πολυ ακριβης αποδοση, λκαθως αναφερεται σε σχισμα μεγαλυτερης θρησκειας ενω το cult μπορει να ειναι πιο "ανεξαρτητο".


Θρησκευτική λατρεία. Εκτός και άμα εννοείς το occult, τον αποκρυφισμό...
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό killerbee » Ιούνιος 26th, 2017, 11:32 pm

Ζενίθεδρος έγραψε:
Alchemist501 έγραψε: cult = ?

Υπαρχει το "αιρεση" αλλα δεν ειναι πολυ ακριβης αποδοση, λκαθως αναφερεται σε σχισμα μεγαλυτερης θρησκειας ενω το cult μπορει να ειναι πιο "ανεξαρτητο".


Θρησκευτική λατρεία. Εκτός και άμα εννοείς το occult, τον αποκρυφισμό...


Μπορείς να το πεις και Δόγμα...
killerbee
Fast poster
 
Δημοσ.: 1443
Εγγραφη: Φεβρουάριος 3rd, 2015, 3:29 am
Το μέλος killerbee, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό sys3x » Ιούνιος 27th, 2017, 12:56 pm

milf / gilf = γεροντομούνα.
·

Αν δεν είμασταν σπίρτα θα καίαμε για πάντα.
Άβαταρ μέλους
sys3x
Crazy poster
 
Δημοσ.: 6408
Εγγραφη: Οκτώβριος 21st, 2011, 8:05 am
Το μέλος sys3x, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 28th, 2017, 12:48 am

sys3x έγραψε: milf / gilf = γεροντομούνα.


gilf: γεροντομούνα

milf: ωρι(μο)μούνα > ωριμούνα

51. big dumb object n: βλ. 42 [υπάρχει ήδη ως μυστηριώδης ογκόλιθος (στο 2001) ή αντικείμενο]


αποκρύφογκο
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούνιος 29th, 2017, 10:46 am

Θα αφήσω εδώ ένα κατεβατό με γαλλικές λέξεις (δάνεια, αντιδάνεια). Στη συνέχεια, θα δούμε για ποιές απο αυτές υπάρχουν οι αντίστοιχοι, έστω και αχρησιμοποίητοι, ελληνικοί όροι.

