Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Μελέτη της γλώσσας, γραμματική, συντακτικό, σχολιασμοί και διευκρινίσεις.

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 7 επισκέπτες

 

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 9th, 2017, 8:47 am

Spiros252 έγραψε:Blockchain: Αλυσίδα συναλλαγών, κρυπτάλυσος , δυφιάλυσος, κρυπτοπινάκιο


κρυπτό + ἅλυσος = κρυφθάλυσος, επειδή το αρχικό φωνήεν δασύνεται.


Μετά απο πολλή σκέψη (καθώς ο αναφερόμενος περιστρέφονταν εν μέσω δείκτη και αντίχειρα) κατέληξα πως η σωστότερη απόδοση για τον Fidget Spinner πρέπει να είναι το ελικοβέμβικας

και...

Fidgetiddies = μασθέλιξ / βυζοβέμβικας


551 - 680

552. μαρκετερί: marqueterie = (το) εγχρώμυλο
554. μαρμελάδα: marmelade < πορτογαλ. mermelada < λατιν. melimelum < ελλ. μελίμηλον = (η) πολτώπωρα
571. μεζονέτα: maisonnette, υποκορ. του maison (= σπίτι) = (ο) χλίδοικος
575. μελόν: (chapeau) melon μενού: menu = πεπονόπιλο
578. μερσεριζέ: mercerisé = βαμβακόστιλπνο
584. μετρό: métro, συγκοπή του métropolitain < ελλ. μητροπολιτικός = αστεπίραγο (όχημα)
588. μίζα, μίτζα: mise, θηλ. της μτχ. mis του mettre (= βάζω, θέτω) = μηχανεκκινητής
601. μιλφέιγ: mille‐feuille (= χίλια φύλλα) = μυριοφύλλιο
610. μοντάζ: montage = εικονοδεσία
() μοντέρ = εικονοδέτης
612. μοντελίστ: modéliste = συρμοκόμος
618. μοτοκρός: motocross < moto(cyclette) + αγγλ. cross (country) (= δια μέσου των αγρών) = αγροδρομία
621. μουαρέ: moiré = ψιαθικό
622. μουλινέ, μουλινές: moulinée (soie) (= στριφτό μετάξι) < ρ. mouliner (= τυλίγω μετάξι) = τροχαλωτό
632. μπαλ μασκέ: bal masqué = προσωπιδησπερίδα
633. μπαλαντέζα: baladeuse, θηλ. του baladeur (= περιφερόμενος) = προεκτάτης
634. μπαλαντέρ: baladeur (= ο περιφερόμενος) = πανυποκαταστάτης
635. μπαλαρμάς: balle ramée (= σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα) = αμφίσφυρα
641. μπατόν σαλέ: bâton salé (= ράβδος αλατισμένη) = αλατόβακτρο
647. μπεν μαρί: bain‐marie < bain (= μπάνιο) + Marie, όν. της αδελφής του Μωυσή, που είναι γνωστή ως αλχημίστρια και στην οποία αποδίδονται οι θαυματουργές ιδιότητες του ατμόλουτρου = παλισσκευασία (τρόπος μαγειρέματος)
651. μπεσαμέλ: béchamel = αλευράρτυμα
653. μπετόνι, μπιτόνι: bidon = πλαστόπιθος
654. μπετονιέρα: bétonnière = σκυροδεματαγωγό
658. μπικουτί: bigoudi = κρωβυλωτής
659. μπιμπελό: bibelot = διακοσμητίδιο
660. μπιμπερό: biberon < λατιν. bibere (= πίνω) = γλαγοχόη
662. μπιντές: bidet = λουθρέδρα
664. μπλαζέ: blasé = άλη (περιπλάνηση) + απαθές > αληπαθές
667. μπλοκ: bloc = παρατάκτης
668. μπλούζα: blouse = αγχίδορο
669. μπλουζόν: blouson = αγχιδόριο
671. μποϊκοτάζ: boycottage < αγγλ. boycott, από το όν. του Άγγλου γαιοκτήμονα James Boycott, στον οποίο οι καλλιεργητές των κτημάτων του αρνήθηκαν κάθε υπηρεσία = δυσφημαποκλεισμός
672. μπολ: bol = αλαβοκύλικα
673. μπολερό: boléro < ισπαν. bolero = θωρακίδα
679. μπορντούρα: bordure = ανθολωρίδα
680. μποτίνι: bottine = θηλαρβύλη
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 10th, 2017, 2:31 pm

Ζενίθεδρος έγραψε:
654. μπετονιέρα: bétonnière = σκυροδεματαγωγό


σκυροδεματηγό.


Αναπάντεχα πολύ γαλλικούρα τελικά. Αρχίζω να υποψιάζομαι μήπως και το "Μολών λαβέ" είναι γαλλικό.


681 - 806

681. μπουά, μποά: boa = χνουδοβόας
697. μπουφάν: bouffant = προτομήρης
704. μπριγιαντίνη: brillantine = κεφαλοιφή
705. μπριγιόλ: brillole = θριχεύωδο
706. μπριγκέτα: briquette = καυσόπλινθος
708. μπροκάρ: brocart = ποικίλθυφο
709. μπροντερί: broderie = κένθυφο
720. νεγκλιζέ: négligé = γλουτήρης
721. νεοεμπρεσιονισμός: neoimpressionnisme = νεοενδοτυπωσιασμός
722. νέον: néon = αιγλαμπτήρας
737. ντεκαπάζ: décapage = απομελανίνωση
743. ντεκουπαριστός: découper (= αποκόπτω) = αφυποβαθρισμένος
744. ντεκουπάρω: découper (= αποκόπτω, αποχωρίζω) = αφυποβαθρίζω
746. ντεμακιγιάζ: démaquillage (η ακριβής απόδοση είναι το "αποψιμυθίωση" και υπάρχει ήδη)
747. ντεμαράζ: démarrage (έχει αποδοθεί νωρίτερα ως κραίφναλμα για τον αγγλικό όρο sprint)

748. ντεμί σεζόν: demi‐saison = μεσοεποχικό (ένδυμα)
749. ντεμοντέ: démodé = παρασυρμικό
753. ντεπιές: deux‐pièces (= δύο κομμάτια) = αμφιτέμαχο
759. ντεφιλέ: défilé (= παρέλαση) = ιματιόδειξη
765. ντοκιμαντέρ: documentaire = τεκμαρτογραφία
768. ντοσιέ: dossier = εγγραφοθήκη
770. ντουμπλ φας: double face = αμφιφόρι
771. ντουμπλάρω: doubler = ανθομιλώ
774. ντραπέ: drapé = πολυδίπτυχο
775. ντρεσάρω: dresser = κτηνοπαιδεύω
776. ντρίλι: drille = ράχυφο
779. ογκρατέν: au gratin = τυρισμένο
806. οτοστόπ: auto‐stop = παρεπιβίβαση
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 11th, 2017, 11:48 pm


748. ντεμί σεζόν: demi‐saison =μεσοεποχικό (ένδυμα), υπάρχει ήδη ως "διεποχικό"

759. ντεφιλέ: défilé (= παρέλαση) = ιματιόδειξη, ιματιοφάνεια
765. ντοκιμαντέρ: documentaire = τεκμαρτογραφία, έχει εμφανιστεί ήδη ως στοιχειοταινία


(Άσχετο)
ομπρέλα = πέλτη + ὑετός > πελθυέτη

807 - 846

807. ουβερτούρα: ouverture = προμελόδραμα
809. ουνιβερσαλισμός: universalisme < λατιν. universalis (= συνολικός, καθολικός) = αποκαταστατισμός
815. παγέτα: paillette = ελασμάτοπο
818. πανό: panneau < pan < λατιν. pannus (= πανί) = συνθημαθίστιο
822. παντατίφ: pendentif = περιδερίδιο
823. παντεσπάνι: pain d’ Espagne < ιταλ. pan di Spagna (= ψωμί της Ισπανίας) = γλαγόαρτος
826. παραβάν: paravent = θαλαμεριστής
832. παρκέ, παρκέτο: parquet = ψηφιδοδοκωτό > ψηφιδοκωτό
834. παρκετέζα: parqueteuse = δοκός + ὑαλιστής > δοχυαλίστρα
835. παρκόμετρο: parcomètre < parc (για αυτοκίνητα) ‐ο‐ + ελλ. μέτρον = σταθμευόμετρο
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 13th, 2017, 12:40 am

847 - 927

847. πασαρέλα: passerelle < ρ. passer (= περνώ) = συρμεξέδρα
849. πασπαρτού: passe‐partout (= περνά από παντού) = πανδιίοντας
850. παστέλ: pastel = αχνόχροο
853. πατέ: pâté = περιζύμιο
860. πελερίνα: pèlerine = κομανδύας
864. πενιουάρ: peignoir = προκομβιωτό
865. πένσα: pince = σφιχθηλίδα
881. πικνίκ: pique‐nique = υπαιθροφάι
884. πινέζα: punaise = πλάθηλος
888. πιρουέτα: pirouette = μονοποδόστροφο
889. πίστα: piste < λατιν. pista = χοροχώρος
893. πλανάρω: planer = αιωροπλωρίζω
896. πλασιέ: placier = προμηθαποδόχος
900. πλατινέ: platiné = λευκοχρυσοειδές
901. πλατό: plateau = ληπτοθάλαμος
902. πλατφόρμα: plate‐forme = (υπάρχει το κόθορνος για το χοντρόσολο παπούτσι)
903. πλαφόν: plafond (= οροφή) = μεγισθόριο
904. πλαφονιέρα: plafonnier = οροφόλυχνο
905. πλεξιγκλάς: plexiglas < γερμ. Plexiglas (όν. μάρκας) = ανθραχύαλος
908. πλονζόν: plongeon (= βουτιά) = αποκρουσοβούτι
914. πορτατίφ: portatif = επιπλόλυχνο
915. πορτμαντό: porte‐manteau = υποδηματιοθήκη
918. πορτμπεμπέ: porte‐bébé (υπάρχει ως καλαθούνα)
921. ποσέ: poché(e), μτχ. του ρ. pocher (= μαυρίζω το μάτι κάποιου) = ατσοφλόβραστο
922. ποστίς: postiche = πλοκαδοφενάκη
923. ποστρεστάντ: poste restante = αυτοπροσωπαραλαβή
924. ποτ πουρί: pot‐pourri (= φαγητό από πολλών ειδών κρέας) = κρεατεράνισμα
925. πουά: pois (= αρακάς) = κουκκιδώδες
927. πουάρ: poire (= αχλάδι) = αναρρόφουσκα
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 15th, 2017, 3:29 pm

928 - 1080

928. πουλέν: poulain : υπάρχει ως φέρελπις και υποτιμητικά ως μανάρι, άρα θα μπορούσε να γίνει = φερελπιδομάναρο
929. πουρές, πουρέ: purée = γεωμηλόπολτος
931. πουτίγκα: poudingue < αγγλ. pudding = πηχθηδύ
932. πουφ: pouf = πρόσπυγο
934. πρεμιέρα: première = πρωτοπαράσταση
938. πριμ: prime < λατιν. praemium (= βραβείο) = (μάλλον η σωστή απόδοση είναι το επιβράβευμα)
941. προβοκάτορας, προβοκατόρισσα: provocateur < λατιν. provocare (= προκαλώ) = εκδικοφάντης
() προβοκάτσια = εκδικοφαντία
943. προτεκτοράτο: protectorat = κηδεμονευτό (κράτος)
945. προφίλ: profil = (υπάρχει ως κατατομή)
955. ράμπα: rampe = προβολίκριο (της αυλαίας θεάτρου), φορτοδιάδρομος (για το κεκλιμένο επίπεδο), και υπάρχει ο "ανυψωτήρας" των συνεργείων.
956. ραμποτέ: raboté, μτχ. του ρ. raboter (= πλανίζω) = ψευδοροφή + ύλη > ψευδορόφυλα
957. ράντα: rente = πληρωσειρά
965. ρεβάνς: revanche = αθλεκδίκηση
967. ρεβεγιόν: réveillon = πρωτεθεορτή
981. ρελαντί: ralenti = στροφελάχιστο
985. ρεντινγκότα: redingote < αγγλ. riding coat (= σακάκι ιππασίας) = ιπποτόπαλτο
986. ρεπό: repos < reposer = παυσήμερο
988. ρεπροντιξιόν: reproduction = πινακότυπο
989. ρεσεψιόν: réception = πελαθυποδεκτήριο
990. ρεσεψιονίστ: réceptionniste = πελαθυποδέκτης
991. ρεσιτάλ: récital = τεχναρίστευμα
992. ρετιρέ: retiré = στεγοδιαμέρισμα
1000. ρεφρέν: refrain < refraindre (= τσακίζω) (υπάρχει ως επωδός)
1001. ριλάξ: relax < αγγλ. ρ. relax = χαλαρόλικνο
1002. ριντό: rideau (η ακριβής απόδοση είναι το παραπέτασμα)
1004. ριφιφί: rififi (= συμπλοκή)· η σημ. στα ελλ. από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Ντασέν, 1954 = διαρρηκτόρυξη
1009. ρολάρω: rouler ή αγγλ. roll + κατάλ. ‐άρω = νεχροδηγώ
1010. ρολό, ρουλό: rouleau = κυλινδροτύλιχτο
1017. ρουζ: rouge = παρειέρυθρο
1019. ρουλέτα: roulette = λαχνέδρανο
1032. σαλέ: chalet = χλιδόροικος
1033. σαλμί: salmis = ακρόμμυον
1042. σαμπουάν: shampooing = κομοσάπων
1044. σαντιγί: chantilly, όνομα μεσαιων. ανακτόρου και κωμόπολης κοντά στο Παρίσι = γαλακτόχρισμα
1046. σαντρέ: cendré = φαιόπυρρο
1051. σάρπα: écharpe < αρχ. γερμ. Scharpe (επίβλημα)
1060. σεζόν: saison = εποχίσκη
1061. σεκάνς: séquence (= σειρά, ακολουθία) = σειραποτύπωση
1062. σεμέν: chemin (de table) = πλεκτράπεζο
1067. σεξισμός: sexisme < sexe (= φύλο) (πρέπει να είναι το αλλοφυλοφοβία)
1068. σεξιστής, σεξίστρια: sexiste (αλλοφυλοφοβικός)
1070. σέπαλο: sépale, από συμφυρμό των séparer και pétale = καλυκόφυλλο
1071. σεπαρέ: séparé = αποθάλαμος
1072. σερβάντα: servante = (σκευοθήκη)
1073. σερβί: servi (= υπηρετούμενος) = φυλλοκράτηση
1074. σερβιέτα: serviette = δοριαλίστιο
1075. σερβίρω: servir = οψοκομίζω
1076. σερβίς: service = σφαιροκομία
1079. σερπαντίνα: serpentin = χαρθέλικα
1080. σεσουάρ: séchoir = θερμαεριστής
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 17th, 2017, 1:05 am