Μεγάλο κείμενο: εμφάνιση
1. αβανγκάρντ: avant‐garde
2. αβανγκαρντισμός: avant‐gardisme
3. αβαντάζ: avantage
4. αγγλέ: anglais
5. αγενεσία: agénésie < ελλ. α στερητ. + γένεση
6. αγκαζάρω: engager
7. αγκαζέ: engagé
8. αγκράφα: agrafe
9. αγνωστικισμός, αγνωσιαρχία: agnosticisme
10. αγραμματισμός: agrammatisme < ελλ. α στερητ. + γράμματα
11. αερομοντελισμός: aéromodélisme
12. αεροπλάνο: aéroplane
13. αερόστατο: aérostat < ελλην. θ. αέρο‐ + στατός του ίσταμαι
14. αζούρ: ajour
15. αιθυλένιο: éthylène
16. αιθύλιο: éthyle < ελλ. αιθήρ + ύλη
17. ακαζού: acajou
18. ακορντεόν: accordéon
19. ακριλικός: acrylique
20. ακρομεγαλία: acromégalie < ελλ. άκρον + μεγάλος
21. ακτιβισμός: activisme < actif < λατιν. activus (= ενεργητικός)
22. ακτιβιστής, ακτιβίστρια: activiste
23. ακτουαλισμός: actualisme
24. αλέα: allée
25. αλερετούρ: aller retour
26. αλκάλιο, άλκαλι: alcali < αραβ.al‐galy (= σόδα)
27. αλκαλοειδές: alcaloide
28. αλκοτέστ: alcootest < αλκοόλ + τεστ
29. αλμανάκ: almanach < λατιν. μσν. almanachus < αραβ. al‐ manakh
30. αλπινισμός: alpinisme
31. αλπινιστής, αλπινίστρια: alpiniste
32. αλτερνατίβα: alternative
33. αλτρουισμός: altruisme < λατ. alter (= άλλος)
34. αμάλγαμα: amalgame, πιθ. αραβ. λ.
35. αμίαντος, αμίαντο: amiante
36. αμινοξέα: amino + οξέα
37. αμοραλισμός: amoralisme
38. αμοραλιστής, αμοραλίστρια: amoral
39. αμορτισέρ: amortisseur
40. αμπαζούρ: abat‐jour
41. αμπαλάζ: emballage
42. αμπαλάρω: emballer
43. αμπέρ: ampère
44. αμπιγιέ: habillé
45. αμπιγιέρ, αμπιγιέζ: habilleur ‐ habilleuse
46. αμπούλα: ampoule
47. αμπρί: abri
48. αμφεταμίνη: amphétamine
49. ανιλίνη: aniline
50. ανιμιστικός: animiste
51. ανοξία: anoxie, από τα ελλ. αν‐ στερητ. + οξ(υγόνο)
52. ανσάμπλ: ensemble
53. αντιβιόγραμμα: antibiogramme
54. αντίγονο, αντιγόνο: antigène < ελλ. αντί + γένος
55. αντικέρ: antiquaire < λατιν. antiquarius (= ο αναφερόμενος στην αρχαιότητα)
56. αντιλόπη: antilope
57. ανφάν‐γκατέ: enfant gâté
58. ανφάς: en face
59. αξεσουάρ: accessoire
60. απαρτεμάν: appartement
61. απαρτμάν: appartement
62. απάχης, απάχισσα: apache, από το Apaches, όν. ινδιάνικης φυλής στο Τέξας των ΗΠΑ
63. απεριτίφ: apéritif
64. απλίκα: applique
65. αρ νουβό: art nouveau (= νέα τέχνη)
66. αρ ντεκό: Art Déco (= τέχνη διακοσμητική), από Exposition Internationale des Arts Décoratifs et Industriels Modernes, που έγινε στο Παρίσι το 1925
67. αραμπέσκ: arabesque
68. αραχίδα: arachide
69. αργκό: argot
70. αρζαντέ: argenté
71. αριβισμός: arrivisme
72. αριβίστας, αριβιστής, αριβίστρια: arriviste
73. αρκανικός: arcane ‐ αγγλ. arcane < λατιν. arcanum (= μυστικό)
74. αρμ: φρ. présentez armes = παρουσιάστε τα όπλα
75. αρμονίστας: harmoniste
76. ασανσέρ: ascenseur
77. ασετιλίνη: acétylène
78. ασορτί: assorti
79. ασπιρίνη: aspirine
80. αστιγματικός: astigmate
81. αστιγματισμός: astigmatisme
82. ατελιέ: atelier
83. ατού: atout
84. ατραξιόν: attraction
85. αυτισμός: autisme < ελλ. αυτός
86. αψέντι: absinthe < λατ. absinthium < μτγν. ελλ. αψίνθιον, υποκορ. του αρχ. άψινθος
87. βαγκόν λι: wagon‐lit (= βαγόνι ‐ κρεβάτι)
88. βαθυσκάφος: bathyscaphe < ελλ. βαθύς + σκάφος
89. βαθύσφαιρα: bathysphère < ελλ. βαθύς + σφαίρα
90. βακελίτης: bakélite
91. βακτηριολογία: bactériologie < ελλ. βακτήριον + κατάλ. ‐ λογία
92. βακτηριολογικός: bactériologique
93. βαλές: valet
94. βαλς: valse < γερμ. walzer
95. βαλτικός: baltique
96. βάνα: vanne (= υδροφράκτης)
97. βανδαλισμός: vandalisme, από όν. γερμαν. λαού, των Βανδάλων
98. βαποριζατέρ: vaporisateur
99. βαρβιτουρικά: barbiturique
100. βαριετέ: variété
101. βαρόμετρο: barométre < ελλ. βάρος + μέτρον
102. βαρονία: baronnie
103. βαρόνος, βαρονέσα, βαρόνη: baron (ήδη μσν. βαρόνιος και βαρούνιος) < λατιν. baro, ‐onis < αρχ. γερμ. bar (= ήρωας)
104. βελουτέ: velouté
105. βενεδικτίνη: bénédictine
106. βενζίνη, βενζίνα: benzine
107. βενζόη: benjoin
108. βενζόλη: benzole
109. βεραμάν: vert amande (= πράσινο του αμυγδάλου)
110. βεράντα: véranda < νεοϊνδ. varanda
111. βεριτάμπλ: véritable
112. βερμούτ: vermouth < μσν. γερμ. Wermut (= το φυτό Artemisia absinthium)
113. βερσιόν: version (= ερμηνεία)
114. βηρύλλιο: béryllium < ελλ. βήρυλλος
115. βιζαβί: vis‐à‐vis
116. βιζόν: vison
117. βιμπραφωνίστας: vibraphoniste
118. βιμπράφωνο, βιμπραφόν: vibraphone
119. βινιέτα: vignette
120. βιογένεση, βιογονία: biogenèse < βίος + γένεσις
121. βιογενετική: biogénétique < βίος + γενετική
122. βιοθεραπεία: biothérapie < βίος + θεραπεία
123. βιοκλιματολογία: bioclimatologie
124. βιολονίστας: violoniste
125. βιονική: bionique
126. βιονομία: bionomie
127. βιόσφαιρα: biosphère < βίος + σφαίρα
128. βιότοπος: biotope < βίος + τόπος
129. βισμούθιο: bismuth < γερμ. Wismuth
130. βιταλισμός: vitalisme
131. βιταμίνη: vitamines < λατιν. vita amine, όρος που έπλασε ο Funk (1913)
132. βιτρίνα: vitrine
133. βιτριόλι: vitriol
134. βιτρό: vitraux (πληθ. του vitrail)
135. βολάν: volant
136. βολοβάν: vol‐au‐vent
137. βολονταρισμός: volontarisme
138. βοναπαρτισμός: bonapartisme < Bonaparte
139. βόριο: bore
140. βουάλ: voile
141. βουαλάζ: voilage
142. βουδισμός: bouddhisme < Bouddha
143. βουδιστής, βουδίστρια: bouddhiste < Bouddha
144. βουλεβάρτο: boulevard (= λεωφόρος)
145. βουλκανιζατέρ: vulcanisateur < vulcaniser < αγγλ. vulcanize < λατιν. Vulcanus (= Ήφαιστος, φωτιά)
146. βουλκανισμός: vulcanisation
147. βραχμανισμός: brahmanisme < ινδ. brahman < brahma (= παγκόσμιο πνεύμα)
148. βρογχεκτασία: bronchectasie < βρόγχοι + έκτασις
149. βρογχοσκόπιο: bronchoscope < βρόγχος + σκοπέω –ώ β
150. ρογχοτομία: bronchotomie < βρόγχος + τέμνω
151. βρόμιο: brome, από το ελλην. βρόμος (= άσχημη μυρωδιά)
152. βρυόφυτα: bryophytes < βρύον + φύω
153. βωξίτης: bauxite
154. γαζέλα: gazelle < αραβ. ghazâl
155. γαλβανίζω: galvaniser
156. γαλβανικός: galvanique
157. γαλβανόμετρο: galvanomètre
158. γαλβανοπλαστική: galvanoplastie
159. γαλβανοσκόπιο: galvanoscope
160. γαλβανοτυπία: galvanotypie γάντι: gant < ιταλ. guanto < γερμ. want
161. γαρδένια: gardénia, από το όνομα του βοτανολόγου Garden
162. γαρνίρω: garnir
163. γαρνιτούρα: garniture
164. γασμούλος: gas + λατιν. mulus
165. γεωδυναμικός: géodynamique < ελλ. γη + δυναμικός
166. γίγα: gigue < αγγλ. jig
167. γιούπι: youpi
168. γκάζι: gaz
169. γκαζιέρα: gazière
170. γκαζοζέν: gazogéne
171. γκαζόν: gazon
172. γκαλά: gala
173. γκαλερί: galerie
174. γκαλόπ: galop
175. γκάμα: gamme
176. γκανιάν: gagnant
177. γκανιότα: cagnotte
178. γκαράζ: garage
179. γκαραντί: garanti
180. γκαρσόν, γκαρσόνι: garçon
181. γκαρσονιέρα: garçonnière
182. γκάφα: gaffe
183. γκι: gui
184. γκιλοτίνα: guillotine
185. γκίνια: guigne
186. γκιπούρ: guipure
187. γκισέ: guichet
188. γκομπλέν: Gobelin, όν. επιφανούς οικογένειας βαφέων που έδωσε το όνομά της στα βασιλικά εργαστήρια χειροτεχνίας στο Παρίσι (1667)
189. γκουάς: gouache
190. γκουβερνάντα: gouvernante
191. γκοφρέ: gaufré
192. γκοφρέτα: gaufrette
193. γκραβούρα: gravure
194. γκραν πρι: grand prix
195. γκρανγκινιόλ: Grand‐Guignol
196. γκρενά: grenat
197. γκρι: gris
198. γκρο πλαν: gros plan
199. γκροτέσκο: grotesque < ιταλ. grottesca (pittura) (= ζωγραφιά των σπηλαίων) < grotta (= σπηλιά) < λατιν. crypta < αρχ. ελλ. κρύπτη
200. γκρουπ: groupe
201. γκρουπούσκουλο: groupuscule
202. γλασάρω: glacer (= παγώνω)
203. γλυκερίνη: glycérine < ελλ. γλυκερός
204. γλυκίδιο: glycide < ελλην. γλυκός + υποκορ. κατάλ. ‐ίδιο
205. γλυκογόνο: glycogéne
206. γλυκόζη: glucose
207. γλυσίνα, γλυτσίνα: glycine < ελλην. γλυκύς
208. γραβιέρα: gruyère
209. γραμμόφωνο: grammophone < ελλ. γραμμή + φωνή
210. γρανάζι: engrenage
211. γρανίτης: granit < ιταλ. granito grano (= κόκκος)
212. γραφίτης: graphite
213. γρεναδιέρος: grenadier
214. γρίλια: grille
215. γρίπη: grippe