1081 - 1178

1081. σεφ: chef (αρχιμάγειρας)
1087. σιλό: silo (σιταποθήκη)
1088. σιλουέτα: silhouette, από το κύρ. όν. Silhouette, Γάλλος υπουργός των οικονομικών το 1759 = περισκιαγραφή
1094. σιρόπι, σορόπι: sirop = πηχθήδυγρο
1100. σκαμπό: escabeau = υψικάθισμα
1109. σοκάρω: choquer (συγκλονίζω)
1112. σολφέζ: solfège = μουσανάγνωση
1113. σομιέ, σομιές: sommier = πλεχθυπόστρωμα
1119. σοτάρω: sauter = τηγανοτινάζω
1120. σοτέ: sauté = τηγανοτίναχτο
1125. σουέτ: suède < Suède (= Σουηδία) = απαλόδορο
1126. σουίτα: suite = χλιδωμάτιο
1130. σουξέ: succès = μουσεπίτευγμα
1131. σουπέ: souper = ζωμόδειπνο
1134. σουρντίνα: sourdine < ιταλ. sordina = (πνιγέας)
1136. σουφλέ: soufflé = τυροκύστη
1141. σπεσιαλιτέ: spécialité = εδωδι + ειδίκευμα > εδωδίκευμα
1168. ταγέρ: tailleur = διφόρεμα
1169. τακτ: tact < λατιν. tactus (= άγγιγμα) = (διακριτικότητα)
1170. ταλκ: talc < ισπαν. talque < αραβ. talq = (τάλκης)
1172. ταμπλ ντοτ: table d’hôte = γευματότυπο
1173. ταμπλέτα: tablette = (πινακοθόνη)
1174. ταμπλό: tableau = (ένδεικτρο, ως απόδοση του καντράν)
1175. ταμπόν: tampon = (σπληνίο)
1178. ταξί: taxi, συγκοπή του taximètre = ναυλώχημα
() ταξιτζής = ναυλωχηματίας
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 19th, 2017, 12:04 am

1179 - 1242

1179. ταξίμετρο: taxim = ναυλόμετρο
1181. ταπετσιέρης: tapissier = ταπητιοθέτης
1182. ταπισερί: tapisserie < ελλ. τάπης, ‐ητος = (ταπήτιον)
1183. τάρτα: tarte = οπωράμμιλος
1187. τελεσιέζ: télésiège = εδράλυσος
1188. τελεφερίκ: télépherique = συρματόσυρμος
1200. τιράζ: tirage (= τράβηγμα) = ανατυποσότητα

(634) μπαλαντεζα = καλωδιόμιτος

1202. τιρμπουσόν: tire‐bouchon = φελλοκοχλίας
1212. τούλι: tulle, από την πόλη Tulle, όπου αρχικά υφαινόταν = διαφάνυφο
1215. τουπέ: toupet = κορφή (κεφαλής) + φενάκη (περούκα) > κορφοφενάκη > (η) κορφενάκη
1219. τουρνικέ: tourniquet < tourner (= περιστρέφω) = μονοστρόφυλλο
1221. τούρτα: tourte = (άμμιλος)
1224. τρακ: trac = αγόραγχος
1242. τρουακάρ: trois quarts (= τρία τέταρτα) = τεταρτόλειψο
Τελευταία επεξεργασία απο Ζενίθεδρος την Ιούλιος 19th, 2017, 12:51 am, επεξεργάστηκε 1 φορές συνολικά.
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό killerbee » Ιούλιος 19th, 2017, 12:24 am

Ζενίθεδρος έγραψε: 1179. ταξίμετρο: taxim = ναυλόμετρο
1181. ταπετσιέρης: tapissier = ταπητιοθέτης
1182. ταπισερί: tapisserie < ελλ. τάπης, ‐ητος = (ταπήτιον)
1183. τάρτα: tarte = οπωράμμιλος
1187. τελεσιέζ: télésiège = εδράλυσος
1188. τελεφερίκ: télépherique = συρματόσυρμος
1200. τιράζ: tirage (= τράβηγμα) = ανατυποσότητα

(634) μπαλαντεζα = καλωδιόμιτος



Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι αναρτήσεις στην Γαλλική,καθότι πολλές λέξεις έχουνε "περάσει" στην καθομιλουμένη Ελληνική και δεν γνώριζα τι σήμαιναν...(για παράδειγμα,η λέξη "ρεπό")
Ευχαριστώ Ζενίθεδρε!!!
killerbee
Fast poster
 
Δημοσ.: 1443
Εγγραφη: Φεβρουάριος 3rd, 2015, 3:29 am
Το μέλος killerbee, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 19th, 2017, 1:03 am

Τίποτα.

Μετά θα καταπιαστώ και με τα ιταλικά/βενετσιάνικα. Αν και για τα περισσότερα υπάρχουν ήδη αποδόσεις.
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 20th, 2017, 2:06 am

1243 - 1380

1263. φαβορί: favori = νίκη + ιμερτός > νικημερτός, -ή, -ό
1264. φαβορίτα: favoris (παραγναθίδα)
1267. φαγιάντσα, φαγιάνς: faïence < ιταλ. όν. Faenza (= Φαγεντία) = (λευκόπηλος)
1278. φασαμέν: face‐à‐main = λαβόπτρα
1279. φασόν: facon = ενδυματότυπο
1282. φέιγβολάν: feuille volante = πετόφυλλο
1283. φεμινισμός: féminisme < λατιν. femina (= γυναίκα) = (θηλυκισμός)
1284. φεμινιστής, φεμινίστρια: féministe = (θηλυκίστρια)
1285. φερμουάρ: fermoir = (κι όμως υπάρχει και λέγεται: τορμοσυνάπτης)
1286. φερφορζέ: fer forgé (= σφυρηλατημένος σίδηρος)
1287. φεστιβάλ: festival < λατιν. festivus (= εορταστικός) = καλλιτεχνοπανήγυρις
1288. φεστόνι: feston = διακοσμοβελονιά
1290. φετιχισμός: fétichisme = (αντικειμενοφιλία)
1295. φιλιγκράν: filigrane = φωτεμφανές
1296. φιμέ: fumé = (για τις αντιηλιακές μεβράνες αυτοκινήτων) ανθηλιοϋμένας
1297. φιναλίστ: finaliste = τελικιαίος
1298. φιξ: fixe = αναποσυναρμολόγητο
1299. φις: fiche = (ρευματολήπτης)
1301. φλοτέρ: flotteur = δοχειοπλωτήρας
1302. φλου: flou = (θολό, χύμα)
1303. φο μπιζού: faux bijou = πολυτιμοειδές
1307. φονταμενταλισμός: fondamentalisme < αγγλ. fundamentalism < fundamental < λατιν. fundamentalis < λατιν. fundamentum (= θεμέλιο) = (θεμελιωτισμός)
1311. φορμαλισμός: formalisme = (τυποκρατία)
1313. φουαγιέ: foyer (= εστία) = υποδεκτήριο
1315. φουλάρι: foulard = λαιμοφακιόλι
1316. φουρό: fourreau = (μεσοφόρι)
1317. φουτουρισμός: futurisme < λατιν. futurus (= μέλλοντας) = (μελλοντισμός)
1320. φραμπαλάς: falbalas = επιπτύχωτο

Και κάτι άσχετο (με τη λίστα των γαλλικών)
φλας (αυτοκινήτου) = στροφοφώς > (το) στροφώς, (τα) στροφώτα

1321. φραμπουάζ: framboise = (σμέουρο)
1322. φραξιονισμός: fractionnisme = ιδεοτασισμός
1323. φραξιονιστής: fractionniste = ιδεοτασιστής
() φράξια = ιδεόταση
1324. φραπέ: frappé (= χτυπημένος) = (ως φραπές κλίνεται)
1325. φρέζα, φρέζια: freesia < κυρ. όν. Freese, Γερμανός φυσικός = στροφοκόφτης
1326. φρένο: frein = (τροχοπέδη)
1327. φρίζα: frise = (ζωοφόρος)
1329. φρικασέ: fricassée = λαχανοκρεατικό
1330. φριτέζα: friteuse = βαθοτήγανο
1332. φρουί γκλασέ, φρουί γλασέ: fruit glacé = οπωρογλυχύαλος
1340. φωτομοντάζ: photomontage = φωτοεικονοδεσία
1341. φωτορομάντζο: photoroman = φωτοειδύλλιο
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 21st, 2017, 12:14 am

.

Οι νεολογισμοί για τις γαλλικούρες:

39. amortisseur: αμορτισέρ = κραδασμειωτής
40. abat‐jour: αμπαζούρ = θαμπολύχνιο
44. habillé: αμπιγιέ = επισημιμάτιο > επισημάτιο
46. ampoule: αμπούλα = αμφορίδιο
58. ανφάς: en face = κατόπτρωθεν
59. αξεσουάρ: accessoire = διακοσμεξάρτημα
63. απεριτίφ: apéritif = ορέχθυδρο
64. απλίκα: applique = τοιχολύχνιο
71. αριβισμός: arrivisme = αφικνεϊσμός
78. ασορτί: assorti = οφθαλμεταιρικά
82. ατελιέ: atelier = πινακοστοά
84. ατραξιόν: attraction = θεατής + έλκτης > θεαθέλκτης
132. βιτρίνα: vitrine = υαλοπροθήκη
136. βολοβάν: vol‐au‐vent = πολυφυλλόθηκο
163. γαρνιτούρα: garniture = διακοσμεδώδιμο
176. γκανιάν: gagnant = νικημέρθιππος
177. γκανιότα: cagnotte = κερδοκατακράτημα
181. γκαρσονιέρα: garçonnière = διαμερισματίδιο
186. γκιπούρ: guipure = οξειδωμένδυμα
189. γκουάς: gouache = υγρογραφία
192. γκοφρέτα: gaufrette = αμφικηρηθρόψητο
193. γκραβούρα: gravure = εγχαρακτική
195. γκρανγκινιόλ: Grand‐Guignol = τρομιουργία
196. γκρενά: grenat = ροιώδες
198. γκρο πλαν: gros plan = αγχιληψία
201. γκρουπούσκουλο: groupuscule = ακραιομορία
202. γλασάρω: glacer (= παγώνω) = γλυχυαλίζω < γλυκός + ὓαλος = γλυχύαλος (γλάσο)
214. γρίλια: grille = διακενίτης
219. δαντέλα, νταντέλα: dentelle = πλεκτο + ὅριο = πλεχθόριο
220. δεγράς: dégras = λιπαντοδόριο
228. εβαζέ: évasé, μτχ. του ρ. évaser (= ευρύνω, πλαταίνω) = λαγυνίδα, κατα το σχήμα του δοχείου (λάγυνος)
244. ελίτ: élite = βελτιστάθροιση
245. ελιτισμός: élitisme = βελτισταθροιτισμός
250. εμπρεσιονισμός, ιμπρεσιονισμός: impressionnisme = ενδοτυπωσιασμός
251. εμπρεσιονιστής, ιμπρεσιονιστής: impressionniste = ενδοτυπωσιαστής
252. εμπριμέ: imprimé = διανθιμάτιο
256. ενσταντανέ: instantané = αυθορμητοληψία
261. εξπρεσιονισμός: expressionnisme = εκφρασισμός
262. εξπρεσιονιστής, εξπρεσιονίστρια: expressionniste = εκφρασιστής
263. εξτραφόρ: extrafort (= εξαιρετικά δυνατός) = ραπτοκράτης
264. εξτρεμισμός: extrémisme = παρυφισμός
265. εξτρεμιστής, εξτρεμίστρια: extrémiste = παρυφιστής
266. εραλδικός: héraldique = εμβληματολογικός
269. εσάνς: essence (υπάρχει ήδη το απόσταγμα ή το εκχύλισμα)
270. εσάρπα: écharpe < αρχ. γερμ. Scharpe (υπάρχει ήδη το αρχ. ελλ. επίβλημα)
275. εταζέρα: étagère = ικρίσκος
276. εταμίνα: étamine = υποκέντιο (αν και αδυνατώ να πιστέψω πως δεν υπάρχει ελληνική λέξη για το αραιόπλεκτο ύφασμα που χρησιμοποιείται ως βάση για το κέντημα)
277. ετικέτα: étiquette = συνοπτίδιο
281. εφέ: effet = προσδοτικό
284. ζακέτα: jaquette, υποκορ. του jaque < αραβ. schakk = περικορμίδα
288. ζαμπόν: jambon = βρασσομήριο
289. ζάντα: jante = επιπλήμνιο (κάπου διάβασα πως ο ελληνικός όρος είναι το ομηρικό "σώτρον", αλλά αυτός είναι ο όρος για το μεταλλικό στεφάνι γύρω απο τη ξύλινη ρόδα της άμαξας, που "σώζει" δλδ τη ρόδα)
291. ζαρντινιέρα: jardinière = γλαστρόκυβος
292. ζαρτιέρα: jarretière = βουβωνιμάντιο
294. ζελέ: gelée = πηκτό + ὕδωρ > πήχθυδρο
298. ζιγκ‐ζαγκ: zig‐zag = καρχαροδοντηδόν
299. ζιγκολέτα: gigolette = ανοικτομήριος
300. ζιγκολό: gigolot = γρεντζώφιλος
301. ζιλέ: gilet = υπερκολόβιο
302. ζιπ κιλότ: jupe‐culotte = αμφικώδωνας
303. ζιπούνι, ζιπουνάκι: jupon = απλευρίδα
320. ιβουάρ: ivoir = ελεφαντόλευκο
342. καλτσόν, καλσόν: caleçon = μηραπτίδα
345. καμιζόλα: camisole < ιταλ. camiciola, υποκορ. του λατιν. camisia (= γυναικείο πουκάμισο) = υπαμφίσκη
352. καμπριολέ: cabriolet = ανοιχθάμαξο
355. καναπές: canapé < λατιν. conopeum < μτγν. ελλ. κωνωπείον (= ανάκλιντρο σκεπασμένο, με κουνουπιέρα) = αγχιθέσιο
358. κανό: canot < ισπαν. canoa = άσκαρμο
360. καντράν: cadran < λατιν. quadrans, μτχ. του ρ. quadro (= κάνω κάτι τετράγωνο, τετραγωνίζω) = ένδεικτρο
364. καπιτονέ: capitonné = ρομβοπτύχιο
365. καπό: capot = μηχανοροφή
380. κασκαντέρ: cascadeur < cascader < cascade (= καταρράκτης) = κινδυνοσωσίας
381. κασκόλ: cache‐col = λαιμίδα
382. κασκορσές, κασκορσέ: cache‐corset = σφιγγοκρύπτης
383. κασπό: cache‐pot = γλαστροδέκτης
398. κιλότα: culotte = βουβωνίδα
399. κιλότο: culotte = βόσπυγος
406. κλακαδόρος, κλακέρ: claquer = επευφημιστής
407. κλακέτα: claquette = ληπτογράφος
409. κλασέρ: classeur = αρχειοδέκτης
411. κλίκα: clique < cliquer (= χειροκροτώ) = ενδωμοσία
413. κλος: cloche (= καμπάνα) = περίπτυχο
414. κλοσάρ: clochard = αστοφερέοικος
416. κλουαζονέ: cloisonné (= διαχωρισμένος· περιφραγμένος) = φρακτεπίσμαλτο
422. κολάζ: collage = αποκομμάζωμα
423. κολάν: collant = μηρεφάρμοστο
436. κομπινεζόν: combinaison = εσωρουχοειδές
444. κονσόλα: console = τοιχάπτιο
454. κορσάζ: corsage = προτομίδα
455. κορσές: corset < corps (= σώμα) = κλεψυδρωτής
456. κορτικοθεραπεία: corticothérapie < cortico‐ (λατιν. cortex, ‐icis = φλοιός) + ελλ. λ. θεραπεία = φλοιοθεραπεία
462. κοτλέ: côtelé < côté (= πλευρό, παΐδι) = εσχάρυφο
465. κουάφ: coiffe (γυναικείο μαντίλι για την κεφαλή) = νυμφόπιλος
466. κουβέρ: couvert = συνεδώδιμο
471. κουπόνι: coupon = αποκομμάτιο
472. κούρσα: course < λατιν. cursus = ωκυδρομία
473. κραγιόν, κραγιόνι: crayon = χειλογραφίδα
486. κροκέ: croquet < αγγλ. croquet < ρ. croquer (= χτυπώ) = σφυροσφαίριο
487. κροκέτα: croquette = φρυγανένδυτο
489. κρουαζιέρα: croisière = αλανάψυχο
491. κρουπιέρης: croupier = φυλλανοιχτής
496. λακ: laque = τριχοστερεωτής
498. λαμέ: lamé = στίλφνυφο
500. λαμπιόνι: lampion = λαμπτηρίσκος
502. λανσάρω: lancer = καινωθώ
504. λαπαλισμός: κύρ. όν. La Palice, ήρωας ενός τραγουδιού του οποίου οι στίχοι ήταν γεμάτοι με αφελείς κοινοτοπίες· π.χ. ένα τέταρτο πριν πεθάνει, ήταν ακόμη στη ζωή = κοινοτυπολογία
505. λάσο: lasso < ισπαν. lazo = ιππαγχόνη
506. λεβιές: levier < lever < λατιν. levare (= ανυψώνω) = μηχανή (μη + χάος) + μοχλός (μη + όχλος) = μηχανοχλός
507. λεζάντα: légende < μσν. λατιν. legenda (= ανάγνωσμα) = επεικονίδιο
509. λετρασέτ: lettre (= γράμμα) + set = γραμματοσύνολο
510. λετρίνα: lettrine = κεφαλοψηφίο
516. λιμουζίνα: limousine = χλιδόχημα
519. λοσιόν: lotion = λούθρυγρο
526. μαγιονέζα: mayonnaise = κορκάρτυμα
529. μαζορέτα: majorette, συγκοπτόμ. τ. του αγγλ. drum majorette = οφθαλμέλκτρια
540. μανεκέν: mannequin < ολλανδ. mannekijn (= ανθρωπάκι) = καινολωπεπιδείκτρια
545. μανσέτα: manchette < manch (= μανίκι) = καρποϊμάτιο
546. μανσόν: manchon < manch (= μανίκι) = δοροβραχιόνιο
547. μαντό: manteau = ελαφράπορπο
550. μαρέγκα: meringue = λευκοχτύπι
552. μαρκετερί: marqueterie = (το) εγχρώμυλο
554. μαρμελάδα: marmelade < πορτογαλ. mermelada < λατιν. melimelum < ελλ. μελίμηλον = (η) πολτώπωρα
571. μεζονέτα: maisonnette, υποκορ. του maison (= σπίτι) = (ο) χλίδοικος
575. μελόν: (chapeau) melon μενού: menu = πεπονόπιλο
578. μερσεριζέ: mercerisé = βαμβακόστιλπνο
584. μετρό: métro, συγκοπή του métropolitain < ελλ. μητροπολιτικός = υποχθονόδρομος
588. μίζα, μίτζα: mise, θηλ. της μτχ. mis του mettre (= βάζω, θέτω) = μηχανεκκινητής
601. μιλφέιγ: mille‐feuille (= χίλια φύλλα) = μυριοφύλλιο
610. μοντάζ: montage = εικονοδεσία
() μοντέρ = εικονοδέτης
612. μοντελίστ: modéliste = συρμοκόμος
618. μοτοκρός: motocross < moto(cyclette) + αγγλ. cross (country) (= δια μέσου των αγρών) = αγροδρομία
621. μουαρέ: moiré = ψιαθικό
622. μουλινέ, μουλινές: moulinée (soie) (= στριφτό μετάξι) < ρ. mouliner (= τυλίγω μετάξι) = τροχαλωτό
632. μπαλ μασκέ: bal masqué = προσωπιδησπερίδα
633. μπαλαντέζα: baladeuse, θηλ. του baladeur (= περιφερόμενος) = προεκτάτης, ρευματόμιτος, καλωδιόμιτος
634. μπαλαντέρ: baladeur (= ο περιφερόμενος) = πανυποκαταστάτης
635. μπαλαρμάς: balle ramée (= σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα) = αμφίσφυρα
641. μπατόν σαλέ: bâton salé (= ράβδος αλατισμένη) = αλατόβακτρο
647. μπεν μαρί: bain‐marie < bain (= μπάνιο) + Marie, όν. της αδελφής του Μωυσή, που είναι γνωστή ως αλχημίστρια και στην οποία αποδίδονται οι θαυματουργές ιδιότητες του ατμόλουτρου = παλισσκευασία (τρόπος μαγειρέματος)
651. μπεσαμέλ: béchamel = αλευράρτυμα
653. μπετόνι, μπιτόνι: bidon = πλαστόπιθος
654. μπετονιέρα: bétonnière = σκυροδεματηγό
658. μπικουτί: bigoudi = κρωβυλωτής
659. μπιμπελό: bibelot = διακοσμητίδιο
660. μπιμπερό: biberon < λατιν. bibere (= πίνω) = γλαγοχόη
662. μπιντές: bidet = λουθρέδρα
664. μπλαζέ: blasé = άλη (περιπλάνηση) + απαθές > αληπαθές
667. μπλοκ: bloc = παρατάκτης
668. μπλούζα: blouse = αγχίδορο
669. μπλουζόν: blouson = αγχιδόριο
671. μποϊκοτάζ: boycottage < αγγλ. boycott, από το όν. του Άγγλου γαιοκτήμονα James Boycott, στον οποίο οι καλλιεργητές των κτημάτων του αρνήθηκαν κάθε υπηρεσία = δυσφημαποκλεισμός
672. μπολ: bol = αλαβοκύλικα
673. μπολερό: boléro < ισπαν. bolero = θωρακίδα
679. μπορντούρα: bordure = ανθολωρίδα
680. μποτίνι: bottine = θηλαρβύλη
681. μπουά, μποά: boa = χνουδοβόας
697. μπουφάν: bouffant = προτομήρης
704. μπριγιαντίνη: brillantine = κεφαλοιφή
705. μπριγιόλ: brillole = θριχεύωδο
706. μπριγκέτα: briquette = καυσόπλινθος
708. μπροκάρ: brocart = ποικίλθυφο
709. μπροντερί: broderie = κένθυφο
720. νεγκλιζέ: négligé = γλουτήρης
721. νεοεμπρεσιονισμός: neoimpressionnisme = νεοενδοτυπωσιασμός
722. νέον: néon = αιγλαμπτήρας
737. ντεκαπάζ: décapage = απομελανίνωση
743. ντεκουπαριστός: découper (= αποκόπτω) = αφυποβαθρισμένος
744. ντεκουπάρω: découper (= αποκόπτω, αποχωρίζω) = αφυποβαθρίζω
746. ντεμακιγιάζ: démaquillage (η ακριβής απόδοση είναι το "αποψιμυθίωση" και υπάρχει ήδη)
747. ντεμαράζ: démarrage (έχει αποδοθεί νωρίτερα ως κραίφναλμα για τον αγγλικό όρο sprint)