216. γρόσα: grosse
217. γυρόμετρο: gyromètre < ελλ. γύρος + μέτρον
218. δακτυλογράφος: dactylographe < ελλ. δάκτυλος + γράφω
219. δαντέλα, νταντέλα: dentelle
220. δεγράς: dégras
221. δελφίνος: dauphin < Dauphin < λατιν. delphinus < ελλ. δελφίν, ‐ίνος
222. διαχρονία: diachronie < διά + χρόνος
223. δολομίτης: dolomite < κύρ. όν. Dolomieu
224. δρόγη: drogue
225. δυναμό: dynamo
226. δυναμοηλεκτρικός: dynamo‐électrique
227. δυναμόμετρο: dynamométre < έλλ. δύναμις + μέτρον
228. εβαζέ: évasé, μτχ. του ρ. évaser (= ευρύνω, πλαταίνω)
229. εβαπορέ: évaporé
230. εβονίτης: ébonite
231. εγκρέτα: aigrette (= μεγάλος ερωδιός)
232. εγκυκλοπαίδεια: encyclopédie < μτγν. ελλ. εγκύκλιος παιδεία
233. εγκυκλοπαιδιστής: encyclopédiste
234. εγωισμός: égoisme < λατιν. ego
235. εγωιστής, εγωίστρια: égoiste < λατιν. ego
236. εγωτισμός: égotisme < αγγλ. egotism < λατιν. ego
237. εγωτιστής: égotiste
238. εκάι: écaille (= λέπι, όστρακο)
239. εκατόγραμμο: hectogramme < ελλ. εκατόν + γράμμα
240. εκλέρ: éclair
241. εκράν: écran
242. εκρού: écru (= φυσικός, ακατέργαστος)
243. εκτάριο: hectare < ελλ. εκατόν
244. ελίτ: élite
245. ελιτισμός: élitisme
246. εμαγιέ: émaillé
247. εμιγκρέ: émigré
248. εμουλσιόν: émulsion (= γαλάκτωμα)
249. εμπειρισμός: empirisme
250. εμπρεσιονισμός, ιμπρεσιονισμός: impressionnisme
251. εμπρεσιονιστής, ιμπρεσιονιστής: impressionniste
252. εμπριμέ: imprimé
253. ενδοροϊκός: endoréique < ελλ. ένδον + ρέω
254. ενδοφασία: endophasie < ελλ. ένδον + φάσκω
255. ενζενί: ingénue, θηλ. του ingénu (= αγαθός, απλοϊκός)
256. ενσταντανέ: instantané
257. εντεροκινάση: entérokinase
258. εξαντρίκ: excentrique
259. εξιτάρω: exciter
260. εξπέρ: expert < λατιν. expertus
261. εξπρεσιονισμός: expressionnisme
262. εξπρεσιονιστής, εξπρεσιονίστρια: expressionniste
263. εξτραφόρ: extrafort (= εξαιρετικά δυνατός)
264. εξτρεμισμός: extrémisme
265. εξτρεμιστής, εξτρεμίστρια: extrémiste
266. εραλδικός: héraldique
267. εργοθεραπεία: ergothérapie < ελλ. λ. έργον + θεραπεία
268. ερμίνα: hermine < λατιν. armenius mus (= ποντικός της Αρμενίας)
269. εσάνς: essence
270. εσάρπα: écharpe < αρχ. γερμ. Scharpe
271. εστέρες: ester
272. εστέτ: esthéte < ελλ. αισθητής
273. εστραγκόν: estragon
274. εσωτερισμός: ésotérisme < ελλ. εσώτερος
275. εταζέρα: étagère
276. εταμίνα: étamine
277. ετικέτα: étiquette
278. ευγονική, ευγονισμός: eugénisme < ελλ. ευ + γόνος
279. ευρώπιο: europium
280. ευστατισμός: eustatisme
281. εφέ: effet
282. εχινόκοκκος: échinocoque < εχίνος + κόκκος
283. ζακάρ: Jacquard, κύρ. όν. (του κατασκευαστή)
284. ζακέτα: jaquette, υποκορ. του jaque < αραβ. schakk
285. ζαμάν φου: je m’en fous (= στα παλιά μου τα παπούτσια)
286. ζαμανφουτισμός: je‐m’en‐foutisme
287. ζαμανφουτίστας, ζαμανφουτίστρια: je‐m’en‐foutiste
288. ζαμπόν: jambon
289. ζάντα: jante
290. ζαπονέ: japonais (= ιαπωνικός)
291. ζαρντινιέρα: jardinière
292. ζαρτιέρα: jarretière
293. ζέβρα, ζέβρος: zébre
294. ζελέ: gelée
295. ζεν πρεμιέ: jeune premier
296. ζενίθ: zenith < αραβ. samt, semt
297. ζερό: zéro
298. ζιγκ‐ζαγκ: zig‐zag
299. ζιγκολέτα: gigolette
300. ζιγκολό: gigolot
301. ζιλέ: gilet
302. ζιπ κιλότ: jupe‐culotte
303. ζιπούνι, ζιπουνάκι: jupon
304. ζιρκόνιο: zirconium
305. ζογκλέρ: jongleur
306. ζούγκλα: jungle < ινδ. djangala
307. ζωοτεχνία: zootechnie
308. ηγερία: égerie < λατιν. Egeria, νύμφη της ρωμαϊκής μυθολογίας, σύζυγος και σύμβουλος του νομοθέτη και βασιλιά της Ρώμης Νουμά
309. ηλεκτροσκόπιο: électroscope
310. ηλεκτροσόκ: électrochoc
311. ηλεκτρόφωνο: électrophone < ελλ. ήλεκτρον + φωνή
312. ηρωίνη: héroïne < ελλ. ήρως
313. θαλασσαιμία: thalassémie < ελλ. θάλασσα + αίμα
314. θεοδόλιχος: théodolite
315. θερμικός: thermique < ελλ. θερμός
316. θερμόμετρο: thermomètre < ελλ. θερμός + μέτρον
317. θερμοχημεία: thermochimie < ελλ. θερμός + χημεία
318. θόριο: thorium
319. ιακωβίνοι: jacobin, από το όν. μοναστηριού όπου συνεδρίαζαν
320. ιβουάρ: ivoir
321. ιδεαλισμός: idéalisme < ελλ. ιδέα
322. ιδεαλιστής, ιδεαλίστρια: idéaliste < ελλ. ιδέα
323. ιερεμιάδα: Jérémiade < Ιερεμίας
324. ιλουστρασιόν: illustration
325. ιμιτασιόν: imitation
326. ιμπεριαλισμός: impérialisme < λατιν. imperium (= εξουσία, κυριαρχία)
327. ιμπεριαλιστής, ιμπεριαλίστρια: impérialiste
328. ιμπρεσιονισμός: impressionnisme
329. ιμπρεσιονιστής: impressionniste
330. ινσουλίνη: insuline
331. ιρασιοναλισμός: irrationalisme
332. ιρίδιο: iridium
333. ιστολογία: histologie < ελλ. ιστός + λέγω
334. καγιάκ: Kayac (λ. των Εσκιμώων)
335. κάδμιο: cadmie
336. καλαμπούρι: calembour
337. καλειδοσκόπιο: kaléidoscope < ελλ. καλός + είδος + αρχ. σκοπέω
338. κάλιο: kalium
339. καλορί: calorie
340. καλοριφέρ: calorifére
341. καλότα: calotte
342. καλτσόν, καλσόν: caleçon
343. καμέλια: camélia < νεολατιν. camellia, < όν. του Camelli, που έφερε το φυτό από την τροπική Ασία το 17ο αιώνα
344. καμηλό: camelot
345. καμιζόλα: camisole < ιταλ. camiciola, υποκορ. του λατιν. camisia (= γυναικείο πουκάμισο)
346. καμιόνι: camion
347. καμουφλάζ: camouflage
348. καμουφλάρω: camoufler
349. καμπαρέ: cabaret
350. καμπινές, καμπινέ: cabinet
351. καμποτίνος: cabotin
352. καμπριολέ: cabriolet
353. κανάγιας: canaille < ιταλ. canaglia < λατιν. canis
354. καναλιζάρω: canaliser
355. καναπές: canapé < λατιν. conopeum < μτγν. ελλ. κωνωπείον (= ανάκλιντρο σκεπασμένο, με κουνουπιέρα)
356. κανίς: caniche
357. κανκάν: cancan < λατιν. quam quam, από τις συζητήσεις των φιλολόγων της Αναγέννησης, αν το λατιν. quam‐ quam πρέπει να προφέρεται κατά το γαλλικό τρόπο καν καν ή κατά τον αρχ. λατιν. κβαμ κβαμ
358. κανό: canot < ισπαν. canoa
359. καντόνι: canton < ιταλ. cantone
360. καντράν: cadran < λατιν. quadrans, μτχ. του ρ. quadro (= κάνω κάτι τετράγωνο, τετραγωνίζω)
361. καουτσούκ: caoutchouc < καραϊβ. cahuchu
362. καπιταλισμός: capitalisme
363. καπιταλιστής, καπιταλίστας, καπιταλίστρια: capitaliste
364. καπιτονέ: capitonné
365. καπό: capot
366. καρέ: carré < λατιν. quadratus
367. καρμανιόλα: carmagnole (= είδος ενδυμασίας του λαού κατά την περίοδο της Γαλλικής Επαναστάσεως) < ιταλ. carmagnola, όν. πόλης
368. καρμίνιο, καρμίνι: carmin
369. καρμπιρατέρ: carburateur
370. καρμπόν: carbone
371. καρναβάλι: carnaval < ιταλ. carne‐vale < ίσως μσν. λατιν. carnem levare (= εξαφανίζω το κρέας)
372. καρνάβαλος: carnaval
373. καρνέ: carnet < λατιν. quaternum (= τετράδιο)
374. καρό: carreau < λατιν. quadrellum
375. καροτίνη: caroténe
376. καρπέτα: carpette < αγγλ. carpet
377. καρτ ποστάλ: carte postale
378. καρτεσιανισμός: cartésianisme
379. κασέ: cachet (= αποτύπωμα σφραγίδας)
380. κασκαντέρ: cascadeur < cascader < cascade (= καταρράκτης)
381. κασκόλ: cache‐col
382. κασκορσές, κασκορσέ: cache‐corset
383. κασπό: cache‐pot
384. καστόρι: castor < ελλ. κάστωρ ή ουδ. του μτγν. επιθ. καστόριος
385. καφεθέατρο: café‐theâtre
386. καφεΐνη: caféine
387. καφές: café < τουρκ. kahve < αραβ. kahva
388. καφεσαντάν: café chantant
389. καφετερία, καφετέρια: cafétéria
390. καφετιέρα: cafetière
391. κέσιο: césium < λατιν. caesium, ουδ. του caesius (= μπλε)
392. κετόνες: cétones
393. κεφίρ: képhir, λ. καυκασιανή
394. κιγκαλερία: quincaillerie
395. κιλό: kilo(gramme) < ελλ. χιλιόγραμμον
396. κιλοβάτ: kilowatt
397. κιλοβατώρα: kilowattheure
398. κιλότα: culotte
399. κιλότο: culotte
400. κιναισθησία: kinesthésie < ελλ. κίνησις + αίσθησις
401. κινηματογράφος: cinématographe < ελλ. κίνημα + γράφω
402. κινησιοσκόπιο: kinescope < ελλ. κίνησις + ‐σκόπιο < σκοπώ
403. κινίνη, κινίνο: quinine
404. κλακ: claque
405. κλάκα: claque
406. κλακαδόρος, κλακέρ: claquer
407. κλακέτα: claquette
408. κλασάρω: classer
409. κλασέρ: classeur
410. κλατάρω: éclater
411. κλίκα: clique < cliquer (= χειροκροτώ)
412. κλισέ: cliché
413. κλος: cloche (= καμπάνα)
414. κλοσάρ: clochard
415. κλου: clou
416. κλουαζονέ: cloisonné (= διαχωρισμένος· περιφραγμένος)
417. κοινωνιολογισμός: sociologisme
418. κοκαΐνη: cocaine < περουαν. coca
419. κοκεταρία: coquetterie
420. κοκέτης: coquet (= πετεινίσιος)
421. κοκότα: cocotte (= πουλάδα)
422. κολάζ: collage
423. κολάν: collant
424. κολάπσους: collapsus < λατιν. collapsus < collabor (= καταρρέω)
425. κολεκτιβιστικός: collectiviste
426. κολεξιόν: collection (= συλλογή)
427. κολιέ, κολιές: collier < λατιν. collore (= λαιμός)
428. κολίτιδα: colite < ελλ. κόλον
429. κολόνια: eau de Cologne (= νερό της Κολωνίας)
430. κολορίστας: coloriste
431. κολοφώνιο: colophane < όν. πόλης Κολοφών
432. κομεντί: comédie
433. κομουνισμός: communisme < λατιν. communis (= κοινός)
434. κομουνιστής, κομουνίστρια: communiste < λατιν. communis (= κοινός)
435. κομπέρ: compère
436. κομπινεζόν: combinaison
437. κομπλέ: complet
438. κομπλέξ, κόμπλεξ: complexe, αγγλ. complex
439. κομπρεσέρ: compresseur
440. κομφερανσιέ: conférencier (= ομιλητής)
441. κομφόρ: confort
442. κονιάκ: cognac < όνομα της κωμόπολης Cognac, όπου η παραγωγή του ποτού για πρώτη φορά το 16ο αι.
443. κονσερβατουάρ: conservatoire
444. κονσόλα: console
445. κονσομασιόν: consommation
446. κονσομέ: consommé
447. κονστρουκτιβισμός: constructivisme < λατιν. constructivus
448. κοντέρ: compteur (= μετρητής)
449. κοντραπλακέ: contre‐plaqué
450. κοντρόλ: contrôle
451. κοοπερατίβα: coopérative
452. κορμοράνος: cormoran < cor‐ ( < λατιν. corvus = κοράκι) + λατ. marinus (= θαλασσινός)
453. κορνέ: cornet < corne (= κέρας)
454. κορσάζ: corsage
455. κορσές: corset < corps (= σώμα)
456. κορτικοθεραπεία: corticothérapie < cortico‐ (λατιν. cortex, ‐icis = φλοιός) + ελλ. λ. θεραπεία
457. κοσμητολογία: cosmétologie < cosmétique ( < ελλ. κοσμητικός) + ‐logie ( < ελλ. ‐λογία)
458. κοσμητολόγος: cosmétologue < cosmétologie < ελλ. κοσμητικός + ‐λογία
459. κοσμοδικία: cosmodicée < ελλ. κόσμος + δίκη
460. κοσμονομία: cosmonomie < ελλ. κόσμος + νέμω
461. κοτιγιόν: cotillon
462. κοτλέ: côtelé < côté (= πλευρό, παΐδι)
463. κοτολέτα: côtelette
464. κοτόν: coton
465. κουάφ: coiffe (γυναικείο μαντίλι για την κεφαλή)
466. κουβέρ: couvert
467. κουβερτούρα: couverture
468. κουλέρ λοκάλ: couleur locale (= τοπικό χρώμα)
469. κουπ: coupe (= κόψιμο)
470. κουπέ: coupé
471. κουπόνι: coupon
472. κούρσα: course < λατιν. cursus
473. κραγιόν, κραγιόνι: crayon
474. κράμπα: crampe
475. κρεατίνη: créatine
476. κρεατινίνη: créatinine < créatine
477. κρεμ: crème
478. κρεολός, κρεολή: créole < ισπαν. criollo
479. κρεπ: crêpe
480. κρέπα: crêpe
481. κρέπι: crêpe
482. κρεπντεσίν: crêpe de Chine (= μεταξωτό της Κίνας)
483. κρετινισμός: crétinisme
484. κρετίνος: crétin < chrétien (= χριστιανός)
485. κρετόν: cretonne, από το όν. της γαλλ. πόλης Creton
486. κροκέ: croquet < αγγλ. croquet < ρ. croquer (= χτυπώ)
487. κροκέτα: croquette
488. κροσέ: crochet
489. κρουαζιέρα: croisière
490. κρουασάν: croissant (= μισοφέγγαρο) < croître (= αυξάνω, αναπτύσσομαι) < λατιν. cresco (= αυξάνω)
491. κρουπιέρης: croupier
492. κρυόλιθος: cryolithe ‐ αγγλ. cryolite
493. κρυοφυσική: cryophysique ‐ αγγλ. cryophysics < ελλ. κρυο‐ + φυσική
494. κρυπτόν: krypton < ελλ. κρυπτόν < κρύπτω
495. κυλόττα: culotte
496. λακ: laque
497. λακές: laquais
498. λαμέ: lamé
499. λαμπατέρ: lampadaire < λατιν. lampadarius (= λαμπαδηφόρος) < ελλ. λαμπάς, ‐άδος
500. λαμπιόνι: lampion
501. λανολίνη: lanoline
502. λανσάρω: lancer
503. λαντό: landau, από το όν. της γερμ. πόλης Landau
504. λαπαλισμός: κύρ. όν. La Palice, ήρωας ενός τραγουδιού του οποίου οι στίχοι ήταν γεμάτοι με αφελείς κοινοτοπίες· π.χ. ένα τέταρτο πριν πεθάνει, ήταν ακόμη στη ζωή
505. λάσο: lasso < ισπαν. lazo
506. λεβιές: levier < lever < λατιν. levare (= ανυψώνω)
507. λεζάντα: légende < μσν. λατιν. legenda (= ανάγνωσμα)
508. λεϊσμανίαση: leishmanie
509. λετρασέτ: lettre (= γράμμα) + set
510. λετρίνα: lettrine
511. λιγνίτης: lignite < λατιν. lignum (= ξύλο)
512. λιθογραφία: lithographie < ελλ. λίθος + γράφω
513. λιθόσφαιρα: lithosphère < ελλ. λίθος + σφαίρα
514. λικέρ: liqueur < λατιν. liquor (= υγρό)
515. λιλά: lilas
516. λιμουζίνα: limousine
517. λινοτύπης: linotype < λατιν. linea (= γραμμή) + ελλ. τύπος
518. λινοτυπία: linotypie
519. λοσιόν: lotion
520. λουμπάγκο: lumbago
521. λουξ: luxe < λατιν. luxus (= πολυτέλεια)
522. λούπα: loupe (= φακός)
523. λουτρ: loutre
524. μαγδαλήνιο, μαγδαλένιο: magdalénien < Magdaleine, όν. σπηλαίου, στη Δορδόνη της Γαλλίας
525. μαγιό: maillot
526. μαγιονέζα: mayonnaise
527. μαγκαζίνο: magasin < ιταλ. magazzino < αραβ. ma‐kzan (= αποθήκη)
528. μαγνητόφωνο: magnétophone < ελλ. μαγνήτης + φωνή
529. μαζορέτα: majorette, συγκοπτόμ. τ. του αγγλ. drum majorette
530. μαζοχισμός: masochisme, από το όν. του Αυστριακού συγγραφέα Masoch, που περιγράφει τον παθολογικό ερωτισμό
531. μαζοχιστής, μαζοχίστρια: masochiste
532. μακάβριος: macabre, πιθ. από το Machabeorum chorea (= χοροί των Μακκαβαίων, νεκρικοί χοροί κατά το μεσαίωνα)
533. μακιγιάζ: maquillage
534. μακιγιάρω: maquiller
535. μακιγιέρ, μακιγιέζ: maquilleur
536. μακροοικονομία: macroéconomie < ελλ. λ. μακρός + οικονομία
537. μαμαζέλ, μαμζέλ: mademoiselle
538. μαμούθ: mammouth < ρωσ. mamont < ιακουτ. mamont (= ζώο του υπεδάφους)
539. μανδαρίνος: mandarin < πορτογ. mandarim < σανσκρ. mantr‐ι, mantrin (= σύμβουλος, υπουργός)
540. μανεκέν: mannequin < ολλανδ. mannekijn (= ανθρωπάκι)
541. μανιερισμός: maniérisme
542. μανικιούρ: manicure
543. μανόλια: magnolia
544. μανόμετρο: manomètre < ελλ. μανός (= αραιός) + μέτρον
545. μανσέτα: manchette < manch (= μανίκι)
546. μανσόν: manchon < manch (= μανίκι)
547. μαντό: manteau
548. μαραμπού: marabout < πορτογαλ. marabuto < αραβ. merabut
549. μαργαρίνη: margarine < ελλ. μάργαρον (= μαργαριτάρι)
550. μαρέγκα: meringue
551. μαριονέτα: marionnette (= αρχικά, μικρό άγαλμα της Παρθένου Μαρίας)
552. μαρκετερί: marqueterie
553. μαρκίζα: marquise
554. μαρμελάδα: marmelade < πορτογαλ. mermelada < λατιν. melimelum < ελλ. μελίμηλον
555. μαρμίτα: marmite
556. μαρξισμός: marxisme
557. μαρξιστής, μαρξίστρια: marxiste
558. μαροκέν: maroquin (= μαροκινός)
559. μαρς: marche, προστ. του ρ. marcher
560. μαρσάρω: marcher (= προχωρώ, βαδίζω)
561. μαρσπιέ: marchepied < marche (= βήμα, βάδισμα) + pied (= πόδι)
562. μασάζ: massage
563. μασέρ, μασέζ: masseur ‐ masseuse
564. μασίφ: massif (= συμπαγής, ατόφιος)
565. μασκέ: masqué
566. μασκότ: mascotte, υποκορ. του προβηγκ. masco (= μάγισσα)
567. ματ: mat < λατιν. mattus (= θαμπός) και < αραβ. mât (= πεθαμένος)
568. ματιέρα: matière (= ύλη)
569. ματμαζέλ: mademoiselle
570. μεγαβάτ: mégawatt
571. μεζονέτα: maisonnette, υποκορ. του maison (= σπίτι)
572. μεθάνιο: méthane
573. μεθυλένιο: méthyléne
574. μελαμίνη: mélamine
575. μελόν: (chapeau) melon μενού: menu
576. μενταγιόν: médaillon < ιταλ. medaglione < μσν. λατιν. medalia < *metallea < ελλ. μέταλλον
577. μερκαντιλισμός: mercantilisme < mercantile (= εμπορικός)
578. μερσεριζέ: mercerisé
579. μερσερισμός: mercerisage < όν. Άγγλου χημικού John Mercer
580. μερσί: merci
581. μεσόσφαιρα: mésosphère < ελλ. μέσος + σφαίρα
582. μετρ: maître
583. μετρέσα: maîtresse, θηλ. του maître
584. μετρό: métro, συγκοπή του métropolitain < ελλ. μητροπολιτικός
585. μεφιτικός: méphitique
586. μεφιτισμός: méphitisme
587. μηχανογράφος: mécanographe
588. μίζα, μίτζα: mise, θηλ. της μτχ. mis του mettre (= βάζω, θέτω)
589. μικροαμπέρ: micro‐ampère
590. μικρόβιο: microbe < ελλ. μικρός + βίος
591. μικροβιολογία: microbiologie
592. μικροβόλτ: microvolt
593. μικρογραμμάριο: microgramme
594. μικροοικονομία: microéconomie
595. μικροσκοπικός: microscopique < ελλ. μικρός + σκοπέω‐ώ