748. ντεμί σεζόν: demi‐saison = (διεποχικό)
749. ντεμοντέ: démodé = παρασυρμικό
753. ντεπιές: deux‐pièces (= δύο κομμάτια) = αμφιτέμαχο
759. ντεφιλέ: défilé (= παρέλαση) = ιματιεπίδειξη
765. ντοκιμαντέρ: documentaire = (στοιχειοταινία)
768. ντοσιέ: dossier = εγγραφοθήκη
770. ντουμπλ φας: double face = αμφιφόρι
771. ντουμπλάρω: doubler = ανθομιλώ
774. ντραπέ: drapé = πολυδίπτυχο
775. ντρεσάρω: dresser = κτηνοπαιδεύω
776. ντρίλι: drille = ράχυφο
779. ογκρατέν: au gratin = τυρισμένο
806. οτοστόπ: auto‐stop = παρεπιβίβαση
()ομπρέλα = πέλτη + ὑετός > πελθυέτη
807. ουβερτούρα: ouverture = προμελόδραμα
809. ουνιβερσαλισμός: universalisme < λατιν. universalis (= συνολικός, καθολικός) = αποκαταστατισμός
815. παγέτα: paillette = ελασμάτοπο
818. πανό: panneau < pan < λατιν. pannus (= πανί) = συνθημαθίστιο
822. παντατίφ: pendentif = περιδερίδιο
823. παντεσπάνι: pain d’ Espagne < ιταλ. pan di Spagna (= ψωμί της Ισπανίας) = γλαγόαρτος
826. παραβάν: paravent = θαλαμεριστής
832. παρκέ, παρκέτο: parquet = ψηφιδοδοκωτό > ψηφιδοκωτό
834. παρκετέζα: parqueteuse = δοκός + ὑαλιστής > δοχυαλίστρα
835. παρκόμετρο: parcomètre < parc (για αυτοκίνητα) ‐ο‐ + ελλ. μέτρον = σταθμευόμετρο
847. πασαρέλα: passerelle < ρ. passer (= περνώ) = συρμεξέδρα
849. πασπαρτού: passe‐partout (= περνά από παντού) = πανδιίοντας
850. παστέλ: pastel = αχνόχροο
853. πατέ: pâté = περιζύμιο
860. πελερίνα: pèlerine = κομανδύας < κομομανδύας
864. πενιουάρ: peignoir = προκομβιωτό
865. πένσα: pince = σφιχθηλίδα
881. πικνίκ: pique‐nique = υπαιθροφάι
884. πινέζα: punaise = πλάθηλος
888. πιρουέτα: pirouette = μονοποδόστροφο
889. πίστα: piste < λατιν. pista = χοροχώρος
893. πλανάρω: planer = αιωροπλωρίζω
896. πλασιέ: placier = προμηθαποδόχος
900. πλατινέ: platiné = λευκοχρυσοειδές
901. πλατό: plateau = ληπτοθάλαμος
902. πλατφόρμα: plate‐forme = (υπάρχει το κόθορνος για το χοντρόσολο παπούτσι)
903. πλαφόν: plafond (= οροφή) = μεγισθόριο
904. πλαφονιέρα: plafonnier = οροφόλυχνο
905. πλεξιγκλάς: plexiglas < γερμ. Plexiglas (όν. μάρκας) = ανθραχύαλος
908. πλονζόν: plongeon (= βουτιά) = αποκρουσοβούτι
914. πορτατίφ: portatif = επιπλόλυχνο
915. πορτμαντό: porte‐manteau = υποδηματιοθήκη
918. πορτμπεμπέ: porte‐bébé (υπάρχει ως καλαθούνα)
921. ποσέ: poché(e), μτχ. του ρ. pocher (= μαυρίζω το μάτι κάποιου) = ατσοφλόβραστο
922. ποστίς: postiche = πλοκαδοφενάκη
923. ποστρεστάντ: poste restante = αυτοπροσωπαραλαβή
924. ποτ πουρί: pot‐pourri (= φαγητό από πολλών ειδών κρέας) = κρεατεράνισμα
925. πουά: pois (= αρακάς) = κουκκιδώδες
927. πουάρ: poire (= αχλάδι) = αναρρόφουσκα
928. πουλέν: poulain : υπάρχει ως φέρελπις και υποτιμητικά ως μανάρι, άρα θα μπορούσε να γίνει = φερελπιδομάναρο
929. πουρές, πουρέ: purée = γεωμηλόπολτος
931. πουτίγκα: poudingue < αγγλ. pudding = πηχθηδές
932. πουφ: pouf = πρόσπυγο
934. πρεμιέρα: première = πρωτοπαράσταση
938. πριμ: prime < λατιν. praemium (= βραβείο) = (μάλλον η σωστή απόδοση είναι το επιβράβευμα)
941. προβοκάτορας, προβοκατόρισσα: provocateur < λατιν. provocare (= προκαλώ) = εκδικοφάντης
() προβοκάτσια = εκδικοφαντία
943. προτεκτοράτο: protectorat = κηδεμονευτό (κράτος)
945. προφίλ: profil = (υπάρχει ως κατατομή)
955. ράμπα: rampe = προβολίκριο (της αυλαίας θεάτρου), φορτοδιάδρομος (για το κεκλιμένο επίπεδο), και υπάρχει ο "ανυψωτήρας" των συνεργείων.
956. ραμποτέ: raboté, μτχ. του ρ. raboter (= πλανίζω) = ψευδοροφή + ύλη > ψευδορόφυλα
957. ράντα: rente = πληρωσειρά
965. ρεβάνς: revanche = αθλεκδίκηση
967. ρεβεγιόν: réveillon = πρωτεθεορτή
981. ρελαντί: ralenti = στροφελάχιστο
985. ρεντινγκότα: redingote < αγγλ. riding coat (= σακάκι ιππασίας) = ιπποτόπαλτο
986. ρεπό: repos < reposer = παυσήμερο
988. ρεπροντιξιόν: reproduction = πινακότυπο
989. ρεσεψιόν: réception = ξενοδεκτήριο
990. ρεσεψιονίστ: réceptionniste = ξενοδέκτης
991. ρεσιτάλ: récital = τεχναρίστευμα
992. ρετιρέ: retiré = στεγοδιαμέρισμα
1000. ρεφρέν: refrain < refraindre (= τσακίζω) (υπάρχει ως επωδός)
1001. ριλάξ: relax < αγγλ. ρ. relax = χαλαρόλικνο
1002. ριντό: rideau (η ακριβής απόδοση είναι το παραπέτασμα)
1004. ριφιφί: rififi (= συμπλοκή)· η σημ. στα ελλ. από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Ντασέν, 1954 = διαρρηκτόρυξη
1009. ρολάρω: rouler ή αγγλ. roll + κατάλ. ‐άρω = νεχροδηγώ
1010. ρολό, ρουλό: rouleau = κυλινδροτύλιχτο
1017. ρουζ: rouge = παρειέρυθρο
1019. ρουλέτα: roulette = λαχνέδρανο
1032. σαλέ: chalet = χλιδή + όρος + οίκος > χλιδόροικος
1033. σαλμί: salmis = ακρόμμυον
1042. σαμπουάν: shampooing = κομοσάπων
1044. σαντιγί: chantilly, όνομα μεσαιων. ανακτόρου και κωμόπολης κοντά στο Παρίσι = γαλακτόχρισμα
1046. σαντρέ: cendré = φαιόπυρρο
1051. σάρπα: écharpe < αρχ. γερμ. Scharpe (επίβλημα)
1060. σεζόν: saison = εποχίσκη
1061. σεκάνς: séquence (= σειρά, ακολουθία) = σειραποτύπωση
1062. σεμέν: chemin (de table) = πλεκτραπέζιο
1067. σεξισμός: sexisme < sexe (= φύλο) (πρέπει να είναι το αλλοφυλοφοβία)
1068. σεξιστής, σεξίστρια: sexiste (αλλοφυλοφοβικός)
1070. σέπαλο: sépale, από συμφυρμό των séparer και pétale = καλυκόφυλλο
1071. σεπαρέ: séparé = αποθάλαμος
1072. σερβάντα: servante = (σκευοθήκη)
1073. σερβί: servi (= υπηρετούμενος) = φυλλοκράτηση
1074. σερβιέτα: serviette = δοριαλίστιο
1075. σερβίρω: servir = οψοκομίζω
1076. σερβίς: service = σφαιροκομία
1079. σερπαντίνα: serpentin = χαρθέλικα
1080. σεσουάρ: séchoir = κομανεμιστής
1081. σεφ: chef (αρχιμάγειρας)
1087. σιλό: silo (σιταποθήκη)
1088. σιλουέτα: silhouette, από το κύρ. όν. Silhouette, Γάλλος υπουργός των οικονομικών το 1759 = περισκιαγραφή
1094. σιρόπι, σορόπι: sirop = πηχθήδυγρο
1100. σκαμπό: escabeau = υψικάθισμα
1109. σοκάρω: choquer (συγκλονίζω)
1112. σολφέζ: solfège = μουσανάγνωση
1113. σομιέ, σομιές: sommier = πλεχθυπόστρωμα
1119. σοτάρω: sauter = τηγανοτινάζω
1120. σοτέ: sauté = τηγανοτίναχτο
1125. σουέτ: suède < Suède (= Σουηδία) = απαλόδορο
1126. σουίτα: suite = χλιδωμάτιο
1130. σουξέ: succès = μουσεπίτευγμα
1131. σουπέ: souper = ζωμόδειπνο
1134. σουρντίνα: sourdine < ιταλ. sordina = (πνιγέας)
1136. σουφλέ: soufflé = τυροφουσκωτό
1141. σπεσιαλιτέ: spécialité = εδωδι + ειδίκευμα > εδωδίκευμα
1168. ταγέρ: tailleur = διφόρεμα
1169. τακτ: tact < λατιν. tactus (= άγγιγμα) = (διακριτικότητα)
1170. ταλκ: talc < ισπαν. talque < αραβ. talq = (τάλκης)
1172. ταμπλ ντοτ: table d’hôte = γευματότυπο
1173. ταμπλέτα: tablette = (πινακοθόνη)
1174. ταμπλό: tableau = (ένδεικτρο, ως απόδοση του καντράν)
1175. ταμπόν: tampon = (σπληνίο)
1178. ταξί: taxi, συγκοπή του taximètre = ναυλώχημα
() ταξιτζής = ναυλωχηματίας
1179. ταξίμετρο: taxim = ναυλόμετρο
1181. ταπετσιέρης: tapissier = ταπητιοθέτης
1182. ταπισερί: tapisserie < ελλ. τάπης, ‐ητος = (ταπήτιον)
1183. τάρτα: tarte = οπωράμμιλος
1187. τελεσιέζ: télésiège = εδράλυσος
1188. τελεφερίκ: télépherique = συρματόσυρμος
1200. τιράζ: tirage (= τράβηγμα) = ανατυποσότητα
1202. τιρμπουσόν: tire‐bouchon = φελλοκοχλίας
1212. τούλι: tulle, από την πόλη Tulle, όπου αρχικά υφαινόταν = διαφάνυφο
1215. τουπέ: toupet = κορφή (κεφαλής) + φενάκη (περούκα) > κορφοφενάκη > (η) κορφενάκη
1219. τουρνικέ: tourniquet < tourner (= περιστρέφω) = μονοστρόφυλλο
1221. τούρτα: tourte = (άμμιλος)
1224. τρακ: trac = αγόραγχος
1242. τρουακάρ: trois quarts (= τρία τέταρτα) = τεταρτόλειψο
1263. φαβορί: favori = νίκη + ιμερτός > νικημερτός, -ή, -ό
1264. φαβορίτα: favoris (παραγναθίδα)
1267. φαγιάντσα, φαγιάνς: faïence < ιταλ. όν. Faenza (= Φαγεντία) = (λευκόπηλος)
1278. φασαμέν: face‐à‐main = λαβόπτρα
1279. φασόν: facon = ενδυματότυπο
1282. φέιγβολάν: feuille volante = ανακοινόφυλλο
1283. φεμινισμός: féminisme < λατιν. femina (= γυναίκα) = (θηλυκισμός)
1284. φεμινιστής, φεμινίστρια: féministe = (θηλυκίστρια)
1285. φερμουάρ: fermoir = (κι όμως υπάρχει και λέγεται: τορμοσυνάπτης)
1286. φερφορζέ: fer forgé (= σφυρηλατημένος σίδηρος)
1287. φεστιβάλ: festival < λατιν. festivus (= εορταστικός) = καλλιτεχνοπανήγυρις
1288. φεστόνι: feston = διακοσμοβελονιά
1290. φετιχισμός: fétichisme = (αντικειμενοφιλία)
1295. φιλιγκράν: filigrane = φωτεμφανές
1296. φιμέ: fumé = (για τις αντιηλιακές μεβράνες αυτοκινήτων) σκοθυμένας
1297. φιναλίστ: finaliste = τελικιαίος
1298. φιξ: fixe = αναποσυναρμολόγητο
1299. φις: fiche = (ρευματολήπτης)
1301. φλοτέρ: flotteur = δοχειοπλωτήρας
1302. φλου: flou = (θολό, χύμα)
1303. φο μπιζού: faux bijou = πολυτιμοειδές
1307. φονταμενταλισμός: fondamentalisme < αγγλ. fundamentalism < fundamental < λατιν. fundamentalis < λατιν. fundamentum (= θεμέλιο) = (θεμελιωτισμός)
1311. φορμαλισμός: formalisme = (τυποκρατία)
1313. φουαγιέ: foyer (= εστία) = υποδεκτήριο
1315. φουλάρι: foulard = λαιμοφακιόλι
1316. φουρό: fourreau = (μεσοφόρι)
1317. φουτουρισμός: futurisme < λατιν. futurus (= μέλλοντας) = (μελλοντισμός)
1320. φραμπαλάς: falbalas = επιπτύχωτο
() φλας (αυτοκινήτου) = στροφοφώς > (το) στροφώς, (τα) στροφώτα
1321. φραμπουάζ: framboise = (σμέουρο)
1322. φραξιονισμός: fractionnisme = ιδεοτασισμός
1323. φραξιονιστής: fractionniste = ιδεοτασιστής
() φράξια = ιδεόταση
1324. φραπέ: frappé (= χτυπημένος) = (ως φραπές κλίνεται)
1325. φρέζα, φρέζια: freesia < κυρ. όν. Freese, Γερμανός φυσικός = κοπτόστροφο
1326. φρένο: frein = (τροχοπέδη)
1327. φρίζα: frise = (ζωοφόρος)
1329. φρικασέ: fricassée = λαχανοκρεατικό
1330. φριτέζα: friteuse = λαδολέβητας
1332. φρουί γκλασέ, φρουί γλασέ: fruit glacé = οπωρογλυχύαλος
1340. φωτομοντάζ: photomontage = φωτεικονοδεσία
1341. φωτορομάντζο: photoroman = φωτειδύλλιο
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Luigi » Ιούλιος 21st, 2017, 12:19 am

Ζενίθεδρε, από τον αμφιψωλισμό κατάλαβα ότι είσαι μεγάλη μορφή.
Albrecht έγραψε: Ένα θετικό στοιχείο είναι ότι κρύψαμε τις επιθετικές αρετές μας απ τους σκαουτερ της Μπαρτσα.Δεν θα ξέρουν από που θα τους έρθει
Άβαταρ μέλους
Luigi
Fast poster
 
Δημοσ.: 1065
Εγγραφη: Ιούλιος 10th, 2017, 3:08 pm
Το μέλος Luigi, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Yochanan » Ιούλιος 21st, 2017, 1:00 am

Luigi έγραψε:Ζενίθεδρε, από τον αμφιψωλισμό κατάλαβα ότι είσαι μεγάλη μορφή.


+1
I Yochanan have foresuffered all
enacted in the same phorum thread
I who protested at the Berlin Wall
And toured in Europe with the Grateful Dead
Άβαταρ μέλους
Yochanan
Extreme poster
 
Δημοσ.: 28976
Εγγραφη: Ιούνιος 3rd, 2005, 7:01 pm
Το μέλος Yochanan, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Luigi » Ιούλιος 21st, 2017, 1:31 am

Yochanan έγραψε:
Luigi έγραψε:Ζενίθεδρε, από τον αμφιψωλισμό κατάλαβα ότι είσαι μεγάλη μορφή.


+1


:lol:
Albrecht έγραψε: Ένα θετικό στοιχείο είναι ότι κρύψαμε τις επιθετικές αρετές μας απ τους σκαουτερ της Μπαρτσα.Δεν θα ξέρουν από που θα τους έρθει
Άβαταρ μέλους
Luigi
Fast poster
 
Δημοσ.: 1065
Εγγραφη: Ιούλιος 10th, 2017, 3:08 pm
Το μέλος Luigi, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Ζενίθεδρος » Ιούλιος 22nd, 2017, 11:18 am

.