596. μικροσκόπιο: microscope < ελλ. μικρός + σκοπέω‐ώ
597. μικροφωτογραφία: microphotographie
598. μιλιμετρέ: millimétré
599. μιλιταρισμός: militarisme < λατιν. militaris < miles (= στρατιώτης)
600. μιλιταριστής, μιλιταρίστρια: militariste < militarisme
601. μιλφέιγ: mille‐feuille (= χίλια φύλλα)
602. μινιόν: mignon (= χαριτωμένος)
603. μιξάζ: mixage
604. μοβ: mauve
605. μοδίστρα: modiste, κατά το ράφτρα
606. μοκέτα: moquette
607. μολυβδένιο: molybdéne
608. μονόκλ: monocle < ελλ. μόνος + λατιν. oculus
609. μονοπλάνο: monoplan
610. μοντάζ: montage
611. μοντελισμός: modélisme
612. μοντελίστ: modéliste
613. μορμονισμός: mormonisme
614. μορμόνος: mormon
615. μορφίνη: morphine < Μορφεύς, θεός του ύπνου
616. μορφολογία: morphologie < ελλ. μορφή + λέγω
617. μοτέρ: moteur
618. μοτοκρός: motocross < moto(cyclette) + αγγλ. cross (country) (= δια μέσου των αγρών)
619. μοτοσικλέτα: motocyclette
620. μοτοσικλετιστής, μοτοσικλετίστρια: motocycliste
621. μουαρέ: moiré
622. μουλινέ, μουλινές: moulinée (soie) (= στριφτό μετάξι) < ρ. mouliner (= τυλίγω μετάξι)
623. μους: mousse
624. μουσελίνα: mousseline, από το όν. της πόλης Μοσούλη της Μεσοποταμίας, όπου κατασκευάζεται
625. μούσι: mouche
626. μουσώνας: mousson
627. μουφλόν: mouflon
628. μπαγιαντέρα: bayadère < πορτογαλ. bailadeira (= μπαλαρίνα)
629. μπαγκέτα: baguette < ιταλ. bacchetta
630. μπαζάρ: bazar < περσικό bazar (= παζάρι, αγορά)
631. μπακαράς: baccara
632. μπαλ μασκέ: bal masqué
633. μπαλαντέζα: baladeuse, θηλ. του baladeur (= περιφερόμενος)
634. μπαλαντέρ: baladeur (= ο περιφερόμενος)
635. μπαλαρμάς: balle ramée (= σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα)
636. μπαλόνι: ballon
637. μπαμπάς: baba (το γλυκό), λεξ. πολωνική
638. μπαράζ: barrage (= φράγμα)
639. μπαρόκ: baroque < πορτογαλ. barocco (= ακανόνιστο μαργαριτάρι)
640. μπατίκ: batik
641. μπατόν σαλέ: bâton salé (= ράβδος αλατισμένη)
642. μπεζ: beige < ιταλ. bigio (= γκρίζο)
643. μπεζές: baiser
644. μπεκ: bec
645. μπελ επόκ: belle époque (= ωραία εποχή)
646. μπεμόλ: bémol
647. μπεν μαρί: bain‐marie < bain (= μπάνιο) + Marie, όν. της αδελφής του Μωυσή, που είναι γνωστή ως αλχημίστρια και στην οποία αποδίδονται οι θαυματουργές ιδιότητες του ατμόλουτρου
648. μπενζίνα: benzine
649. μπερές: béret
650. μπέρτα: berthe
651. μπεσαμέλ: béchamel
652. μπετόν, μπετό: béton < λατιν. bitumen < pix tumens
653. μπετόνι, μπιτόνι: bidon
654. μπετονιέρα: bétonnière
655. μπιέλα: bielle
656. μπιενάλε: biennale, ουδ. του επιθ. biennal (= διετής)
657. μπιζού: bijou
658. μπικουτί: bigoudi
659. μπιμπελό: bibelot
660. μπιμπερό: biberon < λατιν. bibere (= πίνω)
661. μπιμπλό: bibelot
662. μπιντές: bidet
663. μπιφτέκι: bifteck < αγγλ. beefsteak (= φέτα βοδινού κρέατος)
664. μπλαζέ: blasé
665. μπλε: bleu
666. μπλεμαρέν: bleu marine
667. μπλοκ: bloc
668. μπλούζα: blouse
669. μπλουζόν: blouson
670. μποέμ: bohéme (= τσιγγάνος από τη Βοημία)
671. μποϊκοτάζ: boycottage < αγγλ. boycott, από το όν. του Άγγλου γαιοκτήμονα James Boycott, στον οποίο οι καλλιεργητές των κτημάτων του αρνήθηκαν κάθε υπηρεσία
672. μπολ: bol
673. μπολερό: boléro < ισπαν. bolero
674. μπομπόνι: bonbon
675. μπον φιλέ: bon filet
676. μποξέρ: boxeur
677. μπορ: bord
678. μπορντό: Bordeaux, όν. πόλης της Γαλλίας
679. μπορντούρα: bordure
680. μποτίνι: bottine
681. μπουά, μποά: boa
682. μπουαζερί: boiserie
683. μπουάτ: boîte
684. μπουγιαμπέσα: bouillabaisse
685. μπουγιότα: bouillotte < bouillir (= βράζω)
686. μπουζί: bougie
687. μπουκέτο: bouquet
688. μπουλβάρ: boulevard
689. μπουλόνι: boulon
690. μπουντουάρ: boudoir
691. μπουρζουαζία: bourgeoisie
692. μπουρζουάς: bourgeois
693. μπουρλέσκ: burlesque
694. μπουρλέσκο: burlesque
695. μπουτίκ: boutique
696. μπουτόν: bouton
697. μπουφάν: bouffant
698. μπουφές: buffet
699. μπρα ντε φερ: bras de fer
700. μπρασελέ: bracelet < bras < λατιν. bracchium < αρχ. ελλ. βραχίων
701. μπρελόκ: breloque
702. μπρετέλα: bretelle
703. μπριγιάντι, μπριγιάν: brillant
704. μπριγιαντίνη: brillantine
705. μπριγιόλ: brillole
706. μπριγκέτα: briquette
707. μπριός: brioche
708. μπροκάρ: brocart
709. μπροντερί: broderie
710. μπροσούρα: brochure
711. μυδράλιο: mitraille, με παρασχετισμό προς το αρχ. μύδρος
712. μυοκλονία: myoclonie ‐ αγγλ. myoclonus < ελλ. μυς, μυός + ‐κλονος < κλονώ, κλονίζω
713. μυοπάθεια: myopathie ‐ αγγλ. myopathy < ελλ. μυς, μυός + πάσχω
714. νάγια: naja
715. ναΐφ: naif (= απλοϊκός) < λατιν. nativus (= φυσικός)
716. ναπολεόνι: napoléon
717. νατουραλισμός: naturalisme
718. νατουραλιστής: naturaliste
719. ναφθαλίνη: naphtaline < ελλ. νάφθα
720. νεγκλιζέ: négligé
721. νεοεμπρεσιονισμός: neoimpressionnisme
722. νέον: néon
723. νεσεσέρ: nécessaire (= αναγκαίος, απαραίτητος)
724. νετρόνιο: neutron
725. νευρογλοία: nevroglie
726. νικοτίνη: nicotine < όν. του Γάλλου πρεσβευτή στην Πορτογαλία Nicot, που εισήγαγε στη Γαλλία το 1560 το φυτό του καπνού
727. νιόβιο: niobium
728. νομιναλισμός: nominalisme < nominal < λατιν. nomen (= όνομα) νομιναλιστής: nominaliste < nominal
729. νορμάλ: normal
730. νουβέλ βαγκ: nouvelle vague (= νέο κύμα)
731. νουγκά: nougat, από το λατιν. nux, nucis (= καρύδι)
732. νουγκατίνα: nougatine < nougat
733. ντάλια: dahlia, από το όν. του Σουηδού βοτανολόγου Dahl, που το έφερε στα 1789 από το Μεξικό
734. ντανταϊσμός: dadaisme
735. ντεγκραντέ: dégradé, μτχ. του ρ. dégrader
736. ντεϊσμός: déisme < λατιν. deus (= θεός)
737. ντεκαπάζ: décapage
738. ντεκλαρέ: επίθ. déclaré (= γνωστός, δηλωμένος)
739. ντεκοβίλ: decauville
740. ντεκολτέ: décolleté
741. ντεκόρ: décor
742. ντεκορατέρ: décorateur
743. ντεκουπαριστός: découper (= αποκόπτω)
744. ντεκουπάρω: découper (= αποκόπτω, αποχωρίζω)
745. ντελαπάρω: déraper
746. ντεμακιγιάζ: démaquillage
747. ντεμαράζ: démarrage
748. ντεμί σεζόν: demi‐saison
749. ντεμοντέ: démodé
750. ντεμπιτάντ: débutante, θηλ. του débutant
751. ντεμπούτο: début
752. ντεμπραγιάζ: débrayage
753. ντεπιές: deux‐pièces (= δύο κομμάτια)
754. ντεπό: dépôt
755. ντεσέν: dessin (= σχέδιο)
756. ντεσιμπέλ: décibel
757. ντεφετισμός: défaitisme
758. ντεφετιστής: défaitiste
759. ντεφιλέ: défilé (= παρέλαση)
760. ντεφορμέ: déformé, μτχ. του ρ. déformer (= χαλώ τη μορφή, αλλάζω σχήμα)
761. ντιζέρ, ντιζέζ: diseur – diseuse
762. ντιρεκτίβα: directive < λατιν. directus (= ευθύς)
763. ντισκοτέκ: discothèque < ελλ. δίσκος + θήκη
764. ντιστεγκές: distingué
765. ντοκιμαντέρ: documentaire
766. ντοκτορά: doctorat
767. ντολμέν: dolmen
768. ντοσιέ: dossier
769. ντουί: douille
770. ντουμπλ φας: double face
771. ντουμπλάρω: doubler
772. ντουμπλές: double (= διπλός) < λατιν. duplus (= διπλός)
773. ντους: douche < ιταλ. doccia
774. ντραπέ: drapé
775. ντρεσάρω: dresser
776. ντρίλι: drille
777. οβάλ: ovale
778. οβίδα: obus
779. ογκρατέν: au gratin
780. οδαλίσκη: odalisque < τουρκ. odalιk
781. όζη: ose
782. οικολογία: écologie < ελλ. οίκος + λέγω
783. οικοσύστημα: écosystème < ελλ. οίκος + σύστημα
784. οκαζιόν: occasion
785. ολόγραμμα: hologramme < ελλ. όλος + γράμμα
786. ολογραφία: holographie < όλος + γράφω
787. ομελέτα: omelette
788. οντισιόν: audition (= ακρόαση)
789. οντουλάρω: onduler
790. οντουλασιόν: ondulation
791. οξαλικός: oxalique < ελλ. οξαλίς
792. οξυζενέ: oxygénée
793. οπερατέρ: operateur < λατιν. operator
794. οπορτουνισμός: opportunisme (= καιροσκοπισμός)
795. οπορτουνιστής, οπορτουνίστρια: opportuniste
796. οπτιμισμός: optimisme < λατιν. optimus (= άριστος), υπερθ. του bonus
797. οπτιμιστής, οπτιμίστρια: optimiste
798. ορ τεξτ: hors‐texte (= εκτός κειμένου)
799. οριενταλισμός: orientalisme < oriental (= ο της Ανατολής)
800. ορλόν: orlon < αμερικ. Orlon, επωνυμία προϊόντος
801. ορμόνη: hormone < ελλ. ορμώ
802. ορντέβρ: hors‐d’œuvre
803. όσκολο: hausse‐col
804. όσμιο: osmium < ελλ. οσμή
805. οτομοτρίς: automotrice, θηλ. του επιθ. automoteur (= αυτοκίνητος)
806. οτοστόπ: auto‐stop
807. ουβερτούρα: ouverture
808. ουλάνος: uhlan, ταταρ. oglan
809. ουνιβερσαλισμός: universalisme < λατιν. universalis (= συνολικός, καθολικός)
810. ουρανισμός: uranisme < γερμ. Uranismus < ελλ. Ουρανία (Αφροδίτη)
811. ουρμπανισμός: urbanisme < λατιν. urbs, urbis (= πόλη)
812. οφικλείδα: ophicléide < ελλ. όφις + κλειδί
813. οψιόν: option < λατιν. optio, ‐onis (= επιλογή)
814. παγαία: pagaie, από το μαλαισιακό pengajoeh
815. παγέτα: paillette
816. παλ: pâle (= ωχρός)
817. πανζωοτία: panzootie < ελλ. παν‐ + ζώον
818. πανό: panneau < pan < λατιν. pannus (= πανί)
819. πανσές: pensée
820. πανσιόν: pension
821. πανταλόνι, παντελόνι: pantalon
822. παντατίφ: pendentif
823. παντεσπάνι: pain d’ Espagne < ιταλ. pan di Spagna (= ψωμί της Ισπανίας)
824. παντομίμα: pantomime < ελλ. παντόμιμος
825. παπιγιόν: papillon (= πεταλούδα)
826. παραβάν: paravent
827. παραθείο: parathion < ελλ. παρά + θείον
828. παραφασία: paraphasie < αρχ. ελλ. παράφημι
829. παραφίνη: paraffine < λατιν. parum affinis
830. παραψυχικός: parapsychique < ελλ. παρά + ψυχικός παρεό: paréo, από τη γλώσσα της Ταϊτής
831. παριζιάνος: parisien < Paris
832. παρκέ, παρκέτο: parquet
833. παρκετάρω: parqueter
834. παρκετέζα: parqueteuse
835. παρκόμετρο: parcomètre < parc (για αυτοκίνητα) ‐ο‐ + ελλ. μέτρον
836. παρλαμάς: parlement
837. παρμεζάνα: parmesan, από την ιταλ. πόλη Parma
838. παρμπρίζ: pare‐brise
839. παρνασσισμός: parnasse < ελλ. Παρνασσός
840. παρντόν: pardon
841. παρσισμός: parsisme < Parsi
842. παρτενέρ: partenaire
843. παρτέρι: parterre
844. παρτιζάνος: partisan < ιταλ. partigiano
845. παρτούζα: partouze
846. παρφουμαρίζομαι, παρφουμάρομαι: (se) parfumer < parfum (= άρωμα)
847. πασαρέλα: passerelle < ρ. passer (= περνώ)
848. πασιφισμός: pacifisme
849. πασπαρτού: passe‐partout (= περνά από παντού)
850. παστέλ: pastel
851. παστεριώνω: όν. Pasteur
852. πατ: pat < ιταλ. patta (= εγκατάλειψη) < λατιν. pactum (= συμφωνία)
853. πατέ: pâté
854. πατινάζ: patinage
855. πατινάρω: patiner
856. πατίνι: patine
857. πατρόν: patron
858. πατσουλί: patchouli
859. πεκινουά: pékinois
860. πελερίνα: pèlerine
861. πελότα: pelote
862. πελούζα: pelouse
863. πενικιλίνη: penicilline < νεολατ. penicillium (= είδος μύκητα)
864. πενιουάρ: peignoir
865. πένσα: pince
866. πεντάλ: pédal
867. πεντάνιο: pentane
868. πεντικιούρ: pédicure, ‐rie πεπτίδιο: peptide
869. περίμετρο: périmètre < ελλ. περί + μέτρον
870. περμανάντ: (ondulation) permanente
871. περσοναλισμός: personnalisme < λατ. persona (= πρόσωπο)
872. περσοναλιστής, περσοναλίστρια: personnaliste
873. πεσιμισμός: pessimisme < λατιν. pessimus (= χειρότερος)
874. πεσιμιστής, πεσιμίστρια: pessimiste
875. πετάλι: pédale
876. πεψίνη: pepsine < ελλ. πέψις
877. πιάν: pian
878. πιερότος: pierrot
879. πιετισμός: pietisme < λατιν. pietas, ‐atis (= ευσέβεια)
880. πικές: piqué
881. πικνίκ: pique‐nique
882. πιλοτή: pilotis (= θεμελίωση επί πασσάλων)
883. πινάκλ: pinacle < λατιν. pinnaculum
884. πινέζα: punaise
885. πιονέρος, πιονέρισσα: pionnier ή αγγλ. pioneer
886. πιόνι: pion
887. πιρόγα: pirogue ‐ ισπαν. piragua
888. πιρουέτα: pirouette
889. πίστα: piste < λατιν. pista
890. πλαζ: plage
891. πλακέ: plaqué
892. πλακέτα: plaquette
893. πλανάρω: planer
894. πλάνο: plan < λατιν. planus (= επίπεδος)
895. πλασάρω: placer
896. πλασιέ: placier
897. πλαστρόν: plastron
898. πλατερέσκ: plateresque < ισπαν. plateresco < platero (= αργυροχρυσοχόος) < plata (= άργυρος)
899. πλατίνα: platine
900. πλατινέ: platiné
901. πλατό: plateau
902. πλατφόρμα: plate‐forme
903. πλαφόν: plafond (= οροφή)
904. πλαφονιέρα: plafonnier
905. πλεξιγκλάς: plexiglas < γερμ. Plexiglas (όν. μάρκας)
906. πλερέζα: pleureuse
907. πλισές: plissé
908. πλονζόν: plongeon (= βουτιά)
909. πλουραλισμός: pluralisme < λατ. pluralis
910. πολεμολογία: polémologie < αγγλ. polemology < ελλ. πόλεμος + ‐λογία
911. πολυτραυματίας: polytraumatisé < ελλ. πολύς + τραυματίας
912. πομπέ: bombé
913. πονζέ: pongée
914. πορτατίφ: portatif
915. πορτμαντό: porte‐manteau
916. πορτμονέ: porte‐monnaie
917. πορτμπαγκάζ: porte‐bagages
918. πορτμπεμπέ: porte‐bébé
919. πορτμπονέρ: porte‐bonheur
920. πορτρέτο: portrait
921. ποσέ: poché(e), μτχ. του ρ. pocher (= μαυρίζω το μάτι κάποιου)
922. ποστίς: postiche
923. ποστρεστάντ: poste restante
924. ποτ πουρί: pot‐pourri (= φαγητό από πολλών ειδών κρέας)
925. πουά: pois (= αρακάς)
926. πουαντιλισμός: pointillisme
927. πουάρ: poire (= αχλάδι)
928. πουλέν: poulain
929. πουρές, πουρέ: purée
930. πουρμπουάρ: pourboire < φρ. pour boire (= για να πιεις)
931. πουτίγκα: poudingue < αγγλ. pudding
932. πουφ: pouf
933. πραλίνα: praline, από το όν. του δούκα du Plessis‐Praslin, του οποίου ο μάγειρας την επινόησε
934. πρεμιέρα: première
935. πρεταπορτέ: prêt‐à‐porter (= έτοιμο για φόρεμα)
936. πρέφα: préférence (= προτίμηση)
937. πρίζα: prise (= λήψη)
938. πριμ: prime < λατιν. praemium (= βραβείο)
939. πριμιτιβισμός: primitivisme < λατιν. primitivus
940. πριμιτιβιστής: primitif
941. προβοκάτορας, προβοκατόρισσα: provocateur < λατιν. provocare (= προκαλώ)
942. προθρομβίνη: prothrombine < ελλ. προ + θρομβίνη < θρόμβος
943. προτεκτοράτο: protectorat
944. προτεσταντισμός: protestantisme < protestant
945. προφίλ: profil
946. πρωτεΐνη: protéine < ελλ. πρώτος
947. πτιφούρ: petit four
948. ραβιέρα: ravier < αρχ. γαλλ. rave < λατιν. raphanus < αρχ. ελλ. ράφανος
949. ράγες, ράγιες: rails
950. ραγού, ραγκού: ragoût
951. ράδιο: radio(phonie)
952. ραδιοταξί: radiotaxi
953. ραδιοφωνία: radiophonie < λατ. radius (= ακτίνα) + ελλ. φωνή
954. ραμολί, ραμολής: ramolli
955. ράμπα: rampe
956. ραμποτέ: raboté, μτχ. του ρ. raboter (= πλανίζω)
957. ράντα: rente
958. ραντεβού: rendez‐vous
959. ραντιέρης: rentier
960. ρασιοναλισμός: rationalisme
961. ρασιοναλιστής: rationaliste
962. ραφινέ: rafiné
963. ρεαλιστής, ρεαλίστρια: réaliste
964. ρέβα: rave < λατιν. rapum < ελλ. ράπυς
965. ρεβάνς: revanche
966. ρεβανσισμός: revanchisme < revanche
967. ρεβεγιόν: réveillon
968. ρεβέρ: revers (= ανάποδη όψη)
969. ρεβιζιονισμός: révisionnisme
970. ρεβιζιονιστής: révisionniste
971. ρεγιόν: rayonne < αγγλ. rayon < ray (= ακτίνα)
972. ρεζεντά: réséda < λατ. reseda (morbos)
973. ρεζερβέ: réservé
974. ρεζερβουάρ: réservoir
975. ρεζιοναλισμός: régionalisme
976. ρεζισέρ: régisseur
977. ρεζουμέ: résumé
978. ρεκλάμα: réclame
979. ρεκτιφιέ: rectifier
980. ρελάνς: relance
981. ρελαντί: ralenti
982. ρελατιβισμός: relativisme < relatif (= σχετικός)
983. ρενάρ: renard (= αλεπού)
984. ρέντα: rente
985. ρεντινγκότα: redingote < αγγλ. riding coat (= σακάκι ιππασίας)
986. ρεπό: repos < reposer
987. ρεπορτάζ: reportage
988. ρεπροντιξιόν: reproduction
989. ρεσεψιόν: réception
990. ρεσεψιονίστ: réceptionniste
991. ρεσιτάλ: récital
992. ρετιρέ: retiré
993. ρετούς: retouche
994. ρετουσάρω: retoucher
995. ρετρό: rétro
996. ρεφάρω: se refaire
997. ρεφλέξ: réflex
998. ρεφορμισμός: réformisme < λατιν. reformo
999. ρεφορμιστής, ρεφορμίστρια: réformiste
1000. ρεφρέν: refrain < refraindre (= τσακίζω)
1001. ριλάξ: relax < αγγλ. ρ. relax
1002. ριντό: rideau
1003. ριπολίνη: ripolin
1004. ριφιφί: rififi (= συμπλοκή)· η σημ. στα ελλ. από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Ντασέν, 1954
1005. ροζ: rose < λατιν. rosa
1006. ροζέ: rosé
1007. ροκοκό: rococo < rocaille (= σωρός πέτρες, βράχοι)
1008. ροκφόρ: τοπων. Roquefort
1009. ρολάρω: rouler ή αγγλ. roll + κατάλ. ‐άρω
1010. ρολό, ρουλό: rouleau
1011. ρόλος: rôle
1012. ρομανικός: roman
1013. ρομπ ντε σαμπρ: robe de chambre (= ρόμπα δωματίου)