Όλοι οι μέχρι τώρα νεολογισμοί

1. abat‐jour = αμπαζούρ: θαμπολύχνιο
2. accessoire = αξεσουάρ: διακοσμεξάρτημα
3. actifan n: φαντασιακόλουθος
4. aerocar n: τροχοπτέρυγο
5. after shave: μετάξυ (© LOUROS), μεταθρίχιο, τσουχτρευωδιά, τσουχτρεύωδο, μετάξυρο
6. Alderson disk: δισκουμένη (του Alderson)
7. alien n: τεραλλόχθονο
8. alternate future n: παράμελλον
9. alternate universe n: υπόσυμπαν
10. amortisseur = αμορτισέρ: κραδασμειωτής
11. ampoule = αμπούλα: αμφορίδιο
12. annish n: αξιοσύλλεκτο
13. ansible n: απερανθάλτης
14. antigrav adj: βαρυταρσικό
15. antigrav n: βαρυτάρσιο
16. apéritif = απεριτίφ: ορέχθυδρο
17. applique = απλίκα: τοιχολύχνιο
18. arrivisme = αριβισμός: αφικνεϊσμός
19. assorti = ασορτί: οφθαλμεταιρικά
20. atelier = ατελιέ: πινακοστοά
21. attention whore: παγκαλάκος / -κι (© clot), ομφαλεφιστών / -ώσα, προσοχοκράχτης / -ισσα, αυτοκράχτης / -ισσα, προσοχοπορνίδιο (© Εσχατόγερος), προσοχολιμάρα (© fagano3), προσοχολινάτσα
22. attraction = ατραξιόν: θεατής + έλκτης > θεαθέλκτης
23. au gratin = ογκρατέν: επιτυρισμένο
24. auto‐stop = οτοστόπ: παρεπιβίβαση
25. avian n: αλλοχθονοπτέρυγας
26. bain‐marie < bain (= μπάνιο) + Marie, όν. της αδελφής του Μωυσή, που είναι γνωστή ως αλχημίστρια και στην οποία αποδίδονται οι θαυματουργές ιδιότητες του ατμόλουτρου = μπεν μαρί: παλισσκευασία
27. bal masqué = μπαλ μασκέ: προσωπιδησπερίδα
28. baladeur (= ο περιφερόμενος) = μπαλαντέρ: πανυποκαταστάτης
29. baladeuse, θηλ. του baladeur (= περιφερόμενος) = μπαλαντέζα: προεκτάτης, ρευματόμιτος, καλωδιόμιτος
30. balle ramée (= σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα) = μπαλαρμάς: αμφίσφυρα
31. bâton salé (= ράβδος αλατισμένη) = μπατόν σαλέ: αλατόβακτρο
32. beanstalk n: εξανελυστήρας
33. béchamel = μπεσαμέλ: αλευράρτυμα
34. becroggle v: βραχεοπαράλυση
35. belter n: αστεροειδαπός, μετεωρύχος
36. BEM n: δρακακρίδα
37. Bernal sphere / Stanford torus: βαρυτόκρικος
38. bétonnière = μπετονιέρα: σκυροδεματηγό
39. bibelot = μπιμπελό: διακοσμητίδιο
40. biberon < λατιν. bibere (= πίνω) = μπιμπερό: γλαγοχόη
41. bidet = μπιντές: λούθρεδρο
42. bidon = μπετόνι, μπιτόνι: πλαστόπιθος
43. big dumb object n: αποκρύφογκο
44. bigoudi = μπικουτί: κρωβυλωτής
45. Bioship: βιόπλοιο / βιοπλοίο (© Alchemist501), βιοαστρόπλοιο (© killerbee), εμβιόφρακτο
46. blasé = μπλαζέ: άλη (περιπλάνηση) + απαθές > αληπαθές
47. blast off n: παλμοιστροβολώ, πλασμοπιστολίζω
48. blast off v: παλμοιστρωθώ
49. Blaster: πλασμοπίστολο (© killerbee), πάλμοιστρο
50. bloc = μπλοκ: παρατάκτης
51. Blockchain: κρυφθάλυσος / δυφιάλυσος / κρυπτοπινάκιο (© Spiros252)
52. blouse = μπλούζα: αγχίδορο
53. blouson = μπλουζόν: αγχιδόριο
54. blowup n: παναφανιστής
55. boa = μπουά, μποά: χνουδοβόας
56. body-waldo n: βραχιονοπλία
57. bol = μπολ: αλαβοκύλικα
58. boléro < ισπαν. bolero = μπολερό: θωρακίδα
59. bordure = μπορντούρα: ανθολωρίδα
60. bottine = μποτίνι: θηλαρβύλη
61. bouffant = μπουφάν: προτομήρης
62. boycottage < αγγλ. boycott, από το όν. του Άγγλου γαιοκτήμονα James Boycott, στον οποίο οι καλλιεργητές των κτημάτων του αρνήθηκαν κάθε υπηρεσία = μποϊκοτάζ: δυσφημαποκλεισμός
63. braintape n: νουμοιότυπο
64. brillantine = μπριγιαντίνη: κεφαλοιφή
65. brillole = μπριγιόλ: θριχεύωδο
66. briquette = μπριγκέτα: καυσόπλινθος
67. broadcast: διεκπομπή (© Sophistes), υπερεκπομπή (© Sophistes), πανεκπομπή (© Spiros252)
68. brocart = μπροκάρ: ποικίλθυφο
69. broderie = μπροντερί: κένθυφο
70. bukkake: σπερματοκάλυψη (© Dwarven Blacksmith)
71. bullying: ταυρισμός (© Εσχατόγερος), διεκφοβισμός (© fagano3)
72. Burkini: περισωματίδα
73. Bussard ramjet: υλαδράχτης (του Bussard)
74. Byte 10^00: δυφιόλεξη (© Spiros252), δυφιόγραμμα (© Spiros252), οκταδύφιο (© Spiros252), ογδήκιστο (οκτώ + ήκιστο: Bit)
75. Byte 10^03 (Kilobyte): χιλιογδήκιστο, χιλιοδυφιόγραμμα (© Spiros252)
76. Byte 10^06 (Megabyte): μεγαλογδήκιστο, μεγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)
77. Byte 10^09 (Gigabyte): γιγαντογδήκιστο, γιγαδυφιόγραμμα (© Spiros252)
78. Byte 10^12 (Terabyte): τερατογδήκιστο, τεραδυφιόγραμμα (© Spiros252)
79. Byte 10^15 (Petabyte): πετανογδήκιστο, πεταδυφιόγραμμα (© Spiros252)
80. Byte 10^18 (Exabyte): εξογδήκιστο
81. Byte 10^21 (Zettabyte): επτογδήκιστο
82. Byte 10^24 (Yottabyte): δισογδήκιστο (οκτω + οκτώ + ήκιστο: Bit)
83. Byte 10^27 (Brontobyte): τρισογδήκιστο
84. Byte 10^30 (Geopbyte): τετρακισογδήκιστο
85. Byte 10^33 (?-byte): πεντακισογδήκιστο
86. cabriolet = καμπριολέ: ευηνεμώνας
87. cache‐col = κασκόλ: λαιμίδα
88. cache‐corset = κασκορσές, κασκορσέ: σφιχτοκρύπτης
89. cache‐pot = κασπό: γλαστροδέκτης
90. cadran < λατιν. quadrans, μτχ. του ρ. quadro (= κάνω κάτι τετράγωνο, τετραγωνίζω) = καντράν: ένδεικτρο
91. cagnotte = γκανιότα: κερδοκατακράτημα
92. caleçon = καλτσόν, καλσόν: αμφιμήραπτο
93. camisole < ιταλ. camiciola, υποκορ. του λατιν. camisia (= γυναικείο πουκάμισο) = καμιζόλα: υπαμφίσκη
94. canapé < λατιν. conopeum < μτγν. ελλ. κωνωπείον (= ανάκλιντρο σκεπασμένο, με κουνουπιέρα) = καναπές: αγχιθέσιο
95. canot < ισπαν. canoa = κανό: άσκαρμο (σκάφος)
96. capital ship (spaceship): διαστημοθωρηκτό (© killerbee), αχανόκροτο
97. capitonné = καπιτονέ: ρομβόπτυχο
98. capot = καπό: μηχανοροφή
99. carbon nanotube skyscraper: μεγανθρακίονας
100. cascadeur < cascader < cascade (= καταρράκτης) = κασκαντέρ: κινδυνοσωσίας
101. caster (wave) board: ελικοσανίδα
102. cendré = σαντρέ: φαιόπυρρο
103. chalet = σαλέ: χλιδή + όρος + οίκος > χλιδόροικος
104. chantilly, όνομα μεσαιων. ανακτόρου και κωμόπολης κοντά στο Παρίσι = σαντιγί: γαλακτόχρισμα
105. Chat slang: ισθομιλουμένη, ιστιδίωμα
106. chat: μπλαμπλα (© LOUROS), ισθομιλία / -ώ
107. chemin (de table) = σεμέν: πλεκτραπέζιο
108. claquer = κλακαδόρος, κλακέρ: επευφημιστής
109. claquette = κλακέτα: ληπτογράφος
110. Clarke's First Law: ο νόμος της αναδυνατότητας
111. Clarke's Second Law: ο νόμος της δυνατοδιάτασης
112. Clarke's Third Law: νόμος της τεχνολογητείας
113. classeur = κλασέρ: αρχειοδέκτης
114. Clip-on: σκιοπρόσθετο, προδεθήλιο (προ + δένω + ήλιος)
115. clique < cliquer (= χειροκροτώ) = κλίκα: ενδωμοσία
116. cloaking device n: αμφισυνευθειαστής, αορατοποιός
117. clochard = κλοσάρ: αστοφερέοικος
118. cloche (= καμπάνα) = κλος: περίπτυχο
119. cloisonné (= διαχωρισμένος· περιφραγμένος) = κλουαζονέ: φρακτεπίσμαλτο
120. coiffe (γυναικείο μαντίλι για την κεφαλή) = κουάφ: πιλόνυμφο
121. cold sleep n: αζωθυπνία
122. cold sleeper n: αζωθύπνιος
123. collage = κολάζ: αποκομμάζωμα
124. collant = κολάν: μηρεφάρμοστο
125. collapsium n: συμπάγιο, ατεγκτάτηκτο
126. combinaison = κομπινεζόν: αποκάλυπτρο
127. comlink n: ολογράφωνο
128. commset n: ολογραφωνικό
129. completism n: συμπληρωτισμός
130. completist n: συμπληρωτιστής
131. computronium: υλογιστρόνιο / υλογιστόνιο (ύλη + υπολογιστής) (© Spiros252)
132. console = κονσόλα: τοιχάπτιο
133. contraterrene adj: ανθυλόκτιστο
134. corsage = κορσάζ: προτομίδα
135. corset < corps (= σώμα) = κορσές: κλεψυδρωτής
136. côtelé < côté (= πλευρό, παΐδι) = κοτλέ: εσχάρυφο
137. coupon = κουπόνι: αποκομμάτιο
138. course < λατιν. cursus = κούρσα: ωκυδρομία
139. couvert = κουβέρ: συνεδώδιμο
140. crack software: ιστωλεθρικό
141. Cracker: ιστωλετήρας / ιστωλλύω
142. crayon = κραγιόν, κραγιόνι: χειλογραφίδα
143. croisière = κρουαζιέρα: περιπελάγηση
144. croquet < αγγλ. croquet < ρ. croquer (= χτυπώ) = κροκέ: σφυροσφαίριο
145. croquette = κροκέτα: φρυγανένδυτο
146. croupier = κρουπιέρης: φυλλανοιχτής
147. crystal sword: αδαμαντάορας
148. culotte = κιλότα: βουβωνίδα
149. culotte = κιλότο: βόσπυγος
150. Cyber warrior: ιστωπλίτης
151. Cyberpathy: κυβερνοπάθεια (© Spiros252)
152. Cyborg: μηχανδρείκελο (© Alchemist501), μηχάνδρωπο, ανδρομήχανο
153. cyborged adj: μηχανδροποιημένος
154. cyborging n: μηχανδροποίηση
155. dayside: φωτοσφαίριο (© Spiros252), η μεταξύ τους οριακή περιοχή λέγεται ζώνη του λυκόφωτος
156. Debt repayment: ωρχισμός (© Yochanan)
157. décapage = ντεκαπάζ: απομελανίνωση
158. découper (= αποκόπτω) = ντεκουπαριστός: αφυποβαθρισμένος, αφυποβαθρίζω
159. défilé (= παρέλαση) = ντεφιλέ: συρμοφάνια
160. deflector n: ασπίδαυρο
161. dégras = δεγράς: λιπαντοδόριο
162. démodé = ντεμοντέ: παρασυρμικό
163. dentelle = δαντέλα, νταντέλα: πλεκτο + ὅριο = πλεχθόριο
164. Depaysement: αποτοπισμός
165. deux‐pièces (= δύο κομμάτια) = ντεπιές: αμφιτέμαχο
166. dirtsider n: ομοχθόνιος
167. disintegrator n: απολοκληρωτής
168. disruptor n: φωτοσφαιροβόλο
169. Docking (devices): πίρωση / -ώνω (© Spiros252) (για τα μικρά αντικείμενα - συσκευές - υλικολογισμικό) Π.χ. Πίρωση ακουστικών, bluetooth σε κινητό
170. Docking (space): προσπίρωση / -ώνω (© Spiros252), προσβλήτρωση / -όνομαι (© Spiros252), προσκομβίωση / -όνομαι (© Dwarven Blacksmith), προσεισφράγιση /-ίζομαι
171. documentaire = ντοκιμαντέρ: στοιχειοταινία
172. doomwatcher n: οικοκασσάνδρα
173. dossier = ντοσιέ: εγγραφοθήκη
174. double face = ντουμπλ φας: αμφιφόρι