1014. ροντάρισμα: rodage· ή από το ρ. ροντάρω
1015. ροντάρω: roder
1016. ροντό: rondeau
1017. ρουζ: rouge
1018. ρουλεμάν: roulement
1019. ρουλέτα: roulette
1020. ρουμπινές: robinet
1021. ρουμπίνι: rubin < μσν. λατιν. rubinus < λατιν. rubeus (= κόκκινος)
1022. ρουμπρίκα: rubrique (= τίτλος κεφαλαίων σε βιβλία δικαίου, τυπωμένος με κόκκινη μελάνη) < λατιν. rubrica (= κοκκινόχωμα)
1023. ρουτίνα: routine
1024. σαβαγιάρ: savoyard (= ο της Σαβοΐας)
1025. σαβαρέν: savarin
1026. σαβουάρ βιβρ: savoir vivre
1027. σαγκουίνι: sanguin (= αιματώδης)
1028. σαδισμός: sadisme, από το όν. του μαρκήσιου de Sade
1029. σαδιστής, σαδίστρια: sadiste
1030. σακ βουαγιάζ: sac de voyage
1031. σακχαρίνη: saccharine < ελλ. σάκχαρον
1032. σαλέ: chalet
1033. σαλμί: salmis
1034. σαλόνι: salon < ιταλ. salone
1035. σαμουά: chamois
1036. σαμπάνια: champagne
1037. σαμπανιζέ: champagnisé
1038. σαμπό: sabot
1039. σαμποτάζ: sabotage
1040. σαμποτάρω: saboter
1041. σαμποτέρ: saboteur
1042. σαμπουάν: shampooing
1043. σαμπρέλα: chambre à air
1044. σαντιγί: chantilly, όνομα μεσαιων. ανακτόρου και κωμόπολης κοντά στο Παρίσι
1045. σαντούκ: shantoung, όν. επαρχίας της Κίνας
1046. σαντρέ: cendré
1047. σανφασόν: sans facon
1048. σαξ: (bleu de) Saxe = μπλε της Σαξονίας· από ένα είδος πορσελάνης με αυτό το χρώμα
1049. σαξοφωνίστας: saxophoniste
1050. σαξόφωνο: saxophone, από το όν. του Βέλγου Adolf Sax, που το κατασκεύασε + ελλ. φωνή
1051. σάρπα: écharpe < αρχ. γερμ. Scharpe
1052. σασί: châssis
1053. σασμάν: changement (de vitesse) (= αλλαγή ταχύτητας)
1054. σατέν: satin < αραβ. Zaituni < κινεζ. Tsiatoung, όνομα του λιμένα εξαγωγής
1055. σατινάρω: satiner
1056. σατινέ: satiné
1057. σατομπριάν: Chateaubriand, όν. του συγγραφέα ή Châteaubriant, όν. χωριού
1058. σεβρό: chevreau (= κατσικάκι)
1059. σεζλόνγκ: chaise longue
1060. σεζόν: saison
1061. σεκάνς: séquence (= σειρά, ακολουθία)
1062. σεμέν: chemin (de table)
1063. σεμέν ντε φερ: chemin de fer (= σιδηρόδρομος)
1064. σενιάν: saignant (= αιμοσταγής)
1065. σενσουαλισμός: sensualisme < λατιν. sensualis < λατιν. sensus (= αίσθηση)
1066. σεξ: sexe < λατιν. sexus (= γένος)
1067. σεξισμός: sexisme < sexe (= φύλο)
1068. σεξιστής, σεξίστρια: sexiste
1069. σεξουαλισμός: sexualisme
1070. σέπαλο: sépale, από συμφυρμό των séparer και pétale
1071. σεπαρέ: séparé
1072. σερβάντα: servante
1073. σερβί: servi (= υπηρετούμενος)
1074. σερβιέτα: serviette
1075. σερβίρω: servir
1076. σερβίς: service
1077. σερζ: serge
1078. σερί: serie (= σειρά)
1079. σερπαντίνα: serpentin
1080. σεσουάρ: séchoir
1081. σεφ: chef
1082. σιέλ: (bleu) ciel
1083. σικ: chic
1084. σικέ: chiqué (= προσποίηση, απάτη)
1085. σικλαμέν: cyclamen ( = κυκλάμινο)
1086. σιλανσιέ: silencieux
1087. σιλό: silo
1088. σιλουέτα: silhouette, από το κύρ. όν. Silhouette, Γάλλος υπουργός των οικονομικών το 1759
1089. σιμούν: simoun < αραβ. sâmoun
1090. σινεμά: cinéma
1091. σινιέ: signé, μτχ. του signer (= υπογράφω)
1092. σινιόν: chignon
1093. σιρκουί: circuit (= περίμετρος, γύρος)
1094. σιρόπι, σορόπι: sirop
1095. σισπανσιόν: suspension
1096. σιφονιέρα: chiffonnière
1097. σιωνισμός: sionisme < Σιών
1098. σιωνιστής, σιωνίστρια: sioniste < Σιών
1099. σκαμπίλι: brusquembille
1100. σκαμπό: escabeau
1101. σκάφανδρο: scaphandre < ελλ. σκάφη + ανήρ
1102. σκεπτικισμός: scepticisme < ελλ. σκεπτικός
1103. σκι: ski, νορβηγ. αρχής
1104. σκιέρ: skieur
1105. σοβιέτ: soviet, ρωσ. αρχής
1106. σοβινισμός: chauvinisme, από το όνομα του φανατικού Γάλλου πατριώτη Ν. Chauvin στην εποχή του Μ. Ναπολέοντα
1107. σοβινιστής, σοβινίστρια: chauviniste
1108. σοκ: choc
1109. σοκάρω: choquer
1110. σολίστ, σολίστας: soliste < ιταλ. solista
1111. σολιψισμός: solipsisme < λατιν. solus (= μόνος) + ipse (= αυτός ο ίδιος)
1112. σολφέζ: solfège
1113. σομιέ, σομιές: sommier
1114. σομόν: saumon
1115. σορόπι: sirop
1116. σοσιαλισμός: socialisme
1117. σοσιαλιστής, σοσιαλίστρια: socialiste
1118. σοσόνι: chausson
1119. σοτάρω: sauter
1120. σοτέ: sauté
1121. σου: chou
1122. σουά σοβάζ: soie sauvage (= άγριο μετάξι)
1123. σουαρέ: soirée
1124. σουβενίρ: souvenir
1125. σουέτ: suède < Suède (= Σουηδία)
1126. σουίτα: suite
1127. σουκρούτ: choucroute
1128. σουμπλιμέ, σουμπλιμές: sublimé
1129. σουμπρέτα: soubrette
1130. σουξέ: succès
1131. σουπέ: souper
1132. σουρεαλισμός: surréalisme
1133. σουρεαλιστής, σουρεαλίστρια: surréaliste
1134. σουρντίνα: sourdine < ιταλ. sordina
1135. σουτιέν: soutien(‐gorge)
1136. σουφλέ: soufflé
1137. σουφραζέτα: suffragette
1138. σοφάρω: chauffer
1139. σοφέρ, σοφερίνα: chauffeur
1140. σοφίτα: soffite < ιταλ. soffitto
1141. σπεσιαλιτέ: spécialité
1142. σπληνογραφία: splénographie < ελλ. σπλην, ‐νός + ‐ γραφία < γράφω
1143. σπληνομεγαλία: splénomégalie < ελλ. σπλην, ‐νός + μεγάλος
1144. στατιστικός: statistique < ελλ. στατίζω
1145. στέπα: steppe < ρωσ. step
1146. στερεογραφία: stéréographie < ελλ. στερεός + ‐γραφία < γράφω
1147. στερεοσκόπιο: stéréoscope < ελλ. στερεός + σκοπώ
1148. στερεοστατική: stéréostatique < ελλ. στερεός + στατική
1149. στερεότυπος: stéréotype < ελλ. στερεός + τύπος
1150. στερεοφωνία: stéréophonie < ελλ. στερεός + φωνή
1151. στερεοφωτογραφία: stéréophotographie < ελλ. στερεός + φωτογραφία
1152. στερεοχρωμία: stéréochromie < ελλ. στερεός + χρώμα
1153. στιλ: style < λατιν. stilus
1154. στιλίστας: styliste
1155. στιλό: stylo < stylographe
1156. στιλογράφος: stylographe < ελλ. στύλος + γράφω
1157. στορ, στόρι: store < ιταλ. stora < λατιν. storea
1158. στρατόσφαιρα: stratosphère < λατ. strat(us) έκταση + ‐ο‐ + σφαίρα
1159. στρεπτόκοκκος: streptocoque < αρχ. ελλ. στρεπτό(ς) + κόκκος
1160. στριπτιζέζ: strip‐teaseuse < αγγλ. strip tease
1161. στρυχνίνη: strychnine < ελλ. στρύχνος
1162. στυλογράφος: stylographe < ελλ. στύλος + γράφω
1163. συλφίδα: sylphide < λατιν. sylphus
1164. συνδικαλίζομαι: syndical < ελλ. σύνδικος
1165. συνδικαλισμός: syndicalisme < syndical < ελλ. σύνδικος
1166. συνδικαλιστής, συνδικαλίστρια: syndicaliste < syndical < ελλ. σύνδικος
1167. συνδικάτο: syndicat < ελλ. σύνδικος
1168. ταγέρ: tailleur
1169. τακτ: tact < λατιν. tactus (= άγγιγμα)
1170. ταλκ: talc < ισπαν. talque < αραβ. talq
1171. ταμπά: tabac (= καπνός)
1172. ταμπλ ντοτ: table d’hôte
1173. ταμπλέτα: tablette
1174. ταμπλό: tableau
1175. ταμπόν: tampon
1176. ταμπούρο: tambour
1177. τανίνη: tannin
1178. ταξί: taxi, συγκοπή του taximètre
1179. ταξίμετρο: taxim
1180. τάπα: tape
1181. ταπετσιέρης: tapissier
1182. ταπισερί: tapisserie < ελλ. τάπης, ‐ητος
1183. τάρτα: tarte
1184. ταρταρίνος: tartarin
1185. ταρτούφος: Tartuffe, όν. ήρωα του κωμωδιογράφου Μολιέρου < ιταλ. tartufo (= πρόσωπο της κωμωδίας)
1186. τατουάζ: tatouage
1187. τελεσιέζ: télésiège
1188. τελεφερίκ: télépherique
1189. τέρα: terre < λατιν. terra (= γη)
1190. τερμίτης: termite < λατιν. termes
1191. τερορισμός: terrorisme < terreur < λατιν. terror, ‐oris
1192. τετατέτ: tête‐à‐tête
1193. τηλεγραφία: télégraphie < ελλ. τηλε‐ + ‐γραφία < γράφω
1194. τηλέγραφος: télégraphe < ελλ. τηλε‐ + γράφω
1195. τηλεκάρτα: télécarte
1196. τηλεπάθεια: télépathie < ελλ. τηλε‐ + πάθος
1197. τηλεσκόπιο: téléscope < τηλε‐ + σκοπώ
1198. τηλέφωνο: téléphone < ελλ. τηλε‐ + φωνή
1199. τικ: tic, λ. ονοματοπ.
1200. τιράζ: tirage (= τράβηγμα)
1201. τιρκουάζ: turquoise < turquois (= τουρκικός)
1202. τιρμπουσόν: tire‐bouchon
1203. τονάζ: tonnage
1204. τόνος: tonne
1205. τοξικομανία: toxicomanie < ελλ. τοξικός + μανία
1206. τοξίνη: toxine < ελλ. επίθ. τοξικός
1207. τορπίλη, τορπίλα: torpille (= νάρκη)
1208. τοτέμ: totem, από τη γλώσσα των ιθαγενών της Β. Αμερικής
1209. τοτεμισμός: totémisme
1210. τουαλέτα: toilette, υποκορ. του toile (= πανί)
1211. τούγια: thuya
1212. τούλι: tulle, από την πόλη Tulle, όπου αρχικά υφαινόταν
1213. τουλίπα: tulipe < τουρκ. tülbend
1214. τούνελ: tunnel
1215. τουπέ: toupet
1216. τουρμπάνι: turban < τουρκ. tülbend
1217. τουρμπίνα: turbine
1218. τουρνέ: tournée
1219. τουρνικέ: tourniquet < tourner (= περιστρέφω)
1220. τουρνουά: tournoi
1221. τούρτα: tourte
1222. τραβεστί: travesti
1223. τραγικοκωμωδία, τραγικωμωδία: tragicomédie < λατιν. tragi(co)comoedia < ελλ. τραγικός + κωμωδία
1224. τρακ: trac
1225. τρακτέρ: tracteur
1226. τραλαλά: tralala
1227. τραμ: tram < συγκοπή του αγγλ. tramway
1228. τρανς: tranche
1229. τραπιστής: trappiste
1230. τραχειίτιδα: trachéite < ελλ. τραχεία
1231. τραχειοβρογχικός: trachéobronchique < ελλ. τραχεία + βρογχικός
1232. τραχειοβρογχίτιδα: trachéobronchite < ελλ. τραχεία + βρογχίτις
1233. τρενάρω: traîner
1234. τρένο: train
1235. τρέσα: tresse
1236. τριγωνομετρία: trigonométrie < ελλ. τρίγωνον + μέτρον
1237. τρικ: truc
1238. τρικό: tricot
1239. τριολέτο: triolet
1240. τροβαδούρος: troubadour
1241. τροτέζα: trotteuse
1242. τρουακάρ: trois quarts (= τρία τέταρτα)
1243. τρούφα: truffe
1244. τσιντσιλά: chinchilla
1245. τσιτάτο: citation < λατιν. citatio
1246. τυπογραφία: typographie < ελλ. τύπος + γράφω
1247. τυπογράφος: typographe < ελλ. τύπος + γράφω
1248. υβρίδιο: hybride
1249. υδρογραφία: hydrographie < ελλ. υδρο‐ + γράφω
1250. υδροθεραπεία: hydrothérapie < ελλ. υδρο‐ + θεραπεία
1251. υδροκεφαλία: hydrocéphalie < ελλ. υδρο‐ + κεφαλή
1252. υδροκλιματολογία: hydroclimatologie < ελλ. υδρο‐ + κλιματολογία
1253. υδρολογία: hydrologie < ελλ. υδρο‐ + ‐λογια
1254. υδροπλάνο: hydroplane < ελλ. ύδωρ + γαλλ. planer
1255. υδροστατικός: hydrostatique < ελλ. υδρο‐ + στατικός
1256. υπερίτης: ypérite, από το όν. της φλαμ. πόλης Yperen, που πρώτη βομβαρδίστηκε με ασφυξιογόνα
1257. υπνωτίζω: hypnotiser < ελλ. ύπνος
1258. υπνωτισμός: hypnotisme < hypnotiser < ελλ. ύπνος
1259. υποβιταμίνωση: hypovitaminose
1260. υποθάλαμος: hypothalamus < ελλ. υπό + θάλαμος
1261. υποχλωρυδρία: hypochlorhydrie < ελλ. υπό + χλώριο + ύδωρ
1262. υστερία: hystérie < αρχ. ελλ. υστέρα (= μήτρα)
1263. φαβορί: favori
1264. φαβορίτα: favoris
1265. φαβοριτισμός: favoritisme
1266. φαβορίτος: favori, ‐ite
1267. φαγιάντσα, φαγιάνς: faïence < ιταλ. όν. Faenza (= Φαγεντία)
1268. φανατισμός: fanatisme
1269. φαντασμαγορία: fantasmagorie < ελλ. φάντασμα + αγορεύω· αρχική σημ. προβολή φανταστικών εικόνων
1270. φαντεζί: fantaisie < ελλ. φαντασία
1271. φαντομάς: fantôme (= φάντασμα)
1272. φαρμακογνωσία: pharmacognosie < ελλ. φάρμακο + γνώση
1273. φαρμακολογία: pharmacologie < ελλ. φάρμακον + λέγω
1274. φαρσέρ: farceur
1275. φαρυγγίτιδα: pharyngite < ελλ. φάρυγξ
1276. φαρυγγολαρυγγίτιδα: pharyngolaryngite < ελλ. φάρυγγας + λαρυγγίτιδα
1277. φαρυγγοτομία: pharyngotomie < ελλ. φάρυγξ + τέμνω
1278. φασαμέν: face‐à‐main
1279. φασόν: facon
1280. φαταλισμός: fatalisme < λατιν. fatalis (= μοιραίος)
1281. φαταλιστής, φαταλίστρια: fataliste
1282. φέιγβολάν: feuille volante
1283. φεμινισμός: féminisme < λατιν. femina (= γυναίκα)
1284. φεμινιστής, φεμινίστρια: féministe
1285. φερμουάρ: fermoir
1286. φερφορζέ: fer forgé (= σφυρηλατημένος σίδηρος)
1287. φεστιβάλ: festival < λατιν. festivus (= εορταστικός)
1288. φεστόνι: feston
1289. φετίχ: fétiche < λατιν. facticius (= τεχνικός)
1290. φετιχισμός: fétichisme
1291. φετιχιστής, φετιχίστρια: fétichiste
1292. φθόριο: phthore < ελλ. φθείρω
1293. φιλελληνισμός: philhellénisme < ελλ. φιλέλλην
1294. φιλές, φιλέ: filet
1295. φιλιγκράν: filigrane
1296. φιμέ: fumé
1297. φιναλίστ: finaliste
1298. φιξ: fixe
1299. φις: fiche
1300. φλεβίτιδα: phlébite < ελλ. φλέβα
1301. φλοτέρ: flotteur
1302. φλου: flou
1303. φο μπιζού: faux bijou
1304. φοβία: phobie < ελλ. φόβος
1305. φοβισμός: fauvisme < fauve (= θηρίο)
1306. φοβιστής: fauviste
1307. φονταμενταλισμός: fondamentalisme < αγγλ. fundamentalism < fundamental < λατιν. fundamentalis < λατιν. fundamentum (= θεμέλιο)
1308. φονταμενταλιστής, φονταμενταλίστρια: fondamentaliste
1309. φοντάν: fondant
1310. φοξ τεριέ: fox‐terrier
1311. φορμαλισμός: formalisme
1312. φορμαλιστής, φορμαλίστρια: formaliste
1313. φουαγιέ: foyer (= εστία)
1314. φουάγκρα: foie gras
1315. φουλάρι: foulard
1316. φουρό: fourreau
1317. φουτουρισμός: futurisme < λατιν. futurus (= μέλλοντας)
1318. φουτουριστής, φουτουρίστρια: futuriste
1319. φράκο: frac < αγγλ. frock
1320. φραμπαλάς: falbalas
1321. φραμπουάζ: framboise
1322. φραξιονισμός: fractionnisme
1323. φραξιονιστής: fractionniste
1324. φραπέ: frappé (= χτυπημένος)
1325. φρέζα, φρέζια: freesia < κυρ. όν. Freese, Γερμανός φυσικός
1326. φρένο: frein
1327. φρίζα: frise
1328. φριζάρω: friser
1329. φρικασέ: fricassée
1330. φριτέζα: friteuse
1331. φρου φρου: froufrou, ηχομίμητη λ.
1332. φρουί γκλασέ, φρουί γλασέ: fruit glacé
1333. φυλλοξήρα, φυλλοξέρα: phylloxéra < ελλ. φύλλον + ξηρός
1334. φυτολογία: phytologie < ελλ. φυτό + λέγω
1335. φωνογράφος, φωνόγραφος: phonographe < ελλ. φωνή + γράφω
1336. φωνομετρία: phonométrie < ελλ. φωνή + μετρώ
1337. φωνόμετρο: phonomètre < ελλ. φωνή + μέτρον
1338. φωτογραφία: photographie < ελλ. φως + γραφή
1339. φωτογράφος: photographe
1340. φωτομοντάζ: photomontage
1341. φωτορομάντζο: photoroman
1342. χακί: kaki, ινδ. αρχής
1343. χαλκογραφία: chalcographie < ελλ. χαλκός + γράφω χ
1344. ιλιόγραμμο: kilogramme < ελλ. χίλια + γράμμα (= μικρό βάρος)
1345. χιλιόμετρο: kilomètre < ελλ. χίλια + μέτρον
1346. χιουμοριστής, χιουμορίστας: humoriste
1347. χλωροφόρμιο: chloroforme
1348. χλωροφύλλη: chlorophylle < ελλ. χλωρός + φύλλον
1349. χοληστερίνη: cholestérine
1350. χολοκυστεκτομή: cholécystectomie < ελλ. χολή + κύστη + εκτομή
1351. χολοκυστίτιδα: cholécystite < ελλ. χολή + κυστίτις
1352. χολοκυστογραφία: cholécystographie < ελλ. χολή + κύστις + γράφω
1353. χροναξία: chronaxie < ελλ. χρόνος + αξία
1354. χρωμολιθογραφία: chromolithographie
1355. ψευδάρθρωση: pseudarthrose < ελλ. ψευδο‐ + άρθρωση
1356. ψυχασθένεια: psychasthénie < ελλ. ψυχή + ασθένεια
1357. ψυχιατρική: psychiatrie < psychiatre < ελλ. ψυχή + ιατρός
1358. ψυχίατρος: psychiatre < ελλ. ψυχή + ιατρός
1359. ψυχοαναληπτικός: psychoanaleptique < ελλ. ψυχή + αναληπτικός
1360. ψυχογένεση: psychogenèse < ελλ. ψυχή + γένεση
1361. ψυχοθεραπεία: psychothérapie < ελλ. ψυχή + θεραπεία
1362. ψυχοληπτικός: psycholeptique < ελλ. ψυχή + ‐ληπτικός < λαμβάνω
1363. ψυχολογία: psychologie < ψυχή + ‐λογία < λέγω
1364. ψυχομετρία: psychométrie < ελλ. ψυχή + ‐μετρία < μετρώ
1365. ψυχοπάθεια: psychopathie < ελλ. ψυχή + πάθος
1366. ψυχοπαθολογία: psychopathologie < ελλ. ψυχή + παθολογία
1367. ψυχοπαιδαγωγικός: psychopedagogique < ελλ. ψυχή + παιδαγωγικός
1368. ψυχοτονικός: psychotonique < ελλ. ψυχή + τόνος
1369. ψυχοτρόπος: psychotrope < ελλ. ψυχή + τρέπω
1370. ψυχοφυσικός: psychophysique < ελλ. ψυχή + φυσικός
1371. ψυχρομετρία: psychrométrie < ελλ. ψυχρός + ‐μετρία < μετρώ
1372. ψυχρόμετρο: psychromètre < ελλ. ψυχρός + μέτρον
1373. ψυχρόφιλος: psychrophile < ελλ. ψυχρός + φίλος
1374. ψύχωση: psychose < μτγν. ελλ. ψύχωσις
1375. ωσμόμετρο: osmomètre < αρχ. ελλ. ωσμός + μέτρον
1376. ώσμωση: osmosis < αρχ. ελλ. ωσμός < ωθώ
1377. ωτορινολαρυγγολογία: otorhinolaryngologie < ελλ. ους, ωτός + ρις, ρινός + λάρυγξ, ‐υγγος + ‐λογία
1378. ωτοσκλήρυνση, ωτοσκλήρωση: otosclérose < ελλ. ους, ωτός + σκλήρωση ‐ σκλήρυνση
1379. ωτοσκόπηση, ωτοσκοπία: otoscopie < ελλ. ους, ωτός + σκοπώ
1380. ωτοσκόπιο: otoscope < ους, ωτός + ‐σκόπιο < σκοπώ


Πηγή: Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος–Φυτράκης
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

ΠροηγούμενηΕπόμενη

Επιστροφή στην Γλωσσολογία

Μετάβαση στην αρχή της σελίδας

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 7 επισκέπτες