175. Double penetration: διπλοεισχώρηση (© Dwarven Blacksmith)
176. doubleplusungood adj: πανυπερκάκιστος
177. doubler = ντουμπλάρω: ανθομιλώ
178. downtime adv: αλλοτινότητα
179. drapé = ντραπέ: πολυδίπτυχο
180. dresser = ντρεσάρω: κτηνοπαιδεύω
181. drille = ντρίλι: ράχυφο
182. drone (observation): τηλεωρίτης, μπανιστροζούζουνο
183. drone (tank copter): αερομποτάνκ (© Hellegennes), ερπαεριθύνωπο
184. drone (tri-, quad-, hexacopter): τρι-, τετρα-, εξαβεμβικό
185. drone (UAV): αερομπότ (© Hellegennes), βομβίσκος (© Sophistes), θροΐσκος (© Sophistes), ζίγγος (© Sophistes), τενθρήνιο (© Sophistes), αυτοπλάνο (© TheoPhrm), αερομβώτιο, αεριθύνωπο, κηφηνόπλανο (© κάποιος_Νίκος), κηφηνόπτερο (© κάποιος_Νίκος), πτερήλατο, θρον (© Spiros252), πτεροβέμβικας (για όλα τα παραπάνω, το UCAV: μαχητικό...)
186. drone (UGV): ρομποτάνκ (© Hellegennes), ερπιθύνωπο
187. drone (UUV): υδρομπότ (© Hellegennes), υδροβομβίσκος (© Sophistes), υδροθροΐσκος (© Sophistes), υδροζίγγος (© Sophistes), υδροτενθρήνιο (© Sophistes), υδρομβώτιο, υδροϊθύνωπο
188. dropshaft n: αιωροσωλήνας
189. Duende: καλλεμψύχαψη, ψυχόριγος (© Spiros252), εγκηροθωπεία = εν + κηρ (ψυχή) + θωπεία, εάν φυσικά ισχύει πως νεκρός = νη (αρνητικό) + κηρ (ψυχή) = άψυχος
190. Dyson sphere: κελυφοτίτανας, τιτανοκέλυφος (© κάποιος_Νίκος), αστροκέλυφος (© Spiros252), ηλιοβράνη (© Spiros252), αστρένδυμα (© Spiros252) (...του Dyson)
191. e-Board: αμφίτροχο (όχι “-σανίδα” γιατί είναι ηλεκτροκίνητο όχημα). Υπάρχει φυσικά και ο όρος αυτοϊσορροπούμενο ηλεκτροκίνητο πατίνι, αλλά αναφέρεται σε πατίνια, δηλαδή τροχοσανίδα με χειρολαβές.
192. e-mail: φωτάγγελμα, λυχνόγραμμα, λυχνόπεμπτο, λυχοδικό (γράμμα), λυχόδιο
193. Earthborn adj: γηγνητικός
194. Earthborn n: γήγνητος
195. Earthfolk pl. n: γεώλαος
196. Earthlike adj: γηϊνοειδές
197. Earthman n: πλανητοδέσμιος
198. Earthperson n: χθονιώτης
199. effet = εφέ: προσδοτικό
200. egoscan n: ιδιαναζήτηση
201. élite = ελίτ: βελτιστάθροιση
202. élitisme = ελιτισμός: βελτισταθροιτισμός
203. en face = ανφάς: κατόπτρωθεν
204. escabeau = σκαμπό: υψικάθισμα
205. escape pod n: κοσμόλεμβος
206. esp v: αλλονάγνωση
207. esper n: αλλοναγνώστης
208. étagère = εταζέρα: ικρίσκος
209. étamine = εταμίνα: υποκέντιο
210. étiquette = ετικέτα: συνοπτίδιο
211. évasé, μτχ. του ρ. évaser (= ευρύνω, πλαταίνω) = εβαζέ: λαγυνίδα, κατα το σχήμα του δοχείου (λάγυνος)
212. expository lump n: τεχνοσέντονο
213. expressionnisme = εξπρεσιονισμός: εκφρασισμός
214. expressionniste = εξπρεσιονιστής, εξπρεσιονίστρια: εκφρασιστής
215. extrafort (= εξαιρετικά δυνατός) = εξτραφόρ: ραπτοκράτης
216. extrémisme = εξτρεμισμός: παρυφισμός
217. extrémiste = εξτρεμιστής, εξτρεμίστρια: παρυφιστής
218. faan n: φαντασιοκουστωδικός
219. face‐à‐main = φασαμέν: λαβόπτρα
220. facial: χυσοβάτισμα
221. facon = φασόν: ενδυματότυπο
222. faction = φράξια: ιδεόταση
223. fakefan n: φαντασιακολουθίσκος
224. falbalas = φραμπαλάς: επιπτύχωτο
225. fanning n: εφοπαδός
226. fannish adj: εφοπαδικός
227. fannishness n: εφοπαδοσύνη
228. Fanspeak: εφοπαδική
229. fantascience n: εφεπιστημονικοφάνεια
230. fantastic n: μυθοπλαστικοειδές
231. faster than light: υπερλυκωκύτητα, υπερφωτώθηση
232. faux bijou = φο μπιζού: πολυτιμοειδές
233. favori = φαβορί: νίκη + ιμερτός > νικημερτός, -ή, -ό
234. feelie n: μελό ε.φ.: έφμελο
235. Fernweh: ξεναλγία (© Sophistes), αλαργολαχτάρα, περαντόποθος, οδυσσεϊσμός (© fagano3), αλαργόποθος
236. festival < λατιν. festivus (= εορταστικός) = φεστιβάλ: καλλιτεχνοπανήγυρις
237. feston = φεστόνι: διακοσμοβελονιά
238. feuille volante = φέιγβολάν: ανακοινωσελίδα
239. fffm: τριδοριάλοιφος / -ία, θθθα (© clot)
240. ffm: δικύσθοιφος /-ία
241. Fidget Spinner: σβουροδάκτυλος, νυχοβέμβικας, τριφυλλέλικας, ζαβολιαρόσβιγα, νευροστρόφιγγας, σπαρτα(ρο)ρόδανο > σπαρταρόδανο, νυχόσβουρα, νυχέλικας, νυχόσβιγα, νυχοστρόφιγγας, ροδανόνυχο, δακτυλοβέμβιξ, δακτυλέλικας, δακτυλόσβιγα, δακτυλοστρόφιγγας, δακτυλορόδανο, τριφυλλοβέμβικας, τριφυλλόσβουρα, τριφυλλόσβιγα, τριφυλλοστρόφιγγας, τριφυλλορόδανο, ζαβολιαροβέμβικας, ζαβολιαρόσβουρα, ζαβολιαρέλικας, ζαβολιαροστρόφιγγας, ζαβολιαρόδανο, νευροβέμβικας, νευρόσβουρα, νευρέλικας, νευρόσβιγα, νευρόδανο, σπαρταροβέμβικας, σπαρταρόσβουρα, σπαρταρέλικας, σπαρταρόσβιγα, σπαρταροστρόφιγγας, σβουρέλικας (© sys3x) πλακωθέλικας < πλακωτό + έλικας, τριβαρόσβουρο, ελικοβέμβικας
242. Fidgetiddies = μασθέλικας / βυζοβέμβικας
243. filigrane = φιλιγκράν: φωτεμφανές
244. finaliste = φιναλίστ: τελικιαίος
245. fixe = φιξ: αναποσυναρμολόγητο
246. flash: φλας (αυτοκινήτου) = στροφοφώς > (το) στροφώς, (τα) στροφώτα
247. flitter n: βραχύπλοο
248. floater n: ανθελκωθούμενο
249. flotteur = φλοτέρ: δοχειοπλωτήρας
250. fmm (dap): συνεδρότρηση
251. fmm (dvp): συμμυρτώρυξη
252. fmm (sandwich): αμφίψωλο
253. fmm (Spit Roast): πεοβελισμός
254. fmmm (airtight): πανοπ(οπ)ληστία > πανοπληστία
255. fmmm (da + vp): φαλλοτριβείο
256. fmmm (dv + ap): τραμιδάλεση
257. food pill n: δισκιεδώδιμα
258. Force field: σκέπαυρο
259. foulard = φουλάρι: λαιμοφακιόλι
260. foursome: τετροχεία, τεσσεροπάρτουζο (© clot)
261. foyer (= εστία) = φουαγιέ: υποδεκτήριο
262. fractionnisme = φραξιονισμός: ιδεοτασισμός
263. Frankenfood: διαγονιδίεσμα (διαγονίδιο-εισαγόμενο γονίδιο + έδεσμα), τερατοφάι
264. freesia < κυρ. όν. Freese, Γερμανός φυσικός = φρέζα, φρέζια: κοπτόστροφο
265. Fremdschämen: συνεντροπή (© Sophistes), πάραιδως (© άραξον), συναισχύνομαι, συναιδούμαι, συναίδομαι
266. fricassée = φρικασέ: λαχανιστό
267. friteuse = φριτέζα: λαδολέβητας
268. fruit glacé = φρουί γκλασέ, φρουί γλασέ: οπωρογλυχύαλος
269. Fuckbuddy: φιλόφιλος (© Τζακ Πάλανς)
270. fumé = φιμέ: (για τις αντιηλιακές μεβράνες αυτοκινήτων) σκοθυμένας
271. gadget a: εφευροκεντρικό
272. gagnant = γκανιάν: νίκη + ιμερτός + ἳππος > νικημέρθιππος
273. galactography n: γαλαξιογραφία
274. gangbang: συμμοριτοπάταγος (© Τζακ Πάλανς), συμμοριογαμήσι (© Alchemist501 ), οχλοβάτεμα, συγγάμβρισμα / συγγαμβρίζω / συγγαμβρίστρια
275. garçonnière = γκαρσονιέρα: τριμέρισμα
276. garniture = γαρνιτούρα: διακοσμεδώδιμο
277. Gated community: γιαποικία (© Yochanan)
278. gateway n: συμπαντοπύλη
279. gaufrette = γκοφρέτα: αμφικηρηθρόψητο
280. gelée = ζελέ: πηκτό + ὕδωρ > πήχθυδρο
281. generation adj: χασματόπλωρο
282. glacer (= παγώνω) = γλασάρω: γλυχυαλίζω < γλυκός + ὓαλος = γλυχύαλος (γλάσο)
283. Glamping: χλιδοσκήνωση
284. glassite n: μεταλλύελος
285. go nova v: νεολαμφοδεύω
286. go supernova v: υπερνεολαμφοδεύω
287. gouache = γκουάς: υγρογραφία
288. Grand‐Guignol = γκρανγκινιόλ: τρομιουργία
289. graser n: ηλιαστίκτης
290. Graviton laser: βαρυτοστίκτης
291. gravity well n: βαρυτορόσημο
292. gravure = γκραβούρα: εγχαρακτική
293. grenat = γκρενά: ροιώδες
294. grille = γρίλια: διακενίτες
295. grok v: διενδοσυναίσθηση
296. gros plan = γκρο πλαν: αγχιληψία
297. group mind n: συμμύαλο
298. groupuscule = γκρουπούσκουλο: ακραιομορία
299. guipure = γκιπούρ: οξειδωμένδυμα
300. habillé = αμπιγιέ: επισημιμάτιο > επισημάτιο
301. hacker: κενοφάντης, ιστωρύχος, δικτυοτρήτης
302. hacking: κενοφαντία, ιστώρυξη, δικτυότρηση
303. hands-free: ωτέμφυτο, χώρχερο (© LOUROS), λυτρόχειρο, νήχειρο, νηχείραπτο
304. helicab n: ταριφόπτερο
305. helicar n: ελικοπτεράμαξo
306. héraldique = εραλδικός: εμβληματολογικός
307. hipster: ασυρμικός, (υπερσυρμικός, μετασυρμικός)
308. hive mind n: μακροσυναπτικό
309. holotank n: ολογραφοδέκτης
310. home boy: οικόπαιδο (© Σπυρος1), οικοδιάκονος (© κάποιος_Νίκος)
311. home galaxy n: τετραβραχιόνιος
312. hot dog: θερμοκύνιον (© stavmanr), περιαρτοχοίριο (© stavmanr)
313. hyperdrive n: υπερωστικός
314. hypersonic missile: πανήχαυλος, πανυπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος), πενθυπερηχόβλημα (>Mach 5)
315. hyperspeed n: υπερωκύτητα
316. impervium n: αυθιστάτης
317. imprimé = εμπριμέ: διανθιμάτιο
318. in-system adj: ενδοαστροσφαιρικό
319. inertia damper: αλεξέλξιο, αδραν(ει)οαπορροφητής/αδραν(ει)οεκμηδενιστής/αδρανειοαδρανοποιητής (© clot)
320. infodump n: πληροφοριοκοίλι
321. infrared absorption metamaterial: Υπερυθραπορροφητήρας / φωτονιοφάγος / φωτερυθροφάγος / αλυχνόφιλτρο (© Spiros252), φωνονηδεστής / υπερυθροδεστής
322. instantané = ενσταντανέ: αυθορμητοληψία
323. intersystem adj: διαστροσφαιρικό
324. jack in v: μυαλογισμικομβιώνω, κυβερνοπιρώνω (Spiros252)
325. jambon = ζαμπόν: βρασσομήριο
326. jaquette, υποκορ. του jaque < αραβ. schakk = ζακέτα: περικορμίδα
327. jardinière = ζαρντινιέρα: γλαστρόκυβος
328. jarretière = ζαρτιέρα: γλουθιμάντας
329. Jogging: βραχύδρομος / βράξιμο (© LOUROS), βραδυδρομώ / -ία
330. jump drive n: μεθαλματωθητήρας
331. jump gate n: μεθαλματόθυρο
332. jump n: μέθαλμα
333. jump point n: μεθαλμάτοπος
334. jump ship n: μεθαλματωθούμενο
335. jump space n: διαμεθαλτήριο (σύμπαν)
336. jump v: μεθάλλομαι
337. jupe‐culotte = ζιπ κιλότ: αμφικωδώνιο
338. jupon = ζιπούνι, ζιπουνάκι: απλευρίδα
339. Kummerspeck: λυπόλιπος, θλιψομασαμπούκες (© fagano3)
340. L’esprit de l’escalier: παραπαύδηση
341. lamé = λαμέ: στίλφνυφο
342. lampion = λαμπιόνι: λαμπτηρίσκος
343. lancer = λανσάρω: καινωθώ
344. landing cradle n: προσκομβιωτήρας
345. Lapalissade = λαπαλισμός: κύρ. όν. La Palice, ήρωας ενός τραγουδιού του οποίου οι στίχοι ήταν γεμάτοι με αφελείς κοινοτοπίες· π.χ. ένα τέταρτο πριν πεθάνει, ήταν ακόμη στη ζωή = κοινοτυπολογία
346. laque = λακ: κομοστάτης
347. laser gun n: φωτοστικτοβόλο
348. lasso < ισπαν. lazo = λάσο: ιππαγχόνη
349. légende < μσν. λατιν. legenda (= ανάγνωσμα) = λεζάντα: επεικονίδιο
350. lettre (= γράμμα) + set = λετρασέτ: γραμματοσύνολο
351. lettrine = λετρίνα: κορφόγραμμα
352. levier < lever < λατιν. levare (= ανυψώνω) = λεβιές: μηχανή (μη + χάος) + μοχλός (μη + όχλος) = μηχανοχλός
353. levitator n: βαρυταρνητής
354. light n: λυκωκύτητα
355. light-speed n: φωτομονάδα / φωτομοναδιαία (μέτρηση)
356. limousine = λιμουζίνα: χλιδώχημα
357. Lofstrom loop: κοσμοπυλώνας (του Lofstrom)
358. lotion = λοσιόν: λούθρυγρο
359. Luna City n: σεληνούπολη
360. Lunarian n: σεληνάποικος
361. maisonnette, υποκορ. του maison (= σπίτι) = μεζονέτα: οροφότμητο
362. majorette, συγκοπτόμ. τ. του αγγλ. drum majorette = μαζορέτα: αθλοχορεύτρια
363. manchette < manch (= μανίκι) = μανσέτα: καρποϊμάτιο
364. manchon < manch (= μανίκι) = μανσόν: δοροβραχιόνιο
365. Mankini: ωμωρχεοσυνδέτης, καυλιμάντειο
366. mannequin < ολλανδ. mannekijn (= ανθρωπάκι) = λώπος (ρούχο) + ἁρμοστής = μανεκέν: λωφαρμοστής
367. manteau = μαντό: ελαφράπορπο
368. marmelade < πορτογαλ. mermelada < λατιν. melimelum < ελλ. μελίμηλον = μαρμελάδα: πολτώπωρα
369. marqueterie = μαρκετερί: εγχρώμυλο
370. mayonnaise = μαγιονέζα: κορκάρτυμα
371. medical nanites: βιονίτες
372. megayear n: χιλιοήμερο
373. melon (chapeau) μενού: menu = μελόν: πιλοπέπονας
374. mercerisé = μερσεριζέ: βαμβακόστιλπνο
375. Mercurian n: εφιέρμαιος
376. meringue = μαρέγκα: λευκοχτύπι
377. metamodernism: υστερονεωτερισμός
378. métro, συγκοπή του métropolitain < ελλ. μητροπολιτικός = μετρό: υποτροχιόδρομος
379. milf: ωριμόκυσθη
380. military science fiction n: στρατεφική
381. mille‐feuille (= χίλια φύλλα) = μιλφέιγ: μυριοφύλλιο
382. mind shield n: αλουμινόκρανος
383. mind-meld n: πνευματοσύγκραση
384. mise, θηλ. της μτχ. mis του mettre (= βάζω, θέτω) = μίζα, μίτζα: μηχανεκκινητής
385. modéliste = μοντελίστ: συρμοκόμος
386. moiré = μουαρέ: ψιαθικό
387. montage = μοντάζ: εικονοδεσία
388. monteur = μοντέρ: εικονοδέτης
389. moonsuit n: σεληνένδυμα
390. morph n: σωματομοιότυπο
391. motocross < moto(cyclette) + αγγλ. cross (country) (= δια μέσου των αγρών) = μοτοκρός: αγροδρομία
392. moulinée (soie) (= στριφτό μετάξι) < ρ. mouliner (= τυλίγω μετάξι) = μουλινέ, μουλινές: τροχαλωτό
393. multigeneration ship n: γενεόσκαφος
394. mundane n: ανεφοπαδός
395. mutant n: μεταλλαγμενούργημα
396. mutation n: μεταλλαγμενουργία
397. needle beam n: πυρακτίνα
398. needle gun n: πυρακτινικό
399. needle v: πυρακτινίζω
400. négligé = νεγκλιζέ: γλουτήρης
401. néon = νέον: αιγλαμπτήρας
402. Neptunian n: ποσειδωνάποικος
403. Network collapse: πανιστωλεθρία
404. neural adj: μυαλογισμικό
405. neuronic adj: νευραλλοιωτής
406. neutronium sword: ουδετερονίδα
407. neutronium: ουδετερονιακό (υλικό)
408. nightside: ερεβοσφαίριο (© Spiros252)
409. normal space n: ομοιαπέραντο
410. nova bomb n: ανθυλοβίδα
411. nova v: καινοφανηγώ
412. Oculus Rift & HoloLens: μαγόφακος (© LOUROS), ευτόπτρα, ευτοπίοπτρο
413. off-earth adj: αλλοχθονογενές
414. off-earth adv: μηκισθήλια
415. off-planet adj: απαφετήριος
416. off-planet n: αποπύρηνος
417. offworlder n: αφηλιοσφαίριος
418. on-planet adj: επιπλανήτιος
419. outplanet n: διαγαλαξιάκοσμος
420. outsystem adj: ετερήλιο
421. ouverture = ουβερτούρα: προμελόδραμα
422. overdrive n: υπερφωτωθητήρας
423. overmind n: πολυνοημοσύνη
424. paillette = παγέτα: ελασμάτοπο
425. pain d’ Espagne < ιταλ. pan di Spagna (= ψωμί της Ισπανίας) = παντεσπάνι: γλαγόαρτος
426. panneau < pan < λατιν. pannus (= πανί) = πανό: συνθημαθίστιο
427. paravent = παραβάν: θαλαμεριστής
428. parcomètre < parc (για αυτοκίνητα) ‐ο‐ + ελλ. μέτρον = παρκόμετρο: σταθμευόμετρο
429. parquet = παρκέ, παρκέτο: ψηφιδοδοκωτό > ψηφιδοκωτό
430. parqueteuse = παρκετέζα: δοκός + ὑαλιστής > δοχυαλίστρα
431. passe‐partout (= περνά από παντού) = πασπαρτού: πανδιίοντας
432. passerelle < ρ. passer (= περνώ) = πασαρέλα: συρμέξεδρο
433. passifan n: αντιφαντασιακόλουθος
434. pastel = παστέλ: αχνόχροο
435. patchwork family: κασιγνηταδελφική (οικογένεια)
436. pâté = πατέ: περιζύμιο
437. peignoir = πενιουάρ: προκομβιωτό
438. pèlerine = πελερίνα: κομομανδύας > κομανδύας
439. pendentif = παντατίφ: περιδερίδιο
440. phaser: ενεργοπομπός (© stavmanr), ενεργοβόλο (© killerbee)
441. Photo bomber: φοντοχαλάστρας, υποβαθροπτωτιστής, υποβαθρεπιβάτης, ανθυποβαθρεπιβάτης (συνοδεία του πρώτου), βαθρεπιβάτης (ο απόλυτος βομβιστής), υποβαθρώσκων
442. photomontage = φωτομοντάζ: φωτεικονοδεσία
443. photoroman = φωτορομάντζο: φωτειδύλλιο
444. pince = πένσα: σφιχθηλίδα
445. pique‐nique = πικνίκ: υπαιθροφάι
446. pirouette = πιρουέτα: μονοποδόστροφο
447. piste < λατιν. pista = πίστα: χοροπέδιο
448. placier = πλασιέ: προμηθαποδόχος
449. plafond (= οροφή) = πλαφόν: μεγισθόριο
450. plafonnier = πλαφονιέρα: οροφόλυχνο
451. Planck (ενέργεια) : ενεργόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)
452. Planck (θερμοκρασία): μεταθερμοκρασία / υπερκρασία / εξωθερμοκρασία / εξωκρασία (του Πλανκ) (© Spiros252)
453. Planck (μάζα): ψυλλώνιο / ψυλλόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)
454. Planck (μήκος): οδόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)
455. Planck (φορτίο): δωδεκατρόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)
456. Planck (χρόνος): χρονόνιο (του Πλανκ) (© Spiros252)
457. planer = πλανάρω: αιωροπλωρίζω
458. planet-bound adj: πλανητοπάγιος
459. planet-buster n: γεωλετήρας
460. planetary romance n: αστερομάντζο
461. plastiskin n: αντιδόριο
462. plateau = πλατό: ληπτοθάλαμος
463. platiné = πλατινέ: λευκοχρυσοειδές
464. plexiglas < γερμ. Plexiglas (όν. μάρκας) = πλεξιγκλάς: ανθραχύαλος
465. plongeon (= βουτιά) = πλονζόν: αποκρουσοβούτι
466. Plutonian n: αδηούχος
467. poché(e), μτχ. του ρ. pocher (= μαυρίζω το μάτι κάποιου) = ποσέ: ατσοφλόβραστο
468. pod person n: εξωγηινισμένος
469. poire (= αχλάδι) = πουάρ: αναρρόφουσκα
470. pois (= αρακάς) = πουά: κουκκιδώδες
471. portatif = πορτατίφ: επιπλόλυχνο
472. porte‐manteau = πορτμαντό: υποδηματιοθήκη
473. portmanteau word: λεξαποσκευή
474. post-holocaust adj: μεθολοκαυτωματικό
475. Post-scarcity economy: μετανεμπληστική (κοινωνία)
476. postiche = ποστίς: πλοκαδοφενάκη
477. pot‐pourri (= φαγητό από πολλών ειδών κρέας) = ποτ πουρί: κρεατεράνισμα
478. poudingue < αγγλ. pudding = πουτίγκα: πηχθηδές
479. pouf = πουφ: πρόσπυγο
480. poulain = πουλέν: υπάρχει ως φέρελπις και υποτιμητικά ως μανάρι, άρα θα μπορούσε να γίνει > φερελπιδομάναρο
481. première = πρεμιέρα: πρωτοπαράσταση
482. pressor beam n: ωθησαχτίδα
483. pressor n: ωθησαχτιδοβόλο
484. prime < λατιν. praemium (= βραβείο) = πριμ: μισθεπιβράβευμα
485. Projection keyboard: πληκτρολόγραμμα
486. protectorat = προτεκτοράτο: κηδεμονευτό (κράτος)
487. provocateur < λατιν. provocare (= προκαλώ) = προβοκάτορας, προβοκατόρισσα: εκδικοφάντης
488. provocation = προβοκάτσια: εκδικοφαντία
489. punaise = πινέζα: πλάθηλος
490. purée = πουρές, πουρέ: γεωμηλόπολτος
491. Quantum mechanics: διακριτονική μηχανική
492. Quantum: διακριτόνιο
493. qubit: διακριτήκιστο
494. qubyte: διακριτογδήκιστο
495. raboté, μτχ. του ρ. raboter (= πλανίζω) = ραμποτέ: ψευδοροφή + ύλη > ψευδορόφυλα
496. Railgun: Επιραβδοτοξευτής (© κάποιος_Νίκος), μαγνητοβαλλίστρα, αμφιραγορίπτης, μαγνητοπυροβόλο (© killerbee), μαγνητοβόλο (© Spiros252), επιτροχιοβόλο (© Spiros252), εξοβελιστής (© κάποιος_Νίκος)
497. ralenti = ρελαντί: στροφελάχιστο
498. rampe = ράμπα: προβολίκριο (της αυλαίας θεάτρου), φορτοδιάδρομος (για το κεκλιμένο επίπεδο)
499. ramscoop n: συλλέχθυδρο
500. ray gun n: ακτινορίπτης
501. ray projector n: ακτινοπροβολέας
502. ray v: ακτινορίπτω
503. reaction drive n: αντιδρωθητήρας
504. réception = ρεσεψιόν: ξενοϋποδεκτήριο
505. réceptionniste = ρεσεψιονίστ: ξενοϋποδέκτης
506. récital = ρεσιτάλ: τεχναρίστευμα
507. redingote < αγγλ. riding coat (= σακάκι ιππασίας) = ρεντινγκότα: ιπποτόπαλτο
508. relax < αγγλ. ρ. relax = ριλάξ: χαλαρόλικνο
509. rente = ράντα: πληρωσειρά
510. replicant n: επωδιστής
511. repos < reposer = ρεπό: παυσήμερο
512. reproduction = ρεπροντιξιόν: πινακότυπο
513. retiré = ρετιρέ: στεγοδιαμέρισμα
514. revanche = ρεβάνς: εκδίκαθλος
515. réveillon = ρεβεγιόν: πρωτεθέορτο
516. reverse gangbang: συννυφάδιασμα / συννυφαδιάζω / συννυφαδιαστής. Σκέφτηκα το γκουσγκουνίζω, αλλά στο αρκαδικό ιδίωμα σημαίνει το να κουνειέσαι χωρίς αποτελεσματικότητα, απο το κουσκούνι = υπουρίδα, οπισθένη
517. rififi (= συμπλοκή)· η σημ. στα ελλ. από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του Ντασέν, 1954 = ριφιφί: διαρρηκτόρυξη
518. rim world n: παρυφόκοσμος
519. Ringworld: ηλιαντλάλως, κοσμοκρίκελος, κρικελόκοσμος
520. robot (Arms & Grippers): πολυγίγγλιμα
521. robot (one legged): αυθάλτης
522. robot: ρομπότης (© κάποιος_Νίκος), εμφρονοειδές, ρομβώτιο, δουλοειδές (© κάποιος_Νίκος), σκλαβοειδές (© κάποιος_Νίκος), μέτεργο, εργατοειδές (© Εσχατόγερος), ιθύνωπο, αζωαύτεργο (© stavmanr)
523. Rogue planet: αλυχνόχθονας, ορφανίτης (© clot), πλανέμιος (© Spiros252)
524. rouge = ρουζ: παρειέρυθρο
525. rouleau = ρολό, ρουλό: κυλινδροτύλιχτο, ροδανόπτυχο
526. rouler ή αγγλ. roll + κατάλ. ‐άρω = ρολάρω: ορμηφορίζω
527. roulette = ρουλέτα: λαχνέδρανο
528. saison = σεζόν: εποχίσκη
529. salmis = σαλμί: (δίχως κρεμμύδι) ακρόμμυο
530. sandwich: περιάρτιο (© stavmanr), αμφίαρτο (© stavmanr)
531. Santa Claus machine: ινιδιοποιός
532. Saturnian n: κρονονάστης
533. sauté = σοτέ: τηγανοτίναχτο
534. sauter = σοτάρω: τηγανοτινάζω
535. Schlimazel: δισεκτισμός, γκαντεμισμός, πηγαδοκατουρητισμός, φρεατουρισμός
536. Schnapsidee: οινοφάνεια / οινοφανής (ιδέα) (© άραξον), μεθυσοβουλή (© κάποιος_Νίκος), ξιδέα (© LOUROS), αμπελοϊδέα (© fagano3)
537. Screenager: οθόνηβος, ευωνυμοσφίχτης (ευώνυμος (αριστερά) + σφίχτης (μυώδης))
538. séchoir = σεσουάρ: κομανεμιστής
539. self-driving car: αυθοδήγητο
540. Self-replicating spacekraft: αυτοπηγούμενο / βιοπηγούμενο (σκάφος)
541. Selfie stick: αυταπεικονηρίδα (αυταπεικονίζω + έρεισμα), αυτειδωλαβή, ειδωλόμοχλος
542. sépale, από συμφυρμό των séparer και pétale = σέπαλο: καλυκόφυλλο
543. séparé = σεπαρέ: αποθάλαμος
544. séquence (= σειρά, ακολουθία) = σεκάνς: σειραποτύπωση
545. sercon adj: σοβαροδομική
546. sercon n: σοβαροδομή
547. serpentin = σερπαντίνα: χαρθέλικα
548. servi (= υπηρετούμενος) = σερβί: φυλλοκράτηση
549. service = σερβίς: σφαιροκομία
550. serviette = σερβιέτα: δοριαλίστιο
551. servir = σερβίρω: οψοκομίζω
552. sexting: ειδωλοιφώ, αλαργοχαμούρεμα / -εύομαι, τηλεμπαλαμούτιασμα / -τιάζομαι, ιστερωτοτροπία / -ώ, διασυνδεψία / διασυνδέφομαι
553. shampooing = σαμπουάν: κομοσάπων
554. shared world n: ομόσυμπαν
555. silhouette, από το κύρ. όν. Silhouette, Γάλλος υπουργός των οικονομικών το 1759 = σιλουέτα: περισκιαγραφή
556. sirop = σιρόπι, σορόπι: πηχθήδυγρο
557. Skatecycle (ονομασία προϊόντος): αμφελικοσανίδα (επειδή έχει την δυνατότητα να ελίσσεται σε δύο σημεία του άξονά του)
558. skimmer n: αιωρόδιφρος
559. skinsuit n: αερολισθηρίδ
560. Skort: περιγοφίδα (έντομη)
561. skyhook: ριψόγαντζος
562. Skywritting: αιθερογραφία
563. sleeper ship n: αζωτόκλινο
564. slideway n: μεθελκυστήρας
565. slipstream n: φαντασιακοφανής
566. slower-than-light adj: υπολυκωκύτητα
567. Smart Clothe: μεταλώπιο
568. smartphone: ευστρόφωνο
569. Sol-type n: ηλιομοιότυπο
570. Solar sail: ηλιάρμενο, ηλίστιο (© Spiros252)
571. Solarian n: ηλιοσφαιραπός
572. solfège = σολφέζ: μουσανάγνωση
573. sommier = σομιέ, σομιές: πλεχθυπόστρωμα
574. soufflé = σουφλέ: τυρόπομφο
575. souper = σουπέ: ζωμόδειπνο
576. space dock n: κοσμονεωδόχος
577. space drive n: διαστημωθητήρας
578. space force n: αχανομαχητικό
579. space fountain: εξανελκυστήρας
580. space lane n: διυφήλιος (οδός)
581. space marine n: διαστημαχητής
582. space operatic n: διαστημοπερικό
583. space patrol n: διαστημονομία
584. space v: κοσμοδρομώ
585. space yacht n: κοσμοθαλαμηγός
586. space-borne adj: διαστημεύσιμος
587. space-burned adj: αστεροκαμένος
588. space-sick adj: διαστημάσθενο
589. spacehand n: αχανόμπαρκος
590. spaceline n: διυφηλιακή
591. spaceman n: διαστηματίας
592. spaceship n: αχανοπλεούμενο
593. spaceward adj: διαστημώθεν
594. spaceways pl. n: διαστροδός
595. spaceworthy n: διαστημευσιμότητα
596. spaceyard n: κοσμοναυπηγείο
597. spam: παμφωτάγγελμα, συμφορημάγγελμα (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνόγραμμα, παλλυχνόπεμπτο, παλλυχόδιο, διασυμφόρημα (© κάποιος_Νίκος), αγγελιόχληση (© stavmanr)
598. spammer: παριζάνος (© clot), παμφωταγγέλτης, συμφορηματαγγέλτης (© κάποιος_Νίκος), παλλυχνογράφος, παλλυχνοπομπός, παλλυχοδίτης, διασυμφορηματίας (© κάποιος_Νίκος), αγγελιοχλεύς (© stavmanr)
599. spécialité = σπεσιαλιτέ: εδωδι + ειδίκευμα > εδωδίκευμα
600. sprint: σπριντάρω: κραιφνάλλομαι< κραιπνός (σβέλτος) + άλλομαι (πηδώ), σπριντάρισμα: κραίφναλμα
601. spy ray n: αλλοναγνωστικό
602. starwisp: παραβολοφόρο (σκάφος)
603. stasis field n: υπεραδρανειακό (πεδίο)
604. stellar engine: φωταντλητές
605. stim n: παμβελτιωτής
606. sub-etheric adj: υποαιθέριος (Alchemist501)
607. subjunctivity n: πραγματιστοσύνη
608. sublight adj: υπολυκωκύς
609. sublight adv: υπολυκωκέως
610. sublight n: υπολυκωκύτητα
611. subspace n: υπόσυμπαν
612. succès = σουξέ: μουσεπίτευγμα
613. suède < Suède (= Σουηδία) = σουέτ: απαλόδορο
614. suite = σουίτα: χλιδωμάτιο
615. Supersonic missile: υπερηχόβλημα (© κάποιος_Νίκος)
616. synthetic telepathy: φρηναυδία / -ώ, τεχνοπάθεια (© Spiros252)
617. system-wide adj: πανηλιοσφαιρικός
618. table d’hôte = ταμπλ ντοτ: γευματότυπο
619. tablet: χαπάκι (© LOUROS), πινακοθόνη
620. tailleur = ταγέρ: αμφόρεμα
621. tapissier = ταπετσιέρης: ταπητιοθέτης
622. tarte = τάρτα: οπωράμμιλος
623. taxi (chauffeur de) = ταξιτζής: ναυλωχηματίας
624. taxi, συγκοπή του taximètre = ταξί: ναυλώχημα
625. taxim = ταξίμετρο: ναυλόμετρο
626. Technopathy: τηλεκτροπάθεια (© Spiros252), ψυχοτροπάθεια (© Spiros252), τηλετεχνολογοπάθεια (© killerbee)
627. telempathic n: τηλενδοσυναίσθηση
628. télépherique = τελεφερίκ: συρματόσυρμος
629. télésiège = τελεσιέζ: εδράλυσος
630. terminator (solar): ευημερινός (© Spiros252)
631. terraform v: γαιοπλάθω (Alchemist501)
632. terraformed adj: γαιοπλασμένος (Alchemist501)
633. terraforming adj: γαιοπλαστικός
634. thermal throttling: θερμαυτορρύθμιση / θερμαυτοταλάντωση / θερμαυτοχρονισμός / ιδιοθερμοχρονισμός (© Spiros252), θερμαγχονισμός
635. threesome: τριοχεία (© Yochanan)
636. tight-beam n: φωτοστικταγγέλτης
637. tight-beam v: φωτοστικταγγέλλω
638. time viewer n: χρονοταξιδοσκόπιο
639. timepath n: χρονοπαθητικος (Alchemist501), χρονατραπός, χρονόρευμα (Spiros252)
640. tirage (= τράβηγμα) = τιράζ: ανατυποσότητα
641. tire‐bouchon = τιρμπουσόν: φελλοκοχλίας
642. torch drive n: συντηκτωθητήρια
643. torch n: συντηκτωθητήρας
644. torch v: συντηκτωθούμαι
645. torchship n: συντηκτωθούμενο
646. Torschlusspanik: αποδειπνοφοβία
647. toupet = τουπέ: κορφή (κεφαλής) + φενάκη (περούκα) > κορφοφενάκη > (η) κορφενάκη
648. tourniquet < tourner (= περιστρέφω) = τουρνικέ: μονοστροφόφυλλο > μονοστρόφυλλο
649. trac = τρακ: αγόραγχος
650. tractor beam pulling: ακτινουλκώ
651. tractor n: ρυμουλκακτίνα
652. transhuman adj: αλλοσχηματικός
653. transhuman n: αλλόσχημος (άνθρωπος)
654. trois quarts (= τρία τέταρτα) = τρουακάρ: τεταρτόλειψο
655. troll: σωκρατίσκος (© clot), συρθαλιέας, εμφιλόνεικος (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιοχλεύς (© stavmanr)
656. trolling: καλικαντζάρισμα (© Τζακ Πάλανς), συρθαλιεία, εμφιλονικεία (© κάποιος_Νίκος), θεματοδιόχληση (© stavmanr)
657. trufan n: εφομπαδός
658. tulle, από την πόλη Tulle, όπου αρχικά υφαινόταν = τούλι: διαφάνυφο
659. umbrella = ομπρέλα: πέλτη + ὑετός > πελθυέτη
660. universalisme < λατιν. universalis (= συνολικός, καθολικός) = ουνιβερσαλισμός: αποκαταστατισμός
661. unsuit v: διαστημογδύομαι
662. unsuited adj: διαστημόγδυτος
663. Upcycling (λεξιλογικό): λεξανωκύκλωση, λεξονεκρανάσταση (© Alchemist501) (επαναχρησιμοποίηση απαρχαιωμένων λέξεων για νεοεμφανισθείσες έννοιες ή εξαρτήματα)
664. Uranian n: ουραναπός
665. Vaporwave: ατμοκύμα / αχνόκυμα (© Ηephestus)
666. Venerian n: αφροδιτάποικος
667. Verabreden: ανταμοθετώ
668. verschlimmbessern: χειροτεροβελτίωση, -ώνω
669. vibroblade n: παλιλλόγχιο
670. viewport n: παρεικόνιση
671. viewscreen n: οθονοσκόπιο
672. Virtual reality sickness: μεθαδρότητα
673. vitrine = βιτρίνα: υαλοπροθήκη
674. vol‐au‐vent = βολοβάν: πολυφυλλόθηκο
675. Vorfreude: προχαίρομαι (© Sοphistes), προσευμένεια (© άραξον)
676. Waldeinsamkeit: ιδιαλσολασιλαρότητα, μοναχοδρυμεντρέχεια, δασοκατάνυξη
677. walkthrough: υπέρλυση
678. warp drive n: δινωθητήρας
679. warp v: δινωθούμαι
680. xenocide n: ειδοκτονία
681. xenology n: αλλελλογολογία
682. zig‐zag = ζιγκ‐ζαγκ: καρχαροδοντηδόν
Άβαταρ μέλους
Ζενίθεδρος
Maniac poster
 
Δημοσ.: 15232
Εγγραφη: Οκτώβριος 30th, 2008, 8:58 pm
Τοποθεσια: Kingdom of Tonga
Το μέλος Ζενίθεδρος, σύμφωνα με τους όρους χρήσης που αποδέχτηκε κατά την εγγραφή του, φέρει την αποκλειστική ευθύνη της παραπάνω δημοσίευσης, των απόψεων/θέσεων που εκφράζονται μέσω αυτής, καθώς και την επιλογή συνδέσμων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται. Για άμεση επικοινωνία με τον διαχειριστή του phorum.gr στο email: admin(@)phorum.gr

ΠροηγούμενηΕπόμενη

Επιστροφή στην Γλωσσολογία

Μετάβαση στην αρχή της σελίδας

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 7 επισκέπτες